Legislator Case Law & Legislation
1817/2007 AI generated

1817/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1817/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16 Ιουνίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2005 μη οριστική και 5170/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1817/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Keywords

AI generated
extension of expropriation subdivision of land partial expropriation deprivation of existing use land reclassification land consolidation valuation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1817 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1817/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16 Ιουνίου 2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2005 μη οριστική και 5170/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο με το να προσδιορίσει την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων στο ποσό των 140 ευρώ ανά τ.μ. και να μην επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα σε ποσοστό 100%, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.

παρ. 2, 3, 4 και 5, 18 παρ. 5, 5 παρ. 1, 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ. Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο σε τι ειδικότερα συνίσταται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της προεκτεθείσας πλημμέλειας πλήττεται αληθώς η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και το ποσοστό μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. Α΄του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται στην ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου. Εξάλλου, το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 ("Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", άρθρ. 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971) ορίζει στην παράγραφο 4 ότι "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.

Εξάλλου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού - που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου - υφίσταται υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στη περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνον την εκ της απομείωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, δεν θα αποκαθίστατο (Ολομ. ΑΠ 31/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές και διατυπώνονται με σαφήνεια στην απόφαση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δέχθηκε ότι: Με την υπ΄ αριθ. 1112224/8359/0010/98 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 903/11-11-98 Τ.Δ) και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων (τόμος 372 και α/α 937), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά ακίνητα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εθνικής Λεωφόρου Σταυρού - Ραφήνας, εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 141.850,80 τ.μ., που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Παλλήνης Αττικής, όπως αυτές εμφαίνονται με κλίμακα 1:500 στα με αριθμούς πινακίδων 1 έως 6 κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα της Δ/νσης Τοπογραφήσεων και απαλλοτριώσεων (Δ 12) Τμήμα Δ του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που συνέταξε η μηχανικός Χ και θεώρησε στις 18-6-1998 ο Δ/ντης Ψ.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων εκτάσεων είναι και η υπ' αριθ. Κτημ 127 ιδιοκτησία των αιτούντων. Ακολούθως με την υπ' αριθ. 1007248/670/0010/11-2-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (ΦΕΚ 141/25-2-2002 Τ.Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της ιδίας άνω λεωφόρου από χ.θ. 1 + 150 έως 2 + 300, χάριν των Ολυμπιακών αγώνων που θα εκτελούντο στην Αθήνα το 2004, έκταση συνολικού εμβαδού 106.748,96 τ.μ., που βρίσκεται στους Δήμους Παλλήνης και Σπάτων Αττικής και εμφαίνεται με κλίμακα 1:500 στα από Aυγούστου 2001 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δ 12/ τμήμα δ' του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία είχε συντάξει ο μηχανικός Ν και θεώρησε στις 25-9-2001 ο διευθυντής Ψ, όπως τα εν λόγω κτηματoλoγικά διαγράμματα συμπληρώθηκαν και διορθώθηκαν ακολούθως με τα από 12-12-02 και 13-3-03 όμοια, που συνέταξε η μηχανικός Ξ και θεώρησε ο ίδιος ανωτέρω Δ!ντής της Δ/νσης Δ 12 του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των ωφελουμένων παροδίων ιδιοκτητών, χαρακτηρίσθηκε δε ως κατεπείγουσα. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων εκτάσεων με την αμέσως ανωτέρω υπουργική απόφαση είναι και η υπ' αριθ. κτημ. 039Α ιδιοκτησία των αιτούντων. Και οι δύο απαλλοτριωθείσες εκτάσεις αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης έκτασης συνολικού εμβαδού 9.597,15 τ.μ.

Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου περιοχή του Δήμου Παλλήνης Αττικής και σε απόσταση 1000 μ. περίπου από το κέντρο της πόλης, 600 μ. περίπου από την Λεωφόρο Μαραθώνος και 300 μ. περίπου από την οδό Εθνικής Αντιστάσεως. Η περιοχή εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός από αποχέτευση.

Οι δρόμοι της περιοχής προς την πλευρά της Παλλήνης είναι ασφαλτοστρωμένοι. Πλησίον της απαλλοτριούμενης έκτασης βρίσκονται διάφορα ιδιωτικά σχολεία, όπως η σχολή ..., το Κολέγιο ..., και ... Την τελευταία οχταετία η όλη περιοχή έχει αρχίσει καίτοι αγροτικού χαρακτήρα, να αποκτά και οικοπεδικό ενδιαφέρον, ενώ παράλληλα έγινε πόλος έλξης για πολλές επιχειρήσεις, οι οποίες εγκαταστάθηκαν εκεί με τάση εμπορικής και επιχειρηματικής ανάπτυξης.

Στην υπ' αριθ. Κτημ. 127 ιδιοκτησία υπάρχει αμπελοφυτεία ποτιστική, πολύ καλής ποιότητας και απόδοσης και ένα πηγάδι διαμέτρου 3 μ. και βάθος 50 μ. με αντλία άρδευσης, ενώ στην υπ' αριθ. 39Α ιδιοκτησία υπάρχει αμπελοφυτεία, ομοίας καλλιέργειας και ποιότητας με την προηγούμενη. Ο μάρτυρας των αιτούντων προσδιορίζει την αξία: 400 - 500 € το τ.μ.

και την αμπελοφυτεία σε 100 € το τ,μ. Ο Αρχιτέκτων μηχανικός Ζ, με την από lουνίου 2004 τεχνική του έκθεση προσδιορίζει την αξία της εδαφικής έκτασης σε 400 450 € το τ.μ., των αμπελοφυτειών σε 100 € το τ.μ. και του πηγαδιού σε 10.000 € κατ' αποκοπή. Με τις υπ' αριθ. 9126/2000 και 5334/2003 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου και με κρίσιμους χρόνους την 12-11-99 και 6-9-02 και 13-5-03 προσδιορίστηκαν οριστικά τιμές μονάδας αποζημίωσης για εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν με τις ίδιες ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, σε 34.000 και 38.000 δρχ.

το τ.μ. με την πρώτη και σε 130 € τ.μ. με τη δεύτερη και για τις ποτιστικές αμπελοφυτείες προσδιορίστηκαν σε 20.000 δρχ. και 62 € το τ.μ. αντίστοιχα, ενώ με την πρώτη για πηγάδι προσδιορίστηκε αποζημίωση 500.000 δρχ. κατ' αποκοπή, Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η αξία της απαλλοτριουμένης έκτασης ανέρχεται σε 700 € το τ,μ., των αμπελοφυτειών σε 100 € το τ.μ.

και του πηγαδιού σε 10.000 € κατ' αποκοπή. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους επικαλούνται και προσκομίζουν την άνω τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Ζ, στην οποία έγινε αναφορά και τις υπ΄ αριθ. 4122/99, 4781/03, 3532/04 και 188/04 αποφάσεις του δικαστηρίου τούτου, οι οποίες με κρίσιμους χρόνους 30-5-97, 7-6-2002, 23-3-04 και 2-12-03 καθόρισαν οριστικά τιμές μονάδας αποζημίωσης για εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν για τη διάνοιξη της Λ.

Σταυρού - Ραφήνας, ήτοι για τον ίδιο με τις υπό κρίση απαλλοτριώσεις λόγο που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή, σε 65.000 δρχ., 150 €, 150 €, και 135 € το τ.μ.. Για την επικαλουμένη υπ' αριθ. 9126/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε λόγος παραπάνω. Οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 1155/95 και 1949/96 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν κρίνονται πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία γιατί έκριναν σε χρόνους που απέχουν πέραν της οχταετίας, από τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο.

Οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν το από Ιανουαρίου 2001 τιμολόγιο Α.Τ.Ο.Ε. (Ανάλυση Τιμών Οικοδομικών Εργασιών και λοιπών επικειμένων), που συνετάγη από τη μηχανικό Μ και με βάση τις τιμές του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, "Πρακτικό Επιτροπής Διαπίστωσης Τιμών Δημοσίων Έργων" για το Γ' τρίμηνο του 2000 όπου το πηγάδι προσδιορίζεται κατ' αποκοπή 1.450.000 δρχ.

Το καθού - ανταιτούν Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται τις υπ' αριθ. 9126/2000 και 5334/2003 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου που έκριναν για τις ίδιες απαλλοτριώσεις, στις δίκες των οποίων δεν έλαβαν μέρος οι αιτούντες, για τις οποίες (αποφάσεις) έγινε λόγος ανωτέρω. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, καθώς και εκείνα που δεν μνημονεύονται ειδικώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης, η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν μεταβολή αυτής, μετά τη δημοσίευση των άνω αποφάσεων για την απαλλοτρίωση και μόνον εξ αιτίας αυτής, συνακόλουθα η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορούν να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια ακίνητα, ανέρχεται για το έδαφος σε 140 € το τ.μ., για τις αμπελοφυτείες σε 65 € το τ.μ.

και για το πηγάδι σε 4.500 € κατ' αποκοπή. Ακόμη δέχθηκε και τα εξής : Από τη συνολική αρχική ιδιοκτησία των αιτούντων των 9.597,15 τ.μ., η οποία είναι εκτός σχεδίου πόλεως, ρυμοτομούνται συνολικά 7.812,36 τ.μ., ήτοι 1.099,40 τ.μ. με την πρώτη προαναφερομένη απαλλοτρίωση και 6.712.40 τ. μ. με τη δεύτερη (απαλλοτρίωση), και απομένουν δύο τμήματα εκτάσεως 978,49 τ.μ.

και 806,30 τ.μ.. Πριν την απαλλοτρίωση η έκταση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, αφού είχε εμβαδόν μεγαλύτερο των 4.000 τ.μ.. Τα εναπομείναντα τμήματα είναι ακανονίστου σχήματος. Δεν έχουν πρόσοψη σε οδό, ενώ πριν την απαλλοτρίωση το όλον ακίνητο είχε πρόσοψη μήκους 64,70 τ.μ. Το εμβαδόν του κάθε τμήματος δεν επιτρέπει την ανοικοδόμηση.

Για την οικοδομική εκμετάλλευση των ακινήτων στην περιοχή ισχύουν οι όροι του π.δ. της 5/13-12-79 (ΦΕΚ Δ 709/79) και του π.δ. της 6/17-10-78 (ΦΕΚ Δ 538/79), ως και του π.δ. της 24/31-5-85 (ΦΕΚ Δ 270/85), όπως τα δύο τελευταία έχουν τροποποιηθεί με το π.δ. της 29-12-89/22-10-90 (ΦΕΚ Δ 18/90). Βάσει των διαταγμάτων αυτών η κατά κανόνα αρτιότητα των εκτός ρυμοτομικών σχεδίων γηπέδων ανέρχεται σε 4.000 τ.μ.

τουλάχιστον και η κατά παρέκκλιση αρτιότητα σε 750 τ.μ., για τα υφιστάμενα κατά τις 12-11-1962, 1.200 τ.μ. για τα υφιστάμενα κατά τις 12-9-1964 και 2.000 τ.μ. για τα υφιστάμενα κατά τις 17-10-1978 με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του π.δ. της 24/31-5-85 (ελάχιστο πρόσωπο και βάθος). Τα εναπομείναντα τμήματα όπως προεκτέθηκε, δημιουργήθηκαν με τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, χωρίς πρόσωπο σε δρόμο και δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα ούτε κατά παρέκκλιση (βλ.

από lουνίου 2004 τεχνική έκθεση Αρχιτέκτονα μηχανικούΖ. Εξακολουθούν βέβαια να προσφέρονται για την καλλιέργεια αμπέλου, όπως και προηγουμένως, επηρεάζονται όμως δυσμενώς ως προς τη δυνατότητα αυτή και έτσι υφίστανται μείωση η οποία ανέρχεται σε 60% και κατά το ποσοστό αυτό πρέπει να υπολογισθεί η μείωση της αξίας των τμημάτων που απέμειναν.

Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω εδαφικών ενστάσεων σε 140 ευρώ ανά τ.μ. για το έδαφος, 65 ευρώ ανά τ.μ. για τις αμπελοφυτίες, 4.500 ευρώ για το πηγάδι και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα σε ποσοστό 60% της προσδιορισθείσας άνω αποζημίωσης.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα του καθορισμού της πλήρους αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης, και των επικειμένων καθώς και του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχτηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.

ΑΠ 17/2000), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει : 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ). 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και δη 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης, η δε αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500.000 δρχ..

Εντεύθεν παρέπεται ότι επί απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, η αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό αυτής, ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί της καθοριζόμενης αποζημίωσης, μη δυνάμενη να υπερβεί κατά δικαιούχο τα 2.500.000 δρχ. (7.336,78 ευρώ).

Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών Έργων προς το σκοπό επιτυχούς διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1-2 του Συντάγματος), αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών ΄Εργων η οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσίβλητου. Οτι αυτά περιλαμβάνουν "α) τα έξοδα που έγιναν για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) β) την αμοιβή του δικηγόρου των δικαιούχων για την παράσταση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (αρθ. 111 Κωδ.

Περί Δικηγ., ν. 3026/94) και γ) την αμοιβή του αυτού δικηγόρου για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταιτήσεως και των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου εκ ποσοστού 3% της αποζημιώσεως και 2% αυτής αν έχει καταθέσει μόνον προτάσεις (Ολ. Α.Π. 17/2000 Δνη 41. 958) (αρθ. 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κωδ. Περί Δικηγ.). Εξάλλου σύμφωνα με το νόμο 2730/99 στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων - 1 παρ. 16 ν. 2598/98 - η επιδικαζομένη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων της αποζημίωσης βαρύνει τον υπόχρεο.

Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Kώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατα όρια αμοιβής δικηγόρων κατά δικαιούχο τα 2.500.000 δρχ. (7.336,76 Ευρώ). Επομένως για την περίπτωση της απαλλοτρίωσης με την πρώτη προαναφερομένη απόφαση η αμοιβή θα υπολογισθεί σε 3% της αποζημίωσης και για την περίπτωση της απαλλοτρίωσης με την δεύτερη απόφαση που αφορά την εκτέλεση Ολυμπιακών Έργων η αμοιβή θα υπολογισθεί σε 1% της αποζημίωσης".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις η εφαρμογή δε εκείνων του Ν. 2730/1999 δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 22 παρ. 1 εδ. Β', 93 παρ. 4 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ διέλαβε αιτιολογία για τον κατά τα ανωτέρω διαφορετικό υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης και συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 6-12-2005 αίτηση των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 5170/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ