Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to violation of substantive law regarding inheritance mistake rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision of 2129/2021, finding it legally flawed. The appellant argued the lower court violated substantive inheritance law by failing to address whether the appellant was mistaken about the legal consequences of the inheritance deadline or the nature of the inheritance itself. The Court agreed, ruling that the lower court's judgment lacked the necessary reasoning on these critical substantive issues, thereby necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is admissible and the judgment must be remanded for retrial if the lower court violates substantive law by failing to address essential issues regarding the existence or nature of a mistake concerning the legal consequences of the inheritance deadline.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1816 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1816/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Ν. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1310/2017 οριστική που διορθώθηκε με την 1604/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, και 2129/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 2129/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 12-04-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 2129/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη δεκτή η από 24-04-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου - εναγόμενου και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 02-07-2020 αντέφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 1310/2017, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 1604/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 23-05-2016 αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημα ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας και απορριφθεί ως μη νόμιμο το αίτημα για την αναγνώριση της εγκυρότητας της από 15-02-2016 δήλωσης αποποίησης κληρονομίας, και (το Εφετείο) κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς το αίτημα ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας και απέρριψε αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 14-03-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα μέχρι την από 12-04-2022 κατάθεση της ένδικης αίτησης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.
Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε.
Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.
β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ.
β ΑΚ). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1851 ΑΚ η αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας είναι άκυρη αν έγινε από πλάνη ως το λόγο της επαγωγής.
Πλάνη ως προς το λόγο επαγωγής υπάρχει, όταν ο κληρονόμος έχει εσφαλμένη αντίληψη του γεγονότος (διαθήκη, συγγένεια, γάμος) συνεπεία του οποίου καλείται στην κληρονομία του αποβιώσαντος, ενώ τέτοιο θέμα δεν τίθεται όταν η αποδοχή ή αποποίηση είναι γενική. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες, ενώ η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν είναι ουσιώδης.
Δεν αποκλείεται, όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2 - 4 ΑΚ.
Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και η σχετική αγωγή είναι δυνατόν να στραφεί και κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 842/2022, ΑΠ 1041/2022, ΑΠ 827/2017).
Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία (ΑΠ 217/2023, ΑΠ 842/2022). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1857 εδβ περ. α, γ και δ του ΑΚ οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνεπάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης, ενώ κατά το άρθρο 1901 εδ.
α' ΑΚ ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας (ΑΠ 33/2023, ΑΠ 1041/2022). [3] Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.
Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βούλησης και δήλωσης, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς (Ολ ΑΠ 858/1990), υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται :
α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά το ΑΚ που επέρχεται, αμέσως, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 217/2023, ΑΠ 842/2022).
Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής, τελεσιδίκως, ώστε η, εν συνεχεία, αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Έτσι, αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο επαγωγής (ΑΠ 1496/2023, πρβλ.
ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1534/2011). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων - ενάγων, με την από 23-05-2016 αγωγή του, που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε α) την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, στην οποία προέβη, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας της αποβιώσασας, αδιάθετης, στις ...-2012, μητέρας του, Π.
χήρας Ν. Π., επικαλούμενος ως ουσιώδη πλάνη την άγνοιά του ως προς το κατά τον ΑΚ σύστημα κτήσης της κληρονομίας, αποδοχής, αποποίησης κληρονομίας και τις έννομες συνέπειες της παρόδου της προθεσμίας αποποίησης, και η ουσιώδης πλάνη του συνεχίστηκε μέχρι την, από 04-12-2015, οπότε άρθηκε από πληροφόρηση από τον δικηγόρο του, μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν της με αριθμ.
πρωτ. ...-2015 πρόσκλησης εκ μέρους του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας για χρέη της κληρονομουμένης από φόρο εισοδήματος συνολικού ποσού 120.278,02 ευρώ, και β) την αναγνώριση ως έγκυρης και εμπρόθεσμης της συνταχθείσας, στις 15-02-2016, δήλωσής του περί αποποίησης της κληρονομίας, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, που [νοηματικά] τελούσε με την αίρεση δικαίου της τελεσίδικης ακυρότητας της πλασματικής αποποίησης, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον για την άρση της αβεβαιότητας ως προς την ανυπαρξία κληρονομικού δικαιώματος επί της ανωτέρω κληρονομιαίας περιουσίας, με την τελεσίδικη ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμ. 1310/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 1604/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά το με στοιχείο -α- αίτημα ακυρώθηκε η πλασματική αποδοχή της ανωτέρω κληρονομίας, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμο για το με στοιχείο -β- αίτημα, με το αιτιολογικό ότι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 ΚΠολΔ είναι έννομες σχέσεις, ενώ η αποποίηση είναι ατελής μορφή έννομης σχέσης.
Το Εφετείο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση, με την από 24-04-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που ηττήθηκε ως εναγόμενο - φερόμενο δανειστής, και με την από 02-04-2020 αντέφεση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος κατά το ανωτέρω μέρος που ηττήθηκε (-β- αίτημα), απέρριψε την αντέφεση ως αβάσιμη, με το σκεπτικό ότι με το αίτημα αυτό "δεν ζητείται η αναγνώριση κάποιας έννομης σχέσης, αλλά της νομικής κατάστασης του αντεφεσείοντος, ότι δεν είναι νόμιμος κληρονόμος της μητέρας του, αναγνώριση, που, ....., δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής".
Έτσι, που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναγνώρισης της εγκυρότητας της συνταχθείσας, στις 15-02-2016, δήλωσής του περί αποποίησης της κληρονομίας, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με την (νοηματικά) αίρεση δικαίου της τελεσίδικης ακυρότητας της πλασματικής αποποίησης εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1847, 1848 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι η αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, με τη νομική αίρεση (condicio juris) τελεσίδικης ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο επαγωγής (ΑΠ 1496/2023, πρβλ.
ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1534/2011). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τη νομιμότητα του ανωτέρω αιτήματος, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. [1] Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ως προς το με στοιχείο -α- αίτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Π. χήρα Ν. Π., το γένος Σ. και Σ. Κ., από κοινού με τον ενάγοντα - υιό της, ήδη αναιρεσείοντα, είχαν καταπατήσει τρία ακίνητα στη θέση "..." του ..., τα οποία ανήκαν στην κυριότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Κατόπιν αγωγής που άσκησε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, το έτος ..., εκδόθηκε η με αριθμό 1816/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε την κυριότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος στα πιο πάνω ακίνητα. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με τη με αριθμό 6199/ 2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο ενάγων και η μητέρα του άσκησαν αίτηση αναίρεσης κατά της πιο πάνω απόφασης, αλλά τελικά παραιτήθηκαν από αυτήν, κατόπιν συμφωνίας τους με την Εκκλησία της Ελλάδος, για την οποία έλαβαν, ο καθένας ποσό 601.654/2 = 325.827 ευρώ, προκειμένου να μην υπάρχει καθυστέρηση στη διαδικασία πώλησης των ακινήτων αυτών από την Εκκλησία προς κυπριακές εταιρίες, οι οποίες επιθυμούσαν την οικιστική τους αξιοποίηση.
Η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε στα με αριθμούς ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ. Π., τα οποία συντάχθηκαν προς κατοχύρωση των κυπριακών εταιριών. Έτσι, σύμφωνα με το πρώτο από αυτά, ο ενάγων και η μητέρα του φέρονται ότι αγόρασαν από την Εκκλησία της Ελλάδος τα πιο πάνω ακίνητα και στη συνέχεια, με το δεύτερο, ότι τα πώλησαν στις κυπριακές εταιρίες.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι στις 21.7.2012 απεβίωσε στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", η Π. χήρα Ν. Π., το γένος Σ. και Σ. Κ., κάτοικος ... και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό ... τόμος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αιγίου. Στα πλαίσια φορολογικού ελέγχου η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, κάλεσε τον ενάγοντα, στις 4.12.2015, προκειμένου να δώσει πληροφορίες για την κληρονομιά της μητέρας του.
Ο τελευταίος, αρχικά, στις 23.12.2015, διευκρίνισε τα θέματα, για τα οποία κλήθηκε και, στις 5.1.2016, προσκόμισε αντίγραφα των κρίσιμων για την υπόθεση εγγράφων. Στη συνέχεια, η Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας εξέδωσε τη με αριθμό ....2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2010, με την οποία, αφού θεώρησε ως έσοδο από εμπορική συναλλαγή, το ποσό των 325.827 ευρώ που έλαβε η μητέρα του ενάγοντος, της καταλόγισε, ως διαφορά φόρου εισοδήματος το ποσό των 53.945,35 ευρώ, πλέον πρόσθετου φόρου ανακρίβειας 64.734,42 ευρώ, πλέον έκτακτης εισφοράς 1.598,25 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 120.278,02 ευρώ.
Κατά της πιο πάνω πράξης, ο ενάγων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του, άσκησε ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας του και της επαγωγής σ' αυτόν της κληρονομιάς της, δηλαδή στις 21.7.2012, γνώριζε την επαγωγή και το λόγο της σ' αυτόν επαγωγής, αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομιά αυτής και δεν προέβη σε πράξη αποποίησής της.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του, ότι τελούσε σε πλάνη για το λόγο της επαγωγής μέχρι τις 4.12.2015, οπότε κλήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας να παράσχει πληροφορίες για την κληρονομιά της μητέρας του, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Επίσης, πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του ότι στην πλάνη αυτή συντέλεσε και το χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, ως ανθρώπου που έχει λάβει τη στοιχειώδη μόρφωση, διότι η όλη του συναλλαγή με την Εκκλησία της Ελλάδος δηλώνει άτομο με εμπειρία στις συναλλαγές...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτό το αίτημα της αγωγής για την ακύρωση της πλασματικής, με την πάροδο της προθεσμίας αποποίησης, αποδοχής από τον αναιρεσείοντα της κληρονομίας της κληρονομούμενης, λόγω άγνοιας της προθεσμίας αποποίησης των έννομων συνεπειών αυτής, εξαφάνισε (το Εφετείο) την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημα και απέρριψε το αίτημα αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό μέρος, έκρινε ότι : 1) Ότι στις ...-2012 απεβίωσε, αδιάθετη, η κληρονομούμενη Π. χήρα Ν. Π., το γένος Σ. και Σ. Κ., και άφησε πλησιέστερο συγγενή αυτής τον υιό αυτής - ενάγοντα - εφεσίβλητο - αναιρεσείοντα. 2) Ότι ο αναιρεσείων - ενάγων, κατά το χρόνο του θανάτου της ανωτέρω κληρονομούμενης - επαγωγής σ' αυτόν της κληρονομίας της, δηλαδή στις ...-2012, γνώριζε την επαγωγή και το λόγο της σ' αυτόν επαγωγής της κληρονομίας, δηλαδή ότι κατέστη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του και αποδέχθηκε σιωπηρά την κληρονομία αυτής, μη προβαίνοντας σε πράξη αποποίησής της μέσα στην παραπάνω νόμιμη προθεσμία. 3) Ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι τελούσε σε πλάνη για το λόγο της επαγωγής μέχρι τις 04-12-2015, δηλαδή αν επήλθε εξ αδιαθέτου διαδοχή, οπότε κλήθηκε από τη Δ.Ο.Υ.
Γλυφάδας να παράσχει πληροφορίες για την κληρονομία της μητέρας του, είναι αβάσιμος, διότι είναι άτομο με εμπειρία στις συναλλαγές. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1857 παρ. 1, 2 και 3, 1847, 1850, 140 επ. ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα της κληρονομίας της αποβιώσασας, στις ...-2012, κληρονομούμενης Π.
χήρας Ν. Π., διότι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου πραγματικά περιστατικά, και δη, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αρκέστηκε στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων κατά τον άνω χρόνο του θανάτου της κληρονομούμενης γνώριζε την επαγωγή και το λόγο της προς αυτόν επαγωγής της κληρονομίας χωρίς να αποφανθεί ότι δεν υπήρξε ουσιώδης πλάνη στον αναιρεσείοντα περί το δίκαιο για την αποδοχή, αποποίηση κληρονομίας και τις έννομες συνέπειες της παρόδου της προθεσμίας αποποίησης ή ότι η πλάνη του αναιρεσείοντος αφορούσε το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομίας.
Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο ως προς το αυτό παραπάνω ουσιώδες ζήτημα παραβίασε εκ πλαγίου τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, 1) διότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες για την ύπαρξη ή μη ουσιώδους πλάνης στον αναιρεσείοντα περί το δίκαιο της αποδοχής, αποποίησης κληρονομίας και των έννομων συνεπειών της παρόδου της προθεσμίας αποποίησης, και σε περίπτωση ύπαρξης αν ήταν εξακολουθητική ή μη, και επί πλέον σε περίπτωση ύπαρξης εξακολουθητικής πλάνης το χρόνο άρσης αυτής.
και 2) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων ήταν άτομο με εμπειρία στις συναλλαγές δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο αναιρεσείων γνώριζε ή όχι το σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά το ΑΚ και αν τελούσε ή όχι μόνο σε άγνοια της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης, και σε καταφατική περίπτωση αν η άγνοιά του ήταν εξακολουθητική ή όχι, και σε περίπτωση εξακολουθητικής άγνοιας, το χρόνο που άρθηκε η πλάνη του ή, τέλος, αν η πλάνη του αφορούσε το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομίας.
Επομένως, ο, από τον αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν.
IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των ανωτέρω, κατά τα οικεία μέρη αυτών, γενόμενων δεκτών ως βάσιμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκαταβληθέντος απ' αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα αναιρεσείοντος, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2129/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ