Legislator Case Law & Legislation
1816/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to procedural error in declaring first-instance judgment non-final.

Case Number 1816/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the appeal on procedural grounds. The lower court incorrectly declared the first-instance judgment non-final because it had declared the lawsuit void due to withdrawal, whereas the Supreme Court found the first-instance judgment was final and appealable. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's ruling and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299, 309 of the Code of Civil Procedure; A judgment declaring a lawsuit void due to withdrawal constitutes a final judgment allowing appeal, and a lower court's declaration of such a judgment as non-final is a procedural error warranting the appeal's admissibility.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure final judgment void lawsuit withdrawal of claim procedural error remand for retrial admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 309 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1816 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1816/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Α.,κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Μ. Λ. του Δ., κατοίκου ... Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασπασία Παπαγρηγορίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3232/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1300/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. 10292/7-9-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π.

Μ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 19-4-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ε.

Μ.. Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό: α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους.

Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών της διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309, 321 και 539 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι οριστική απόφαση, είτε του πρωτοβαθμίου είτε του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής και απεκδύει το δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα (ΑΠ 709/2018), έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ανάκλησή τους (άρθρο 309 εδ.

α' ΚΠολΔ). Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και μόνο στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας για την παραδοχή ή απόρριψη του εξεταζόμενου αιτήματος ή δικαιώματος (ΑΠ 964/2020).

Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97, 98, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της, και επομένως εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες της ασκήσεώς της (ΑΠ 707/2011). Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (ΑΠ 915/2020, ΑΠ 1287/2011).

Η ως άνω παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας, που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή και έχει την έννοια παραίτησης από τη δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας προς έκδοση απόφασης στη συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 337/2021, ΑΠ 781/2020, 138/2014).

Ανατρέπονται, δηλαδή, εξ υπαρχής μόνο τα αποτελέσματα που επήλθαν με και από την άσκησή της, όπως π.χ. η εκκρεμοδικία (ΑΠ 947/2012, ΑΠ 683/1988). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής συνιστά αμιγή διαδικαστική πράξη και λόγω του δικονομικού της χαρακτήρα δεν υπόκειται σε προσβολή λόγω ελαττωμάτων της βουλήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκείται καταχρηστικώς και κατ' αρχήν δεν μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά η αναγνώριση της ακυρότητάς της, ούτε υφίσταται δυνατότητα ανακλήσεώς της.

Αναγκαία συνέπεια των προαναφερομένων είναι ότι η απόφαση του Δικαστηρίου περί κήρυξης καταργημένης της εκκρεμούς δίκης, λόγω παραιτήσεως του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, είναι οριστική και το δικαστήριο αποξενώνεται κάθε εξουσίας επ' αυτής, γεγονός, το οποίο, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με το ότι η παραίτηση δεν θίγει την ίδια την υπόσταση της αγωγής, αλλά απλώς ανατρέπει, όπως εκτέθηκε, αναδρομικά τις δικονομικές και ουσιαστικές έννομες συνέπειες που επάγεται η άσκησή της, γι' αυτό και ο ενάγων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει ομοίου περιεχομένου αγωγή, όχι όμως να επαναφέρει με κλήση τη θεωρηθείσα ως μη ασκηθείσα.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αγωγής δύναται να παραιτηθεί από τη διαδικαστική πράξη της κλήσεως - που συνετάγη κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου της - προς τον αντίδικό του για παράστασή του κατά τη συζήτηση της αγωγής.

Η αναγνώριση του δικαιώματος της κλήσης προς συζήτηση στο διάδικο είναι συνυφασμένη με τη διατήρηση της εξουσίας διάθεσής της από τον ίδιο (ΑΠ 792/2021).

Συνεπώς, η νομοτύπως γενομένη παραίτηση από την κλήση προς συζήτηση, η οποία έχει και αυτοτέλεια, έχει ως συνέπεια ότι αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξεως (ΑΠ 787/2019, ΑΠ 1295/2018, ΑΠ 1223/2017), με αποτέλεσμα να καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση, για την οποία ασκήθηκε, αφού δεν υπάρχει εισαγωγικό δικόγραφο γι' αυτήν (ΑΠ 614/1999) και, συνεπώς, δεν αποκλείεται επανεισαγωγή της αγωγής σε νέα δικάσιμο. Σε αντίθεση, λοιπόν, με την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, όπου η απόφαση είναι οριστική, η παραίτηση από την κλήση είναι μη οριστική, αφού, κατά τα ανωτέρω, συνέπεια αυτής είναι το απαράδεκτο της συζήτησης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 354/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθ. κατάθεσης 17320/2013 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του υπ' αριθ. ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη και της υπ' αριθ. 5819/2008 συμπληρωματικής πράξεως παραχωρήσεως αποκλειστικής χρήσεως θέσεως σταθμεύσεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει των οποίων μεταβιβάσθηκε η ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της ανήκουσας στο ανωτέρω διαμέρισμα θέσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτου, λόγω πωλήσεως, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης στη δεύτερη αναιρεσίβλητη-εναγομένη.

Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 12-11-2015 η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε. Στη συνέχεια με την από 15-12-2015 κλήση του ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση της αγωγής, ορίσθηκε δε δικάσιμος η 18-1-2018. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο αναιρεσείων εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κλήσεως, με την οποία είχε επισπεύσει τη συζήτηση της αγωγής, δήλωση η οποία καταχωρήθηκε νομότυπα στα πρακτικά της συζήτησης.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3232/2018 απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω παραίτηση αποτελεί παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και κήρυξε καταργημένη την εκκρεμή δίκη επ' αυτής. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 27-11-2018 έφεσή του προβάλλοντας ως λόγο έφεσης ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θεώρησε μη ασκηθείσα την από 25-1-2013 αγωγή του και κήρυξε καταργημένη την εκκρεμή δίκη (υπολαμβάνοντας την κρινομένη παραίτηση ως παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής), έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 294 εδ.

α, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, ενώ κατ' ορθή κρίση έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, εφόσον αυτός είχε παραιτηθεί μόνον από το δικόγραφο της από 15-12-2015 κλήσης προς συζήτηση της αγωγής. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ωστόσο ναι μεν από την επισκόπηση των πρακτικών της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζητήσεως αποδεικνύεται ότι πράγματι ο εκκαλών παραιτήθηκε όχι από το δικόγραφο της από 25-1-2013...

αγωγής αλλά από το δικόγραφο της από 15-12-2015... αιτήσεως-κλήσεως, με την οποία εφέρετο προς συζήτηση η ως άνω αγωγή, εντεύθεν δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κηρύσσοντας καταργημένη τη δίκη επί της αγωγής λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής και όχι απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, όντως έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση, καθ' ο μέρος απαγγέλλει την κατάργηση της δίκης επί της από 25-1-2013 αγωγής, την οποία θεωρεί ως μη ασκηθείσα, δεν είναι οριστική και ως εκ τούτου δεν προσβάλλεται παραδεκτώς κατά το υπό έρευνα κεφάλαιο αυτής με το τακτικό ένδικο μέσο της εφέσεως, καθ' όσον το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με το διαλαμβανόμενο αίτημα παροχής έννομης προστασίας του εκκαλούντος, δεχόμενο ή απορρίπτον αυτό, εν όλω ή εν μέρει...

Μετά ταύτα ο προκείμενος πρώτος λόγος της υπό κρίσης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος" Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι μη οριστική η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε καταργημένη τη δίκη επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η δηλωθείσα από τον τελευταίο παραίτηση από την κλήση αποτελεί παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αφού σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη επί της αγωγής ήταν οριστική απόφαση, περατώσασα τη δίκη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και έτσι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να ασκήσει κατ' αυτής έφεση.

Επομένως, το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων η προσβαλλομένη κήρυξε απαράδεκτο τον λόγο της εφέσεως, χαρακτηρίζοντας μη οριστική την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί κηρύξεως ως καταργημένης της δίκης, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (αρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1300/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ