Legislator Case Law & Legislation
1816/2017 AI generated

1816/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1816/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1816/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο, και εκδόθηκε η 1810/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1816 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1816/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Ά. χήρας Π. Λ., το γένος Ν. Β., κατοίκου ... 3. Α. θυγ. Π. Λ., κατοίκου ... 4.Γ. Λ. του Π., κατοίκου ... 5.Ν. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 6.Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 7.Μ. χήρας Ι. Θ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8.Δ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 9.Κ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 10.Ν.

Α. του Σ., κατοίκου ..., 11.Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., 12.Σ. χήρας Ε. Δ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., 13. Μ. χήρας Π. Κ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ...,14. Ά. συζ. Γ. Π., η οποία απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει με δήλωσή της η εκ διαθήκης κληρονόμος της Μ. Π. Κ., κάτοικος ... 15. Γ. χήρας Α. Ν., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 16.

Ι. Λ. του Α., ο οποίος απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει με δήλωσή της η εκ διαθήκης κληρονόμος της α)Χ. Λ. του Ι., κάτοικος ..., 17.Γ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 18. Ε. συζ. Θ. Σ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 19. Ν. χήρας Κ. Τ., το γένος Α. Λ., η οποία απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν με δήλωσή τους οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α)Γ.

Τ. του Κ., κάτοικος ... και β)Π. Τ. του Κ., κάτοικος ... 20. Β. χήρας Δ. Λ., η οποία απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν με δήλωσή τους οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 21η και 22ος των αναιρεσειόντων 21.Μ. Λ. του Δ. και Β., κατοίκου ..., 22.Ν. Λ. του Δ., κατοίκου .... Οι 1ος 2η 3η 4ος 5ος 6ος 8η 9η 10ος 11ος 12η 13η 15η 16α 17ος 18ος 19α 19β εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο Μόσχα Κωτσέλη, η οποία υπεισήλθε στη θέση της 14ης αναιρεσείουσας και παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, οι 21η και 22ος παραστάθηκαν ατομικά και ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης 20ης αναιρεσείουσας και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια δικηγόρο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Γεωργία Καφήρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1994 αγωγή των αρχικώς εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 218/2005 του Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο, και εκδόθηκε η 1810/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου.

Εκδόθηκε η 209/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντας με την από 20-7-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 22-4-2015 έκθεσή της, και την από 10-3-2016 συμπληρωματική αυτής με τις οποίες εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η 7η αναιρεσείουσα Μ. χα Ι. Θ., το γένος Δ. Κ. δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Αυτή, όπως προκύπτει από τις εγγραφές των οικείων πινακίων, είχε παρασταθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 6.5.2015, καθώς και κατά τις μετ’ αναβολή ορισθείσες δικασίμους της 2.12.2015, 2.3.2016 και 7.12.2016, κατά την τελευταία από τις οποίες η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο.

Ενόψει της αναβολής της συζητήσεως δεν τίθεται θέμα επίσπευσης, η δε εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Επομένως η συζήτηση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 576 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της εν λόγω αναιρεσείουσας και ως αυτή να ήταν παρούσα.

Εξάλλου η αναιρεσείουσα αυτή και οι θυγατέρες της 8η και 9η των αναιρεσειουσών Δ. και Κ. Θ. άσκησαν την κρινόμενη αναίρεση ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συζύγου και πατέρα τους Ι. Θ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 1.7.2014, ήτοι πριν από την άσκηση της αναίρεσης που έλαβε χώρα στις 30.7.2014. Πλην όμως στις 25.2.2015 και με το υπ’ αριθμ. 126 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δημοσιεύθηκε η από 10.9.2009 ιδιόγραφη διαθήκη του εν λόγω αποβιώσαντος, με την οποία αυτός εγκατέστησε κληρονόμους του στο ένδικο ακίνητο μόνο τις θυγατέρες του, που αποδέχθηκαν την κληρονομιά, με την υπ’ αριθμ. ...22.6.2015 δήλωση ενώπιον του συμβ/φου Πειραιά Γ.

Σ. και συνακόλουθα αυτές και μόνο (8η και 9η των αναιρεσειουσών) νομιμοποιούνται για την άσκηση της αναιρέσεως, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι αναφορικά με το ένδικο ακίνητο, του αρχικά ενάγοντα πατέρα τους.

Επειδή μετά την άσκηση της αναίρεσης που όπως έχει ήδη αναφερθεί έλαβε χώρα στις 30.7.2014 απεβίωσαν η 14η αναιρεσείουσα, ο 16ος, η 19η και η 20η, μετά δε την βιαίως εκ του λόγου αυτού διακοπείσα δίκη, αυτή (δίκη) επαναλαμβάνεται από τους κληρονόμους τους που προσκομίζουν τα οικεία νομιμοποιητικά έγγραφα. Ειδικότερα στη θέση της 14ης αναιρεσείουσας ‘ Α.

συζ. Γ. Π., που απεβίωσε στις 30.12.2015 υπεισήλθε και συνεχίζει τη δίκη η εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμος της Μ. Π. Κ. (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../31.12.2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Νέας Χαλκηδόνας Αττικής και τη νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ’ αριθμ. 31/5.2.2016 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας από 15.12.2012 ιδιόγραφη διαθήκη).

Στη θέση του 16ου αναιρεσείοντος Ι. Λ. του Α., που απεβίωσε στις 20.7.2016 υπεισήλθε και συνεχίζει τη δίκη η εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμος και θυγατέρα του Χ. Λ. του Ι. (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../21.7.2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Κερατσινίου και τη νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ’ αριθμ. .../21.10.2016 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 20.10.2007 ιδιόγραφη διαθήκη).

Στη θέση της 19ης αναιρεσείουσας Ν. χήρας Κ. Τ., που απεβίωσε στις 5.12.2016 υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη τα δύο παιδιά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι η Γ. Τ. του Κ. και ο Π. Τ. του Κ. (βλ. υπ’ αριθμ. ...6.12.2016 του Ληξιάρχου Κερατσινίου, το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../22-9-2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και το υπ’ αριθμ. ...15.9.2017 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης).

Στη θέση της 20ης αναιρεσείουσας Β. χας Δ. Λ., που απεβίωσε στις 4.11.2016 υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη τα δύο παιδιά της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της, ήτοι η Μ. Λ. του Δ. και Ν. Λ. του Δ. (βλ. το από 5.11.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξίαρχου Αίγινας, το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../11.11.2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αίγινας και το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ....11.2016 του Ειρηνοδικείου Αίγινας περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης). Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17/29-11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος, που είχε ισχύ νόμου.

Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι για τα δάση του δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας μέχρι της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από καμμιά όμως διάταξη του δικαίου αυτού ή άλλου νεώτερου νόμου, από αυτές (διατάξεις) που ίσχυσαν μέχρι τις 26.11.1926, οπότε τέθηκε σε ισχύ το Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι τα δημόσια κτήματα και οι δημόσιες γενικά δασικές εκτάσεις ήταν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ούτε ότι το Δημόσιο εθεωρείτο, κατά πλάσμα του νόμου ότι διατηρεί σ’ αυτά νομή, παρά την υλική εξουσίασή τους από τρίτα πρόσωπα.

Αντίθετα από τις διατάξεις του προϊσχύοντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν.8 παρ.1 κωδ.7.39, ν.9 παρ’ .1 πανδ (50.14), ν.2 παρ.20 πανδ. (41.4), ν.6 πρ. πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 (18.1) ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 του Ν.21.6/6.3.1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι στα δημόσια κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, ήταν επιτρεπτή η από ιδιώτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος αυτός (ιδιώτης) δεν προσβάλλει, κατ’ ουσίαν, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 Πανδ. (5.8), 27 (Πανδ (18.1), 10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ (41.10) και 109 Πανδ (50.16), καθώς και με διάνοι κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (ν.18, 24 παρ.1 (41.3) παρ.9 Εισ. (2-9) ν.2 Κωδ. (7.30) βας.50.10).

Όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται εφεξής, σε καμμιά παραγραφή, η δε παραγραφή που άρχισε δεν έχει καμμιά συνέπεια, εάν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν συμπληρώθηκε η 30ετής, κατά τους προϊσχύοντες νόμους, παραγραφή.

Με τη διάταξη αυτή αποκλείστηκε έκτοτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η κτητική παραγραφή, δηλαδή η έκτακτη χρησικτησία λαμβανομένου δε υπόψη ότι η λήξη κάθε παραγραφής δικαιώματος του αστικού δικαίου ανεστάλει με τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του Ν.ΒΞΗ/1912 μέχρι της χρονολογίας εκδόσεως του ανωτέρω ΝΔ, έπεται ότι η απόκτηση κυριότητας σε δημόσιο κτήμα με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 12.9.1915.

Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εάν δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν.ΑΞΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" που περιελήφθηκε ως άρθρο 57 στον Ν.3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", ως δάσος θεωρείται κάθε έκταση, η οποία μερικώς ή εξ ολοκλήρου καλύπτεται από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων δασικών προϊόντων, ενώ δασικά εδάφη, θεωρούνται και οι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και συστατικό τους μέρος.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 του Ν.4178/1929, 1 του ΑΝ 86/1969 και 3 του Ν.998/1979, που ίσχυσαν μεταγενέστερα στην έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις που καλύπτονται από αραιή ή πενιχρή υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε δασικής διάπλασης, καθώς και οι εντός των εκτάσεων αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.3208/2003 που απαιτούν περισσότερα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό του δάσους έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις υπ’ αριθμ.32/2013 και 34/2013 αποφάσεως της Ολομέλειας του ΣτΕ.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή καθιδρύει αυτοτελή αιτία κτήσεως κυριότητας του Δημοσίου, εφ’ όλων των ακινήτων που είχαν την ιδιότητα του λειβαδιού και αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προνααφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο, (βλ.

και Ολ.ΑΠ 1/2013) χωρίς όμως να καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από α)το άρθρο 1 παρ.2 του Ν.ΚΘ της 31-1/18.2.1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β)από το άρθρο 3 του Ν.ΨΗΣ/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Περαιτέρω, από τις προεκτεθείσες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.21-6/3.7.1837, 21 του ΝΔ της 22.4/18.5.1926, 60 του Ν ΣΟΖ’ /1855 και 12 παρ.1 του Ν. ΔΝΖ’ /1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11.9.1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της κτηθείσας με αυτήν κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του Ν.3077/1924 "περί δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του Ν.4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.ν.1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν.192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ΝΔ 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ’ αυτών καμμιά πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κ.λπ.

ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής της αναιρεθείσας στο σύνολό της υπ’ αριθμ.218/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (που είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσειόντων) μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική και από κληρονομική διαδοχή αγωγή κυριότητας των αναιρεσειόντων (οι οποίοι είτε είναι αρχικοί ενάγοντες, είτε έχουν υπεισέλθει στη θέση εναγόντων ως κληρονόμοι τους) επί του κειμένου στη Μήλο επιδίκου ακινήτου και του προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμού του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου επ’ αυτού, ως εν μέρει δασικού και εν μέρει χορτολιβαδικού, καθώς και του ισχυρισμού των εναγόντων περί χρησιδεσποτείας του επιδίκου από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους κατά την προηγηθείσα της 11.9.1915 τριακονταετία. "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." του ..., έχει έκταση, κατά μεν τους τίτλους κτήσεως 615 στρέμματα, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 438.555 τετραγωνικά μέτρα και απεικονίζεται στο από Ιούλιο 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Β. υπό τα στοιχεία .... Το εν λόγω ακίνητο έχει τη μορφή χερσονήσου και συνορεύει βόρεια με τη βραχώδη ακτή της ..., νότια και δυτικά με τη βραχώδη ακτή της ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Δ. και νοτιανατολικά με ιδιοκτησίες Ε. Δ., Ι. Β. και Θ. Κ.. Το εν λόγω ακίνητο κατά τους ενάγοντες αποτελεί ενιαίο ακίνητο προερχόμενο από δύο επιμέρους ακίνητα ευρισκόμενα στη θέση "..." και συγκεκριμένα από ένα ακίνητο, εκτάσεως (κατά τους τίτλους κτήσης του) 600 στρεμμάτων που συνόρευε περιμετρικά με ιδιοκτησία Ρ.Ζ., χερσάμπελο Γ.Β., με άμπελο Α.

Μ. και Α. Μ. και με την παραλία της ..., δυτικά και μεσημβρινά με ελαιόφυτο Σ.Δ. και ελαιόφυτο ..., με δρόμο επεκτεινόμενο μέχρι την παραλία της ... και θάλασσα και ένα ακίνητο (όμορο του προηγούμενου) εκτάσεως 15 στρεμμάτων που περιείχε 13 ελαιόδενδρα και συνόρευε περιμετρικά με ιδιοκτησία Α.Κ., Γ. Ρ., Α. Μ. και με το προαναφερόμενο ακίνητο και τα οποία περιήλθαν στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ι.

Λ. το μεν πρώτο δυνάμει του υπ’ αριθ. ...18-4-1918 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Μήλου Ι. Ν. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο ... από αγορά από ην Φ. Κ., το δε δεύτερο δυνάμει του υπ’ αριθ. .../11-10-1920 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μήλου στον τόμο ...

από αγορά από τους Ι. και M. Β.. Η ως άνω επίδικη έκταση αποδείχθηκε ότι κατά το μεγαλύτερο τμήμα της εμβαδού 266.293 τ.μ. ήτοι κατά τα 2/3 περίπου αυτής, αποτελεί χορτολιβαδική βραχώδη έκταση καλυπτόμενη από χαμηλή βλάστηση όπως ασπάλαθους, θυμάρι, αστοιβή κ.λ.π. και από άγονες και βραχώδεις εκτάσεις, ενώ κατά ένα μικρότερο μέρος εμβαδού 172.260 τ.μ.

ήτοι κατά το 1/3 περίπου αυτής, καλύπτεται από δασική βλάστηση και συγκεκριμένα από σχίνους και φίδες. Η δασική αυτή έκταση βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου ακινήτου και αποτυπώνεται στο από Ιούλιο 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Β., που προσκομίζει το εναγόμενο υπογεγραμμένο από την Διευθύντρια Δασών Ά.

Α., με τα στοιχεία ... ενώ η χορτολιβαδική έκταση αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό με τα στοιχεία ..., ... .... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η παραπάνω δασική έκταση καλύπτεται από ξυλώδη, θαμνώδη και ποώδη βλάστηση σε ποσοστό 20-30% αποτελούμενη από σχίνους και φίδες, ενώ η υπόλοιπη έκταση καλύπτεται με ποώδη χορτολιβαδικά είδη, όπως ασπάλαθους, θυμάρι, αστοιβή, θρούμπη κ.λ.π.

πυκνότητας 65% που ήταν κατάλληλη για την βόσκηση ζώων, ενώ άλλα τμήματα αυτής είναι άγονα και βραχώδη, όλο δε το επίδικο έχει κλίση εδάφους 20 έως 80% κατά τόπους και δεν εμφάνιζε ίχνη προηγούμενης διαφορετικής χρήσης και μάλιστα αγροτικής, ως καλλιεργούμενης έκτασης. Ο χαρακτήρας αυτός της επίδικης έκτασης προέκυψε κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου Γ.

Ν. και Κ. Κ., δασολόγων, οι οποίοι διενήργησαν επιτόπια αυτοψία του επιδίκου το έτος 1993 μετά από αίτημα που υποβλήθηκε στην υπηρεσία τους, τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, από μία εκ των εναγόντων την Σ. Δ. για χαρακτηρισμό του επιδίκου. Κατά την επιτόπια θεώρηση του επιδίκου οι ως άνω δασολόγοι διαπίστωσαν ότι το επίδικο αποτελεί κατά ένα μέρος δάσος και κατά ένα μέρος χορτολιβαδική έκταση, άποψη την οποία εξέφρασαν και με το υπ’ αριθμ. .../30-9-1993 έγγραφό τους προς την παραπάνω υπηρεσία τους.

Η άποψη αυτή των μαρτύρων πέραν από την επιτόπια θεώρηση του επιδίκου στηρίχθηκε και στην ερμηνεία από αυτούς των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1982, στις οποίες, σύμφωνα με τους ίδιους, η εικόνα του επιδίκου είναι παρόμοια με αυτή που διαπίστωσαν το έτος 1993. Από το γεγονός ότι διαπιστωμένα το έτος 1945 το επίδικο είχε το χαρακτήρα της δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης (κατά τα προαναφερόμενα τμήματα), σε συνδυασμό με το ότι δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις (βαθμίδες, αναλημματικοί τοίχοι, κελιά κ.λ.π.) που να υποδηλώνουν ότι είχε το χαρακτήρα καλλιεργούμενης έκτασης, αλλά και από την περιγραφόμενη ανωτέρω φύση του μέρους του όλου ακινήτου ως άγονο και βραχώδες, τη σημαντική κλίση του εδάφους του, που δεν επέτρεπε την καλλιέργεια παρά μόνο σε πολύ μικρά τμήματα αυτού κυρίως στις λίγες επίπεδες εκτάσεις και σε κοιλώματα, η μόνη σωζόμενη στην ιστορική μνήμη μορφή του ήταν ανέκαθεν εκείνη της δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης.

Επομένως, επρόκειτο υπό νομική έννοια για δασική έκταση κατά τα 172.260 τ.μ. και για χορτολιβαδική κατά τα 266.293 τ.μ., όπως βασίμως κατ’ ουσίαν ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και εν προκειμένω ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσής του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπό την έννοια ότι καλυπτόταν (ως προς το δασικό τμήμα) εν όλω από τα ανωτέρω σημαντικής πυκνότητας με ξυλώδη κορμό φυτά (σχίνα και φίδες) αποτελούντων οργανικό σύνολο, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούσαν ως, κατά τα εκτεθέντα, εκ της μεταξύ τους αποστάσεως, πυκνότητας και αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον.

Ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δάσος ή λειβάδι, αλλά ήταν αγρός καλλιεργούμενος με κηπευτικά, αμπέλι και κριθάρι δεν κρίνεται βάσιμος. Άλλωστε κι αν γίνει δεκτό ότι ορισμένα τμήματα του επιδίκου καλλιεργούνταν με τα παραπάνω είδη δεν αναιρείται ο προαναφερόμενος χαρακτήρας του (επιδίκου), ενόψει του ότι τα τμήματα αυτά ήταν πολύ μικρής έκτασης σε σχέση με την όλη έκταση του επιδίκου και οι πράξεις αναφέρονται για χρόνο μετά το έτος 1915.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπό την ιδιότητα της δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων.

Τούτο δε γιατί οι ίδιοι δεν επικαλούνται την τοιαύτη ιδιότητα του (επιδίκου), αλλά αντίθετα υποστηρίζουν ότι αυτό αποτελεί κατά κύριο λόγο αγροτική Καλλιεργούμενη έκταση και ούτε αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτών (εναγόντων) άσκησαν πράξεις νομής με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση αυτών ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα τρίτου σ’ αυτό και διάνοια κυρίου επί τριάντα έτη προ της 11-9-1915.

Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Π. Ζ. από το έτος 1850 ή έστω από το έτος 1885 νεμόταν το επίδικο ασκώντας επ’ αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του ως δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης πράξεις νομής ήτοι ξύλευση, υλοτομία ή βόσκηση των ζώων του μέχρι το έτος 1892, οπότε το μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην Φ.

Κ. και ότι η τελευταία συνέχισε να νέμεται αυτό ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής με το δικαιοπάροχό της μέχρι το έτος 1918, που το μεταβίβασε στον Ι. Λ., δηλαδή ότι άσκησαν επ’ αυτού πράξεις νομής ικανές κατά το δίκαιο που ίσχυε μέχρι το έτος 1915, να στηρίξουν νομή δάσους και λειβαδίων και κατά συνέπεια να δημιουργήσουν προϋποθέσεις χρησικτησίας.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων σχετικά με το ζήτημα αυτό δεν κρίνονται πειστικές, αφού αυτοί γενικά και αόριστα κατέθεσαν ότι τις πράξεις νομής που ασκούσε στο επίδικο ο Ι. Λ. από το έτος 1918 κι εντεύθεν, ήτοι ότι καλλιεργούσε ορισμένα τμήματα με οπωροκηπευτικά, άλλο με αμπέλι και άλλο με κριθάρι ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοί του Φ.

Κ. και Π. Ζ., χωρίς ωστόσο να προσδιορίζουν χρονικά μέχρι πότε πριν από το 1915 ασκούνταν οι πράξεις αυτές νομής, ώστε να διαπιστωθεί η συμπλήρωση της τριακονταετίας, οι οποίες (πράξεις νομής) σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ικανές, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, να στηρίξουν νομή δασολείβαδου. Επομένως, δεν αποδείχθηκε κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων λόγω συμπληρώσεως τριακονταετούς χρόνου έκτακτης χρησικτησίας, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, μέχρι την 11-9-1915 από την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ.

Κ., ώστε να καταλυθεί η υπάρχουσα δυνάμει των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων κυριότητα του Δημοσίου επί της δασικής και χορτολιβαδικής αυτής έκτασης, όπως ήταν δυνατή σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Επομένως, και ο Ι. Λ. που αγόρασε το επίδικο από την Φ. Κ. με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού, αφού η δικαιοπάροχός του δεν είχε αποκτήσει κυριότητα μέχρι την 11-9-1915 και ως εκ τούτου και οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, αφού ο άμεσος, αλλά και απώτερος δικαιοπάροχός τους, δεν ήταν κύριος.

Οι ανωτέρω παραδοχές περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημόσιας δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης, επί της οποίας δεν απέκτησαν ποτέ δικαίωμα κυριότητας οι ενάγοντες, δεν αναιρούνται ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι το επίδικο αυτό ακίνητο περιέχεται, όπως και οι διορισθέντες από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονες Π.

Η. και Ι. Κ. Πολιτικοί Μηχανικοί αποφαίνονται με την ως άνω έκθεσή τους, στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας, αφού δεν καθιερώνεται από το νόμο τέτοιο τεκμήριο ώστε εξ αυτού του γεγονότος να λαμβάνει την ιδιότητα της ιδιόκτητης έκτασης. Επίσης δεν αναιρούνται τα παραπάνω και από το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι.

Λ. από το έτος 1918 κι εντεύθεν ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου, όπως, κατά κύριο λόγο, βόσκηση των ζώων του καθώς ήταν ποιμένας στο επάγγελμα, καλλιέργεια μικρών τμημάτων αυτού με κριθάρι για τα ζώα του, κηπευτικά και αμπέλι και τη διατήρηση εντός αυτού τυροκομείου, μαντρών για τα ζώα, στέρνας και φούρνου, αφού μετά την 11-9-1915 δεν μπορούσε να χρησιδεσπόσει έναντι του Δημοσίου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το επίδικο μόνο κατά την έκταση των 172.262 τ.μ. αποτελεί δασική έκταση και εξ αυτού του λόγου ανήκει στο Δημόσιο, ενώ κατά την υπόλοιπη έκταση ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων και έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βασίμως κατ’ ουσίαν ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσής του το εκκαλούν, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτως υποστηριζομένων από τους ενάγοντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσέως τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, ως εκ περισσού και κατά το μέρος που έμεινε αλώβητη από την έφεση των αναιρεσειόντων, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή.

Ειδικότερα η έφεση των τελευταίων αφορούσε στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης που απέρριπτε την αγωγή και το οποίο αυτοί, ως ηττηθέντες διάδικοι, ενομιμοποιούντο να εκκαλέσουν (αρθρ.516 παρ.1 ΚΠολΔ), ήτοι η έφεση αφορούσε στο τμήμα του επιδίκου των 172.260 τμ, που με την εκκαλουμένη και κατά παραδοχή του οικείου περί κυριότητας ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου είχε θεωρηθεί ως δασικό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ.1 και 2 του Ν.998/1979 καθώς και των προϊσχυσάντων και αναφερομένων στη νομική σκέψη νόμων και ως έχον την ιδιότητα αυτή και πρό της ενάρξεως ισχύος του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", ανήκον ως εκ τούτου σ’ αυτό (εναγόμενο), στην κυριότητα του οποίου εξακολουθεί να βρίσκεται, αφού δεν αποδείχθηκε χρησιδεσποτεία των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων για την πριν τις 11.9.1915 τριακονταετία.

Όπως όμως προαναφέρθηκε η έφεση αυτή απορρίφθηκε και συνακόλουθα κατά τούτο επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση και γιαυτό ως εκ περισσού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη κατά το εν λόγω κεφάλαιό της. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν συνοπτικά μεν, αλλά με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που καθιστούν κατά τις οικείες διατάξεις του Ν.998/1979 το επίδικο ως εν μέρει δασικό (-172.260 τμ - άρθρο 3 παρ.1 και 2) και ως εν μέρει χορτολιβαδικό ( - 266.293 τμ - άρθρο 3 παρ.6β) ανήκον στο εναγόμενο, κατά τις αναλυόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Β.Δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του ισχύοντος και στις Κυκλάδες ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής.....", η επί του οποίου κυριότητά του δεν καταλύθηκε από αντίστοιχο δικαίωμα, από έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (Π.

Ζ., Φ. Κ.), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί επί 30 έτη πριν από τις 11.9.1915 ασκούσαν σε όλο το επίδικο πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου, με τα οικεία προσόντα και ότι συνακόλουθα ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Ι. Λ., ως αποκτήσας παρά μη κυρίου δεν κατέστη παραγώγως από αγορά κύριος του επιδίκου και ότι για τον ίδιο λόγο ούτε οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι με παράγωγο τρόπο, ενώ οι μετά το 1918 πράξεις νομής του εν λόγω Ι.

Λ. καθώς και οι επικαλούμενοι μεταβιβαστικοί τίτλοι (που έναντι του Δημοσίου δεν θεωρούνται πράξεις νομής κατά τα άρθρα 2 παρ.3 ΑΝ 1539/1938 και 58 παρ.5 ΝΔ 86/1969) δεν προσπόρισαν στον ίδιο, ούτε στους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντες δικαιώματα, αφού μετά τις 11.9.1915 δεν επιτρέπεται χρησιδεσποτεία εις βάρος του Δημοσίου.

Οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών, καθώς και των λοιπών, στη νομική σκέψη αναλυομένων διατάξεων περί χρησικτησίας του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΒΡΔ) και περί χρησικτησίας ή μη εις βάρος του Δημοσίου πριν και μετά τις 11.9.1915. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι εφόσον το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ’ αριθμ.105/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και δίκασε εκ νέου την από 24-12-1998 αγωγή των αναιρεσειόντων θα έπρεπε ως προς τον χαρακτηρισμό του τμήματος του επιδίκου των 172.260 τμ ως δασικού, να εφαρμόσει τον περί δασών νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του (6.7.2011) και συγκεκριμένα το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3208/2003 και όχι το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του Ν.998/1979, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (30.6.1998).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά κύριο λόγο ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί στον παραπάνω ερευνηθέντα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης και κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή τους, ήτοι ως προς το χαρακτηρισθέν ως δασικό τμήμα του επιδίκου των 172.260 τμ, είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, ήτοι η πρωτόδικη απόφαση ως προς το εν λόγω τμήμα του επιδίκου είχε επικυρωθεί από την κατά παραπομπή της ΑΠ 1810/2009 εκδοθείσα προσβαλλομένη, η δε αναφορά της περί εξαφανίσεως της εκκαλουμένης και κατά το τμήμα της αυτό γίνεται εκ περισσού και δεν αντιστοιχεί σε αναδίκαση της υποθέσεως κατά το τμήμα της αυτό (των 172.260 τμ) ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 533 παρ.2, 535 παρ.1 και 536 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, ήτοι περί εφαρμογής του νόμου που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όταν τούτο εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και εκδικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 7/2011, Ολ.ΑΠ 8/2011, ΑΠ 476/2014). Προσέτι όμως ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, καθόσον η ιδιότητα του ακινήτου ως δάσους και τα επ’ αυτού εμπράγματα δικαιώματα, κρίνονται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν συνέτρεξαν τα δικαιογόνα, για την απόκτησή τους πραγματικά περιστατικά, πράγμα το οποίο άλλωστε ρητά αναφέρεται στο άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ για το προγενέστερο της ισχύος του ΑΚ δίκαιο.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (πρώτος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Ο λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, αν δε η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση, ενώ δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε με την υπ’ αριθμ.1810/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ.218/2005 απόφαση του Εφετείου, κατά παραδοχή των από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δευτέρου και τρίτου αναιρετικού λόγου, γιατί το Εφετείο "παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ΝΔ της 3/15.12.1833, καθόσον απέκλεισε τη δυνατότητα κτήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί των λειβαδίων ή βοσκοτόπων, τα οποία αυτό κατείχε στις Κυκλάδες κατά το χρόνο θέσεως σε ισχύ του ανωτέρω ΒΔ και δεν ανήκαν μέχρι τότε σε ιδιώτες, προσδίνοντας στις διατάξεις αυτές έννοια την οποία αυτές δεν είχαν" και γιατί το Εφετείο "στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών ως προς τους ισχυρισμούς του εναγομένου, περί του ότι απέκτησε επί πλέον την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως και περί του ότι η εν λόγω έκταση είναι δάσος και ήταν δασική έκταση πριν την έναρξη ισχύος του από 16.11.1836 ΒΔ αλλά και ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων περί κτήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά την πριν της 11.9.1915 τριακονταετία".

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο τμήμα του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση με το να μην αναφέρει αν το αναιρεσίβλητο κατείχε το 1833 το επίδικο, αν τούτο ήταν δάσος πριν από το 1836 και είχε, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου καθώς και αν την κυριότητα αυτή την είχε αποκτήσει και με έκτακτη χρησικτησία, ενώ προσέτι υπέπεσε στην αναιρετική αυτή πλημμέλεια με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων άσκησαν στο επίδικο πράξεις νομής καλόπιστα επί 30 χρόνια πριν από τις 11.9.1915, καθόσον "δεν είχε καμμία εξουσία να κρίνει εκ νέου εάν έγιναν ή όχι πράξεις νομής και ποιες από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε ως προς το κριθέν νομικό ζήτημα με το νοηματικό περιεχόμενο του ΒΔ της 3/15.12.1833 , το οποίο εφάρμοσε ως προς το κείμενο στις Κυκλάδες επίδικο, ενώ ως προς τα ζητήματα για τα οποία και για έλλειψη αιτιολογιών αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 218/2005 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, βάσιμα το Εφετείο επανεξέτασε τα ζητήματα αυτά και αποφάνθηκε επί της ουσίας της μη δεσμευόμενο από την περί των πραγμάτων κρίση της αναιρεθείσης, εσφαλμένα δε υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες ότι ως προς το ζήτημα της διενέργειας πράξεων νομής δεν υφίστατο εξουσία επανεξετάσεώς του.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (αρθρ 495 παρ.3 ΚΠολΔ) ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, ελλείψει οικείου αιτήματος του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2014 αίτηση των Ι. Λ. του Γ., Ά. χήρας Π. Λ., το γένος Ν. Β. κ.λπ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ.209/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ