Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding employer's right to reject indefinite terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 52 former employees against the termination of their employment contracts with the local water utility. The lower court ruled that the workers were under a simple employment relationship rather than an indefinite-term contract because they did not meet the employer's permanent needs. The court upheld this decision, rejecting the argument that the employer became liable for wrongful dismissal by rejecting services under such a contractual status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(3) of Law 2112/1920 and 18 of Law 2190/1994; If an employer rejects services of a worker under a simple employment relationship, the employer does not become liable for wrongful dismissal, and the contract cannot be deemed to have the character of an indefinite-term contract if it did not cover permanent needs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1816 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1816/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Ν., 2) Α. Α. του Β., 3) Κ. Π. του Δ., 4) Κ. Κ. του Χ., 5) Μ. Α. του Ι., 6) Ζ. Ε. του Α., 7) Ν. Κ. του Ι., 8) Π. Κ. του Β., 9) Κ. Σ. του Γ., 10) Τ. Β. του Κ., 11) Κ. Ζ. του Χ., 12) Μ. Α. του Β., 13) Π. Α. του Χ., 14) Γ. Χ. του Χ., 15) Θ. Ν. του Β., 16) Σ. Θ. του Β., 17) Δ. Π. του Κ., 18) Θ. Χ. του Ν., 19) Π. Η. του Ν., 20) Ζ. Α. του Α., 21) Γ. Γ. του Ι., 22) Κ. Γ. του Κ., 23) Σ. Δ. του Κ.,?24) Β. Χ. του Α., 25) Κ. Δ. του Δ., 26) Μ. Α. του Α., 27) Π. Χ. του Κ., 28) Ρ. Α. του Χ., 29) Σ. Α. του Ν., 30) Β. Ν. του Γ., 31) Γ. Δ. του Κ., 32) Σ. Γ. του Α., 33) Ι. Δ. του Σ., 34) Κ. Θ. του Σ., 35) Μ. Β. του Ε., 36) Δ. Σ. του Ε., 37) Κ. Β. του Ν., 38) Ν. Γ. του Α., 39) Κ. Α. του Ε., 40) Χ. Σ. του Ι., 41) Π. Θ. του Α., 42) Κ. Μ. του Π., 43) Π. Μ. του Β., 44) Κ. Β. του Γ., 45) Τ. Φ. του Δ., 46) Δ. Σ. του Κ., 47) Γ. Ν. του Γ., 48) Μ. Α. του Η., 49) Μ. Α. του Π., 50) Μ. Α. του Δ., 51) Π. Π. του Δ. και 52) Κ. Θ. του Ι., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου Τρικκαίων" και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΥΑ Τρικάλων", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως - Αποχετεύσεως Τρικάλων" και διακριτικό τίτλο "ΔΕΥΑΤ", που έδρευε στα Τρίκαλα και εκπροσωπείτο νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζυγούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 20-12-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 369/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς κάποιους αναιρεσείοντες, απέρριψε την αναίρεση ως προς μία αναιρεσείουσα και αναίρεσε ως προς τους λοιπούς την ως άνω εφετειακή απόφαση, παραπέμποντας την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 376/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 27/2007).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 369/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 263/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 66/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί εξ ολοκλήρου η από 17-5-2003 ένδικη αγωγή ως προς ορισμένους ενάγοντες - αναιρεσείοντες και είχε γίνει εν μέρει δεκτή αυτή, κατά την επικουρική βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους επίσης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της.
Ακολούθως δε το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη αυτή απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της. Κατά συνέπεια, εφόσον η υπ' αριθμ. 263/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, ήτοι το Εφετείο Λάρισας, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να γίνει δεκτή η από 17-5-2003 αγωγή τους, κατά την απορριφθείσα πρωτοδίκως κύρια βάση της στο σύνολό της (ήτοι ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη), δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του, δηλαδή, προς την υπ' αριθμ. 369/ 2013 αναιρετική απόφαση, με την οποία, όπως από αυτή προκύπτει, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ή ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας), δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, ειδικότερα δε ορίσθηκε, ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, το οποίο προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, η πρόσληψη δηλαδή του προσωπικού αυτού δεν γίνεται με την διαδικασία που ορίζεται κατά περίπτωση από το Ν. 2190/1994 και δη από το ΑΣΕΠ με διαγωνισμό, ύστερα από προκήρυξη (άρθρο 15) ή με προκήρυξη θέσεων που πληρούνται με σειρά προτεραιότητας (άρθρο 18) κ.λπ.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για τον λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στα πλαίσια συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει, κατ' αρχήν, αυτοδικαίως και την λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ), με την επιφύλαξη, βέβαια, των προαναφερθέντων ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων αορίστου, στην πραγματικότητα, χρόνου, με την προϋπόθεση ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο του οποίου ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 17-5-2003 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων ισχυρίσθηκαν, ότι το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ" (Δ.Ε.Υ.Α.Τ.), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου, ως καθολικός διάδοχος αυτού, υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΡΙΚΚΑΙΩΝ" (Δ.Ε.Υ.Α Τρικάλων), αποτελεί δημοτική επιχείρηση και υπήχθη σε προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων ΟΤΑ για την πρόσληψη ανέργων με επιδότηση από τον ΟΑΕΔ, που καταρτίσθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ότι με απόφαση της Διοικήσεώς του (εναγομένου) προσλήφθηκαν αυτοί (ενάγοντες), με συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1999 έως 17-11-2000 και με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες, και οι περισσότεροι από αυτούς υπήχθησαν σε πρόγραμμα, που καταρτίσθηκε με τις υπ' αριθμ. 3302 και 33707/1999 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συνολικής διάρκειας 16 μηνών για τους άνδρες και 18 μηνών για τις γυναίκες, με 12μηνη επιδότηση της μισθοδοσίας τους, ενώ οι υπόλοιποι υπήχθησαν σε όμοιο πρόγραμμα του έτους 2000, συνολικής διάρκειας 20 μηνών.
Ότι εξαρχής, δηλαδή από την πρόσληψή τους, οι συμβάσεις τους ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η εργασία που παρείχαν εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχειρήσεως του εναγομένου, μη σχετιζόμενες και μη συνδεόμενες με την διάρκεια των ως άνω προγραμμάτων επιδότησης και για τον λόγο αυτόν η απασχόλησή τους συνεχίσθηκε απρόσκοπτα και υπό τους αυτούς ακριβώς όρους και μετά την λήξη των εν λόγω προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, που αποτέλεσαν την βάση της αρχικής τους πρόσληψης.
Ότι την φύση αυτή των συμβάσεών τους διαπίστωσαν και τα καταστατικά όργανα του εναγομένου, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 63/2002 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, προσδιόρισε και τυπικά τις συμβάσεις τους ως αορίστου χρόνου και ότι, παρά ταύτα, το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις τους στις 16-4-2003, η καταγγελία, όμως, αυτή είναι άκυρη, το μεν λόγω καταβολής σ' αυτούς αποζημιώσεως απολύσεως μικρότερης της οφειλομένης, το δε ως καταχρηστική, αλλά και ως γενόμενη κατά παράβαση των διατυπώσεων για τις ομαδικές απολύσεις.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι ενάγοντες ζητούσαν, κυρίως, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και, επικουρικά, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το υπόλοιπο (την διαφορά) της οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεως.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων), με την υπ' αριθμ. 66/2004 απόφασή του, απέρριψε εξ ολοκλήρου την αγωγή αυτή ως προς ορισμένους ενάγοντες και την δέχθηκε εν μέρει κατά την επικουρική βάση της (καταβολή της διαφοράς αποζημιώσεως απολύσεως) ως προς τους λοιπούς (ως προς τους οποίους επίσης απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της).
Κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, οι ενάγοντες, νυν αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 4-5-2004 έφεση, παραπονούμενοι για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής τους. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 263/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, το οποίο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, κατά την μεταβιβασθείσα σ' αυτό ως άνω κύρια βάση της, είναι μη νόμιμη, διότι 1) εφόσον, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η πρόσληψη των εναγόντων έγινε στα πλαίσια υλοποίησης προγραμμάτων επιχορήγησης του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ.
από τον ΟΑΕΔ, για χρονικό διάστημα αντίστοιχο της διάρκειας των προγραμμάτων αυτών, οι συμβάσεις των εναγόντων, ως εκ της φύσεως, του σκοπού και του τρόπου λειτουργίας τους, αλλά και κατ' επιταγή του νόμου, μόνον ορισμένης διάρκειας μπορούσαν να είναι και ως εκ τούτου δεν υπάρχει δυνατότητα μετατροπής τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, καθόσον ο καθορισμός της διάρκειάς τους έγινε λόγω της ως άνω ειδικής περίστασης, δηλαδή της επιχορήγησης της πρόσληψής τους από τον ΟΑΕΔ και 2) η απασχόληση των εναγόντων από το εναγόμενο συνεχώς και μετά την λήξη των συμβάσεών τους και των επιδοτούμενων προγραμμάτων, κατόπιν της υπ' αριθμ. 63/2002 αποφάσεως του Δ.Σ.
αυτού, με την οποία οι συμβάσεις τους χαρακτηρίσθηκαν ως αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμβατική μετατροπή των αρχικά ορισμένου χρόνου συμβάσεων σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε συνιστά κατάρτιση νέων εγκύρων συμβάσεων αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που απαιτούνται, επί ποινή ακυρότητας, από τους Ν. 2190/1994 και 2527/1997 (πρόσληψη ύστερα από αίτηση μέσω ΑΣΕΠ κ.λπ.), οι οποίες έπρεπε να είχαν τηρηθεί λόγω της φύσης του εναγομένου ως δημοτικής επιχείρησης, υπαγομένης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997) και στο καθιερούμενο γι' αυτόν σύστημα προσλήψεων, συνεπεία δε της ακυρότητας αυτής (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ), με την ανωτέρω απασχόληση των εναγόντων, οι αρχικές συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου δεν μετατράπηκαν, κατ' άρθρο 671 ΑΚ, σε αορίστου χρόνου και η απασχόλησή τους αυτή και μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου έως την καταγγελία, στις 16-4-2003, των συμβάσεών τους, δεν συνιστούσε σύμβαση, αλλά απλή σχέση εργασίας.
Έτσι το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 66/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων) και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη κατά την ως άνω κύρια βάση της. Κατά της υπ' αριθμ. 263/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες άσκησαν την από 20-12-2006 (προηγούμενη) αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 369/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανήρεσε, στο σύνολό της, την εφετειακή απόφαση, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και συγκεκριμένα, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, τις οποίες τελικά δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994, που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού, κατά την παραπάνω αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων καταρτίσθηκαν από 10-9-1999 έως 17-11-2000 και ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον με την εργασία τους οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ., συνήφθησαν δε ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της.
Ακολούθως, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την ως άνω υπ' αριθμ. 369/2013 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Λάρισας), το οποίο με την υπ' αριθμ. 376/2013 απόφασή του, κατά της οποίας ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ:
Οι προσλήψεις των εναγόντων έγιναν από 10-9-1999 έως 17-11-2000, με βάση δύο προγράμματα του ΟΑΕΔ, ένα του έτους 1999 και ένα του έτους 2000, τα οποία είχαν ορισμένο χρόνο διάρκειας. Οι ενάγοντες δεν κατήρτισαν με το εναγόμενο γραπτές συμβάσεις εργασίας, ούτε έκαναν κάποια ειδική συμφωνία για τη διάρκεια αυτών, αφού η διάρκεια των συμβάσεών τους καθοριζόταν από τα ανωτέρω προγράμματα και από το είδος και το σκοπό της εργασίας τους προκύπτει ότι επρόκειτο για συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - από το συνδυασμό των γεγονότων α) ότι τα προγράμματα αυτά είχαν ειδικό σκοπό (την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και την απασχόληση νέων ηλικίας 18 - 20 ετών, επιδοτούμενων ως ανέργων από τον ΟΑΕΔ) και ορισμένο χρόνο διάρκειας, β) ότι οι προσλήψεις των εναγόντων έγιναν αποκλειστικά και μόνο με αφορμή τα εν λόγω προγράμματα και στα νομικά πλαίσια αυτών και γ) ότι οι πόροι πληρωμής των αποδοχών των εναγόντων προέρχονταν από τις επιχορηγήσεις των συγκεκριμένων προγραμμάτων, συνάγεται ότι ο χρόνος της εργασίας τους ήταν ορισμένος, θα διαρκούσε δηλαδή όσο θα διαρκούσαν και τα προγράμματα αυτά και θα έληγε αυτοδίκαια με το πέρας τους.
Το συμπέρασμα δε αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τους ορισμούς του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, διότι το ορισμένο του χρόνου δικαιολογείται, εν προκειμένω, από τη φύση της συμβάσεως και δεν καθορίσθηκε για να καταστρατηγηθούν οι περί συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου διατάξεις του νόμου αυτού. Ο ισχυρισμός των εναγόντων - είπε το Εφετείο - ότι οι συμβάσεις τους πρέπει να θεωρηθούν ως αορίστου χρόνου, γιατί η πρόσληψή τους κατέτεινε στην εξυπηρέτηση των πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, δεν είναι βάσιμος, καθόσον η πρόσληψή τους έγινε με αφορμή τη δυνατότητα που έδωσαν τα προαναφερόμενα προγράμματα, χωρίς τα οποία και ιδιαίτερα χωρίς τους πόρους αυτών το εναγόμενο δεν θα είχε ούτε νομική, ούτε οικονομική δυνατότητα να τους προσλάβει.
Ενδεικτικό, άλλωστε, είναι ότι από τους 52 ενάγοντες, οι 10 εξ αυτών δεν προσέφεραν καθόλου υπηρεσίες στο εναγόμενο, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος Χριστίνας Ζιώγου και επιβεβαιώνεται από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες βεβαιώσεις του εναγομένου σχετικά με τον χρόνο υπηρεσίας και την ειδικότητα εκάστου των εναγόντων, ενώ από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες λοιπές βεβαιώσεις δεν βεβαιώνεται για τους περισσότερους ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με τις αναφερόμενες σ' αυτές ειδικότητες.
Τους πλήρωνε μεν το εναγόμενο με τους πόρους των προγραμμάτων, αλλά απασχολούνταν σταθερά σε υπηρεσίες του Δήμου Τρικκαίων. Δηλαδή όχι πάγιες, αλλά ούτε καν ανάγκες της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Τρικάλων (Δ.Ε.Υ.Α.Τ.) δεν κάλυπταν. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου των συμβάσεων των εναγόντων, που ταυτιζόταν με τον χρόνο των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, έληξαν αυτοδικαίως οι συμβάσεις τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία εκ μέρους του εναγομένου.
Πλην, όμως, οι ενάγοντες δεν αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, αλλά με την συναίνεση του εναγομένου παρέμειναν σ' αυτήν και εξακολούθησαν να προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες, αμειβόμενοι πλέον από πόρους του ίδιου του εναγομένου, χωρίς, όμως, να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις του Ν. 2190/1994.
Συνεπώς, η σχέση που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήταν αυτή της απλής σχέσης εργασίας, για το διάστημα από την λήξη των ως άνω συμβάσεών τους έως τις 29-5-2002, οπότε το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. έλαβε την υπ' αριθμ. 63/29-5-2002 απόφαση, με την οποία, κατά πλειοψηφία, ενέκρινε την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου 86 εργαζομένων, προσληφθέντων, μέσω των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ 1999, 2000, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγοντες.
Η δικαιοπρακτική αυτή βούληση του εργοδότη, την οποία φυσικά αποδέχθηκαν οι μισθωτοί, δεν οδήγησε ούτε σε συμβατική μετατροπή της αρχικής για τον καθένα, ορισμένου χρόνου, συμβάσεως σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε στην κατάρτιση νέων εγκύρων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, διότι δεν είχε τέτοια εξουσία το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. (άρθρο 21 Ν. 2190/ 1994).
Ούτε πάλι μπορεί να θεωρηθεί ότι συνήφθησαν με την υπ' αριθμ. 63/29-5-2002 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου νέες (έγκυρες) συμβάσεις αορίστου χρόνου, γιατί οι προσλήψεις δεν έγιναν μέσω Α.Σ.Ε.Π. και με βάση τα κριτήρια επιλογής του άρθρου 18 παρ. 26 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3051/2002.
Επίσης, ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 671 ΑΚ (σιωπηρή ανανέωση) δεν μπορεί να τεθεί, διότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που από το νόμο αποκλείεται σιωπηρή παράταση της σύμβασης ή αποκλείεται η σύμβαση αορίστου χρόνου σαν μορφή σύμβασης εργασίας ή απαιτούνται για την ανανέωση της συμβάσεως ειδικές διατυπώσεις ή ορισμένος τύπος, όπως συμβαίνει με τις προσλήψεις των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που γίνονται με το σύστημα του Ν. 2190/1994.
Η εξακολούθηση λοιπόν - συνεχίζει το Εφετείο - της παροχής εργασίας από τους ενάγοντες και η αποδοχή αυτής από το εναγόμενο, υπό καθεστώς άκυρης συμβάσεως, δημιούργησε μία απλή σχέση εργασίας για αόριστο χρόνο. Υπό το καθεστώς αυτό συνέχισαν να εργάζονται οι ενάγοντες έως τις 16-4-2003, που το νέο διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 63/29-5-2002 απόφαση του προηγούμενου διοικητικού συμβουλίου, "κατήγγειλε" τις εργασιακές σχέσεις όλων όσων είχαν προσληφθεί με τα προαναφερόμενα προγράμματα του ΟΑΕΔ και απέκρουσε τις υπηρεσίες τους.
Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - και αν ακόμη υποτεθούν αληθινοί οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες λόγοι ακυρότητας της απολύσεώς τους, αλυσιτελώς προτείνονται οι λόγοι αυτοί, αφού οι ενάγοντες τελούσαν υπό καθεστώς απλής εργασιακής σχέσεως (άκυρης συμβάσεως) και σε μια τέτοια περίπτωση ο εργοδότης, αποκρούοντας για οποιονδήποτε λόγο τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου από της προσλήψεώς τους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως των εναγόντων, την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 66/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων), που είχε αποφανθεί ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 18 του Ν. 2190/1994, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα προδιαληφθέντα, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του, ότι οι ενάγοντες, από της προσλήψεώς τους έως την απόλυσή τους, δεν εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ., δεχόμενο μάλιστα (το Εφετείο), χαρακτηριστικά, ότι "όχι πάγιες, αλλά ούτε καν ανάγκες της Δ.Ε.Υ.Α.Τ.
δεν κάλυπταν" και ότι, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις τους, σε καμία περίπτωση, δεν μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, τόσο ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, όσο και ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2013 αίτηση των πενήντα δύο (52) συνολικά αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 376/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ