Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict regarding driver's fault percentage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by a taxi driver and an insurance company against a lower court's decision in a traffic accident case. The court found the original verdict flawed because it failed to properly assess the driver's specific negligence in causing two separate collisions. Consequently, the case was remitted to the Court of First Instance for a new trial to determine the exact percentage of fault attributable to the driver.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remit a case for retrial when the lower court fails to adequately evaluate the causal link between a party's negligence and the resulting damages, requiring a fresh determination of fault percentages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1816 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1816/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Bασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νίκο Ανδροβιτσανέα και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της Α.Ε.Γ.Α με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α" η οποία έχει έδρα τα ... και της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και υπεισήλθε στα δικαιώματά και τις υποχρεώσεις της το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαου Ανδροβιτσανέα και κατέθεσε προτάσεις, ο οποίος δήλωσε ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες παραιτούνται των δικογράφων: α) Της από 4-9-2007 και με αριθμό κατάθεσης 996/4-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και β) της από 9-12-2010 κλήσεώς των, κατά της 6ης και 11ης των αναιρεσιβλήτων (ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α και Α. χας Κ. Γ.).
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Σ. του Κ., 2. Α. Δ. του Ν. συζ. Σ. Σ., 3. Ι. Σ., το γένος Δ. Α., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4. Γ. Π. του Κ., 5. Α. Σ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Κωνσταντίνου και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 6. Της Α.Ε.Ε.Γ.Α. με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." η οποία έχει έδρα την ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7. Α. Κ. του Απόστολου, 8. Π. συζ. Α. Κ., 9. Κ. Κ. του Α., 10. Μ. θυγ. Α. Κ., 11. Α. χήρας Κ. Γ., το γένος Σ. Π., όλων των ανωτέρω κατοίκων ..., 12. Μ. θυγ. Β. Π., κατοίκου ... . Εκ των οποίων ανωτέρω οι 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 12ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μαριάνθης Καλυβιώτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και 13. Της Α.Ε.Γ.Α. με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΜΕΤROLIFE- ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", η οποία έχει έδρα την ... και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η επωνυμία και ο διακριτικός της τίτλος τροποποιήθηκε κατά την 112η /31-8-2007 Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της, σε "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Τασσόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-1-2003, 7-2-2003, 11-3-2003, 24-10-2003 και 23-12-2003 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1391/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8857/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείoντες με την από 4-9-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 25-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ'αριθ. 14391, 14390 και 14392/17-12-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., σε συνδυασμό με τις υπ' αριθ. 10406Β, 10407Β και 10408Γ/22-5-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τις συνημμένες στις τρεις (3) τελευταίες εκθέσεις σχετικές αποδείξεις παραλαβής αντιγράφου εγγράφου που θυροκολλήθηκε και αντίστοιχες βεβαιώσεις αποστολής έγγραφης ειδοποίησης από το Ταχυδρομικό Πρακτορείο της Αιόλου αριθ.102 των Αθηνών, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτηση αναίρεσης με την πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου, της κλήσης ορισμού νέας δικασίμου αυτής και της κλήσης για εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην παρούσα απόφαση δικάσιμο επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρεις (3) πρώτους των αναιρεσιβλήτων (Σ.
Κ. Σ., Α. Ν. Δ., σύζυγο Σ. Σ. και Ι. Σ.). Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον αυτού, μη παραστάντες με πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής, ούτε καταθέσαντες έγγραφη δήλωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ.1 ΚπολΔ.
Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, πριν προχωρήσει στην προφορική συζήτηση αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, παριστάμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο μεν πρώτος αυτών μαζί με τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Νικόλαο Ανδροβιτσανέα, το δε δεύτερο αυτών ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" ως ειδικό διάδοχο της αρχικής διαδίκου- αναιρεσείουσας ΑΕΓΑ με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", δια του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου του δικηγόρου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2-10-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευανθίας Λέντζιου-Γκόγκου, δήλωσαν κατά την ως άνω αναφερόμενη δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου και πριν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ότι παραιτούνται του δικογράφου αυτής και των σχετικών κλήσεων για τη συζήτηση αυτής ως προς τις έκτη και ενδέκατη των αναιρεσιβλήτων (την ΑΕΕΓΑ με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και την Α.
χήρα Κ. Γ., αντίστοιχα), η δήλωση δε αυτή των δύο αναιρεσειόντων καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Συνακόλουθα πρέπει να θεωρηθεί πως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς την έκτη και την ενδέκατη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και νόμιμα κλητεύθηκαν να παραστούν κατά την αρχική ορισμένη δικάσιμο αυτής (5-11-2010), όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 14382/16-12-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αθηνών ...
και την υπ' αριθμ. 10428/5-11-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων ..., αντίστοιχα.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ.α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, παραβιάζοντας έτσι τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της διάθεσης και συζήτησης για το αντικείμενο της δίκης με βάση των υποβαλλομένων σ' αυτό αιτήσεων των διαδίκων και των προτεινόμενων και αποδεικνυόμενων πραγματικών ισχυρισμών τους.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 8857/2006 οριστική απόφασή του υπέπεσε στην εκ του ως άνω αναιρετικού λόγου πλημμέλεια και ειδικότερα με το να δεχθεί κατ' ουσίαν και ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες) την από 11.3.2003 αγωγή των τριών (3) αναιρεσιβλήτων (Σ.
Κ.Σ., Α. Δ. - Σ. και Ι. Σ.), ενώ ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες) η προαναφερόμενη αγωγή είχε απορριφθεί με την υπ' αριθμ. 1391/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της τελευταίας δεν άσκησαν οι προμνημονευόμενοι τρεις (3) αναιρεσίβλητοι και τότε ενάγοντες έφεση ζητώντας την εξαφάνισή της ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αρ. 1391/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των δικογράφων των ασκηθεισών κατ' αυτής εφέσεων, που συνεκδίκασε το Εφετείο Αθηνών και εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 8857/2007 οριστική απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, εκτός των λοιπών που έκρινε και αποφάσισε, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων της προκειμένης αναιρετικής δίκης (και) ως προς τους δύο (2) αναιρεσείοντες (Ι.
Κ. και ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή πρόνοια Α.Ε.Γ.Α."). Ως προς το κεφάλαιο αυτό της απόφασης δηλονότι της απόρριψης της από 11.3.2003 αγωγής τους ως προς τους δύο αναιρεσείοντες οι τότε ενάγοντες (Σ. Σ., Α. Δ. - Σ. και Ι. Σ.) και ήδη τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση με σκοπό να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των δύο πρώτων εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων, η οποία θα γινόταν δεκτή (εν μέρει) ενόψει της παραδοχής του Εφετείου περί συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος για όλα τα επίδικα τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα.
Επομένως το Εφετείο Αθηνών με το να δεχθεί εν μέρει την από 11.3.2003 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των δύο αναιρεσειόντων καίτοι αυτό δεν ζητήθηκε με έφεση των πρώτων υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που αφορά μόνο τους τρεις (3) πρώτους αναιρεσιβλήτους, ως βάσιμος και να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω οι έννοιες της αμέλειας και υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 23/2012).
Ακόμη ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Επίσης κατά τον ίδιο ως άνω αριθμό και άρθρο του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2.6.2002 και ώρα 22.50 περίπου ο Α. Σ. οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο της κυριότητας του Γ. Π. και εκινείτο στη Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας, αυτοκινητόδρομο διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες και μία βοηθητική ασφαλείας ανά κατεύθυνση, οριζόμενες εκατέρωθεν με μεταλλικά στηθαία ασφαλείας.
Η κατεύθυνση του άνω οδηγού ήταν από Αθήνα προς Λαμία και εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας σε λειτουργία το σύστημα φωτισμού του. Όταν αυτός έφθασε στο ύψος της χιλιομετρικής θέσης 75.800 της άνω οδού, ο Ι. Κ. ο οποίος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ε.Δ.Χ. αυτοκίνητο-ταξί της κυριότητός του το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική επιχείρηση "Ευρωπαϊκή Πρόνοια" και εκινείτο στην ίδια οδό στο ίδιο ύψος και πίσω από τον Α.
Σ. με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 160 χιλ/ώρα επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο φορτηγό από αριστερά με την ίδια αυξημένη ταχύτητα όμως, δεν το κατόρθωσε και επέπεσε με δύναμη με το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου του στο πίσω αριστερό μέρος του φορτηγού. Συνέπεια της πρόσκρουσης αυτής ήταν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου να χάσει τον έλεγχό του, αυτό να εκτραπεί προς τ' αριστερά, να προσκρούσει στα προστατευτικά κιγκλιδώματα στον άξονα της οδού, να ανέλθει και να συρθεί πάνω σ' αυτά με το κάτω μέρος του σε απόσταση 70 μέτρων και να ακινητοποιηθεί σε διαγώνια θέση με το εμπρόσθιο αριστερό κυρίως μέρος του να εξέχει στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας κατά 1,5 μ.
περίπου και το πίσω τμήμα του να εξέχει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Λαμία ρεύματος. Η αυξημένη ταχύτητα του ταξί συνάγεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αφενός από το βάρος του οχήματος αυτού εργοστασίου κατασκευής Μercedes και βάρους τουλάχιστον 1500 Kgr και αφετέρου από τη βίαιη μετατόπιση του φορτηγού βάρους 5 tη.
Αποκλειστικά υπαίτιος για την άνω σύγκρουση είναι ο οδηγός Ι. Κ., διότι από αμέλειά του, η οποία συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε και μπορούσε υπό τις παραπάνω περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις συνθήκες κυκλοφορίας που λόγω του σκότους που επικρατούσε επέβαλαν να είναι μειωμένη από αυτήν των 120 χιλ/ώρα, το οποίο ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ούτε, τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο φορτηγό, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση με αυτό.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι αιτία της σύγκρουσης ήταν ότι τα πίσω φώτα πορείας του φορτηγού δεν λειτουργούσαν με αποτέλεσμα να αιφνιδιασθεί ο οδηγός του ταξί και να πέσει επάνω του, διότι εάν τούτο ήταν αληθές τότε λόγω της ηυξημένης ταχύτητας που έβαινε και ότι τα φώτα πορείας του (ταξί) δεν φωτίζουν σε απόσταση μεγαλύτερη των 25-30 μέτρων δεν θα προλάβαινε να αντιληφθεί το φορτηγό και θα έπεφτε στο πίσω μέρος του και όχι στο πίσω γωνιαίο αριστερό του ...".
Στη συνέχεια έκρινε ότι " το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα για την παραπάνω σύγκρουση του οδηγού του αυτοκινήτου-ταξί Ι. Κ. και έκανε δεκτή κατά το κεφάλαιο της αυτό την από 24.10.2005 αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου Γ. Π. κατά των άνω εκκαλούντων δεν έσφαλε κατά τούτο και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης των με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ...".
Εξάλλου, το Εφετείο όσο αφορά το δεύτερο και τρίτο από τα επίδικα αυτοκινητικά ατυχήματα δέχθηκε, "ότι μετά από πέντε έως δέκα λεπτά περίπου από την ακινητοποίηση του φορτηγού αυτοκινήτου στα διαχωριστικά κιγκλιδώματα, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Αθήνα εκινείτο το με αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, τζιπ, τύπου LΑΝD RΟVΕR οδηγούμενο από τον Σ. Σ. ιδιοκτησίας αυτού και της Ι. Σ., κατά ποσοστό 50% ο καθένας, και με συνεπιβάτη την Α. Δ. (ενάγοντες της από 11.3.2003 αγωγής). Πίσω από το αυτοκίνητο αυτό και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος προς Αθήνα εκινείτο το με αριθμ. κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο τύπου Α-Α3 με οδηγό τον Α. Κ. συγγενή των εναγόντων της από 7.1.2002 αγωγής. Ο άνω οδηγός εκινείτο με την υπερβολική ταχύτητα άνω των 180 χιλ/ώρα και λίγο πριν φθάσει στο σημείο που βρισκόταν το φορτηγό άνοιξε τα μεγάλα φώτα πορείας αντελήφθηκε το φορτηγό, έστριψε το τιμόνι προς τα δεξιά για να το αποφύγει, όμως δεν το κατόρθωσε, γιατί το είχε πλησιάσει με αποτέλεσμα να πέσει με σφοδρότητα στο εξέχον, στη λωρίδα του, μπροστινό αριστερό μέρος του φορτηγού.
Στη συνέχεια εκτράπηκε της πορείας του προς τα δεξιά και επέπεσε στην αριστερή πλευρά του προπορευόμενου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οχήματος του Σ. Σ. μόλις είχε προσπεράσει από δεξιά το φορτηγό και εκινείτο με ταχύτητα 80-90 χιλ/ώρα περίπου. Από τις διαδοχικές συγκρούσεις του ΑUDI με το φορτηγό και το τζιπ σκοτώθηκε ο οδηγός του ΑUDΙ και τραυματίσθηκε σοβαρά από τη φωτιά η συνεπιβάτιδά του τζιπ Α.
Δ., την οποία απελευθέρωσαν από το καιόμενο τζιπ ο σύζυγός της που κατάφερε να εξέλθει απ' αυτό πριν υποστεί σωματικές βλάβες από την φωτιά και προστρέξαντες τρίτοι, ενώ καταστράφηκε ολοσχερώς το άνω αυτοκίνητο (τζιπ) και το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ΑUDI) από τις διπλές προσκρούσεις του.
Με βάση τα παραπάνω συνυπαίτιοι για την δεύτερη αυτή σύγκρουση μεταξύ του φορτηγού και του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ("ΑUDI") είναι οι οδηγοί τους Α. Σ. και Α. Κ., αλλά και ο οδηγός του αυτοκινήτου ταξί Ι. Κ.. Ειδικότερα η αμέλεια τους συνίσταται: Α) του Ι. Κ. στο ότι ενώ εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λαμία οδηγώντας το με αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ταξί εργοστασίου κατασκευής Μercedes και με ταχύτητα εγγίζουσα τα 150 χιλ/ώρα δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το έμπροσθεν του κινούμενο φορτηγό, αλλά μόνο όταν το πλησίασε σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, καίτοι τούτο είχε αναμμένα τα πίσω φώτα πορείας και έτσι παρά την προσπάθεια του την τελευταία στιγμή να το αποφύγει προσπερνώντας το από αριστερά δεν το κατόρθωσε, αφού ούτε επέδησε ούτε μείωσε την αυξημένη ταχύτητα του, και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο πίσω αριστερό τμήμα του φορτηγού.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα το φορτηγό αυτοκίνητο από το δυνατό χτύπημα που δέχθηκε να ξεφύγει από την πορεία του να κινηθεί αριστερά, να ακινητοποιηθεί στις προστατευτικές μπάρες καταλαμβάνοντας διαγωνίως μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος προς Αθήνα. Εάν όμως οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 120 χιλ/ώρα, που ήταν η επιτρεπόμενη, θα αντιλαμβανόταν από απόσταση άνω των 50 μέτρων τουλάχιστον το κινούμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας φορτηγό αυτοκίνητο, οπότε θα του παρείχετο η δυνατότητα μειώνοντας την ταχύτητά του να το προσπεράσει από αριστερά με ασφάλεια.
Δηλαδή ο άνω οδηγός παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2 και 20 ν. 2696/99. Β) του Α. Κ. στο ότι δεν απέφυγε συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα η να προκαλέσει ζημίες σε περιουσίες, αφού δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 120 χιλ/ώρα με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως το ακινητοποιημένο φορτηγό που κατελάμβανε μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας.
Ενώ εάν έβαινε με ταχύτητα και μάλιστα μικρότερη της επιτρεπομένης των 120 χιλ/ώρα λόγω του σκότους που επικρατούσε, πρώτον θα είχε αντιληφθεί το εμπόδιο που υπήρχε στην λωρίδα του και προεξείχε κατά 1,5 μέτρα περίπου και δεύτερον θα είχε την δυνατότητα είτε να τροχοπεδήσει ασφαλώς είτε να ενεργήσει προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό δεδομένου, ότι δεν εμποδιζόταν να πράξει έτσι εκείνη την στιγμή από διερχόμενα αυτοκίνητα ...
Δηλαδή ο άνω οδηγός με την άνω αμελή συμπεριφορά του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 ν. 2696/99 και συνέτεινε έτσι την πρόκληση του ατυχήματος και στον θανάσιμο τραυματισμό του κατά ποσοστό 30 %. Γ) του Α. Σ. στο ότι μετά την πρόσκρουση και την ακινητοποίηση του φορτηγού στα κιγκλιδώματα δεν φρόντισε να τοποθετήσει όπως όφειλε και μπορούσε τριγωνική πινακίδα σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων μπροστά από το όχημα και να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης όπως τούτο επιβάλλεται από το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 2696/99 ώστε να δώσει την δυνατότητα στους οδηγούς που κατευθύνονταν στην Αθήνα να διακρίνουν από απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων την πινακίδα, που θα προειδοποιούσε για την ύπαρξη εμποδίου, και να αποφύγουν έτσι ενδεχόμενο κίνδυνο ...
Συνεπώς, ο ως άνω οδηγός παραλείποντας τις περαιτέρω υποχρεώσεις του συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 35 παρ.1,3 του ν. 2696/99. Περαιτέρω όσον αφορά την τρίτη σύγκρουση μεταξύ του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ΑUDΙ) και του τζίπ αυτή οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του άνω οδηγού του πρώτου αυτοκινήτου (ΑUDΙ) Α.
Κ., αλλά και των οδηγών του φορτηγού αυτοκινήτου Α. Σ. και του οδηγού του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου-ταξί Ι. Κ.. Ειδικότερα η αμέλεια τους συνίσταται: Α) του Ι. Κ. στο ότι κατά την οδήγηση του ... ΔΧΕ αυτοκινήτου του - ταξί και κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Λαμία με ταχύτητα εγγίζουσα τα 150 χιλ/ώρα δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί από ικανή απόσταση τουλάχιστον 50 μ.
το προπορευόμενο αυτού φορτηγό το οποίο είχε αναμμένα τα οπίσθια φώτα πορείας αλλά μόνον όταν το πλησίασε σε απόσταση μικρότερη των 30μ οπότε χωρίς να μειώσει την αυξημένη ταχύτητα του επιχείρησε να το προσπεράσει από αριστερά αλλά δεν το κατόρθωσε και έπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού.
Ο οδηγός του δε, από την ξαφνική και σφοδρή πρόσκρουση που δέχθηκε έχασε τον έλεγχο του οχήματος το οποίο κινήθηκε προς τ' αριστερά και μετά την πρόσκρουση του στα προστατευτικά κιγκλιδώματα ακινητοποιήθηκε καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αντιθέτου ρεύματος προς Αθήνα.
Αντίθετα εάν ο άνω οδηγός (Ι. Κ.) οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 120 χιλ/ώρα που ήταν η επιτρεπόμενη θα αντιλαμβανόταν από απόσταση άνω των 50 μέτρων το προπορευόμενο όχημα και θα μπορούσε μειώνοντας την ταχύτητα του να το προσπεράσει χωρίς κίνδυνο από αριστερά.
Δηλαδή ο άνω οδηγός παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1,2 και 20 ν. 2696/99. Β) του Α. Σ. στο ότι μετά την ακινητοποίηση του οχήματός του στις προστατευτικές μπάρες και ενώ προεξείχε το αριστερό μέρος του κατά 1,5 μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δεν φρόντισε αν και παρήλθε διάστημα 5-10 λεπτών να τοποθετήσει, όπως είχε υποχρέωση την κατά το άρθρο 81 παρ. 16 του ν. 2696/99 τριγωνική πινακίδα σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων μπροστά από το όχημά του, αλλά και να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης.
Στις παραπάνω ενέργειες μπορούσε να προβεί, αφού διέθετε τέτοια τριγωνική πινακίδα όπως και ο ίδιος συνομολογεί, και τα φώτα θέσης μπορούσαν να ήταν αναμμένα αφού σύμφωνα με την από 5.6.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το Αστυνομικό Τμήμα Σχηματαρίου πραγματογνωμόνων το σύστημα φωτισμού των εμπρόσθιων φώτων λειτουργούσε κανονικά.
Με τις παραλείψεις του, όμως, αυτές συνέβαλε, ώστε να μην αντιληφθεί εγκαίρως ο οδηγός του ΑUDΙ το φορτηγό που καταλάμβανε μέρος του οδοστρώματος κυκλοφορίας και να πέσει επάνω του. Δηλαδή ο Α. Σ. παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 35 παρ. 1,3 του ν. 2696/99. Γ) του Α. Κ. στο ότι λόγω της υπερβολικής ταχύτητας των 180 χιλ/ώρα με την οποία εκινείτο δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως το ακινητοποιημένο στη λωρίδα του φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο κατελάμβανε μέρος αυτής κατά 1,5 μέτρο περίπου με αποτέλεσμα να πέσει με δύναμη στο προεξέχον αριστερό τμήμα του και να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά και στη συνέχεια να συγκρουστεί με το κανονικά κινούμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας τζιπ, που οδηγούσε ο Σ.
Σ., το οποίο και ανατράπηκε με επακόλουθο να αναφλαγεί, να καταστραφεί και να τραυματιστεί σοβαρά από την πυρκαϊά η συνεπιβάτης του και ενάγουσα Α. Δ.. Δηλαδή ο άνω οδηγός (θανών) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2 και 20 ν. 2696/99 αφού αποδείχθηκε, ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς σε περίπτωση που εμφανιζόταν κάποιο εμπόδιο αλλά αντίθετα εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα άνω των 180 χιλ/ώρα η οποία δεν του επέτρεψε να αποφύγει τον κίνδυνο.
Αντίθετα από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ευθύνη του οδηγού του αυτοκινήτου (τζιπ) Σ. Σ. στην πρόκληση του ατυχήματος διότι αυτός προέκυψε ότι εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 80-90 χιλ/ώρα και δεν μείωσε την παραπάνω ταχύτητα του, όταν έφθασε στο σημείο της πρώτης σύγκρουσης, παρεμποδίζοντας έτσι τον οδηγό του αυτοκινήτου "ΑUDΙ" να αποφύγει την σύγκρουση με το φορτηγό με ελιγμό προς τα δεξιά όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες-συγγενείς του θανόντος οδηγού και συνεπώς η αγωγή τους καθό μέρος στρέφεται κατά του έκτου και εβδόμης των εναγομένων (Σ.
Σ. και "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΕΓΑ" πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος." Στη συνέχεια το Εφετείο με βάση τις παραπάνω παραδοχές του και ενόψει του ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθμ. 8857/2007 απόφασή του είχε κρίνει διαφορετικά και ειδικότερα ότι δεν υπάρχει ευθύνη τόσο του οδηγού του αυτοκινήτου-ταξί, όσο και του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, στην επέλευση της δεύτερης και τρίτης σύγκρουσης και ότι αποκλειστικά υπαίτιος γι' αυτές είναι μόνον ο θανών Α.
Κ. και αφενός μεν είχε απορρίψει την από 7.1.2002 αγωγή των Α. Κ. και λοιπών συνεναγόντων του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφετέρου δε είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 11.3.2003 αγωγή των Σ. Σ. και λοιπών συνεναγόντων του μόνο κατά των έκτης έως και ενδέκατης των εναγόντων, κατέληξε σε μερική εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και στη συνέχεια, εκτός των λοιπών που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκειμένης αναιρετικής δίκης, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προαναφερομένη αγωγή των Α.
Κ. και λοιπών συνεναγόντων του κατά πάντων των εναγομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες και δέχθηκε επίσης εν μέρει την από 11-3-2003 αναγνωριστική αγωγή των Σ. Σ., Α. Δ. και Ι. Σ. και κατά των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων (για το ποσό των 10.000, 109.580 και 5.000 ευρώ αντίστοιχα), ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-5-2005 έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος (με την οποία παραπονιόταν και για την κήρυξη ως απαράδεκτης της συζήτησης της από 23-12-2003 αγωγής του).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά το μέρος που αφορά το πρώτο των επιδίκων αυτοκινητικών ατυχημάτων δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου της προαναφερόμενης διατάξεως των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 926 του ΑΚ, τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν.489/1976, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε στους ως άνω κανόνες δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της υπαιτιότητας των δύο οδηγών των δυο πρώτων συγκρουσθέντων οχημάτων και πλέον συγκεκριμένα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση της πρώτης από τις τρεις διαδοχικές συγκρούσεις, όπως επίσης και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς τους και των επελθόντων αποτελεσμάτων σε πράγματα (φθορές αυτοκινήτων), με συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ ορθά υπήγαγε και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τις συνέπειες της οδήγησης οχήματος με υπερβολική ταχύτητα κατά τη διάρκεια της νύκτας τα δεκτά γενόμενα από αυτό (Εφετείο Αθηνών) στις έννοιες αιτιώδους συνάφειας, της αμελείας και του συντρέχοντος πταίσματος.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά ένα μέρος και ο τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα των ανωτέρω και προβάλλουν τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημέλειες είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Αντίθετα, όμως και όσο αφορά το δεύτερο και τρίτο από τα επίδικα αυτοκινητικά ατυχήματα και κατά το μέρος που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως προς την πρόκληση αυτών και την συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος (Ι.
Κ.) και συνακόλουθα τη συνευθύνη προς αποζημίωση των αντιδίκων τους της δεύτερης αρχικής αναιρεσείουσας, ως ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου του πρώτου, την οποία διαδέχθηκε ήδη το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη καθενός των οδηγών που ενεπλάκησαν στο δεύτερο και τρίτο των ενδίκων ατυχημάτων με την πρόκληση αυτών και την εντεύθεν ευθύνη των ιδίων και την συνευθύνη των ιδιοκτητών και των ασφαλιστικών εταιριών στις οποίες ήταν αυτά ασφαλισμένα για αποζημίωση και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στους ζημιωθέντες από τα ατυχήματα αυτά.
Ειδικότερα δεν διευκρινίζει: α) εάν η συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος ως οδηγού του ΔΧΕ αυτοκινήτου-ταξί τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο για την πρόκληση των δευτέρου και τρίτου των επιδίκων αυτοκινητικών ατυχημάτων (σύγκρουση του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Κ. με το υπ' αριθ. κυκλ. ...
ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Γ. Π., με οδηγό τον Α. Σ. και την επόμενη σύγκρουση το παραπάνω ΙΧΕ αυτοκίνητο με το υπ' αρ. κυκλ. ... ΕΙΧ αυτοκίνητο-τζιπ με οδηγό τον Σ. Σ., αφού τα περιστατικά της παράνομης συμπεριφοράς αυτού για τη δεύτερη και την τρίτη των επιδίκων συγκρούσεων των οχημάτων με οδηγούς τον Α.
Κ. και Σ. Σ. συμπίπτουν καθ'ολοκληρία με εκείνα της παράνομης συμπεριφοράς του (παράβασης των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 του ν. 2696/1999-ΚΟΚ) για το πρώτο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα, χωρίς να διευκρινίζεται, εάν η παραμονή του φορτηγού αυτοκινήτου ακινητοποιημένου επάνω στις προστατευτικές μπάρες που διαχωρίζουν τα δύο ρεύματα της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας και με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του να έχει εισέλθει πλαγίως κατά 1,5 μέτρο στο ρεύμα κυκλοφορίας από Λαμία προς Αθήνα, ενώ αυτό κατευθυνόταν προς Λαμία, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον για πέντε έως δέκα λεπτά μετά τη σύγκρουσή του με το ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί του Ι.
Κ. (αναιρεσείοντος) χωρίς να τοποθετηθεί τριγωνική πινακίδα και να είναι τα φώτα θέσης αναμμένα οφειλόταν σε κάποια υπαίτια συμπεριφορά του προαναφερομένου οδηγού του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου, β) εάν τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη συμπεριφορά (αμελή οδήγηση) του Ι. Κ. για την πρόκληση του πρώτου των επιδίκων αυτοκινητικών, ατυχημάτων (σύγκρουση Δ.Χ.Ε.
αυτοκινήτου-ταξί αυτού με το φορτηγό αυτοκίνητο με οδηγό τον Α. Σ.) συνετέλεσαν από μόνα τους, χωρίς άλλη παράνομη συμπεριφορά αυτού, και σε θετική περίπτωση κατά ποιο ποσοστό στην πρόκληση του τρίτου των επιδίκων αυτοκινητικών ατυχημάτων (σύγκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας AUDI, με οδηγό τον Α. Κ. με το ΙΧΕ αυτοκίνητο τζιπ, ιδιοκτησίας των Σπύρου και Ι.
Σ. με οδηγό τον Σ. Σ.). Επομένως είναι βάσιμοι ο δεύτερος, κατά ένα μέρος, και ο τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση (κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 11-3-2003 αγωγή των Σ. Σ., Α. Δ. και Ι. και κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 7-1-2002 αγωγή των Α. Κ. και λοιπών εναγόντων ως προς τους αναιρεσείοντες Ι. Κ. και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" και ήδη το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα παραπάνω αναιρούμενα μέλη της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι μεν αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, οι δε πρώτος, δεύτερος, τρίτος, όγδοη, ένατος, δέκατος, δωδεκάτη και δέκατη τρίτη των αναιρεσιβλήτων ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρο 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 4-9-2007 αίτηση των Ι. Κ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8857/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την έκτη των αναιρεσιβλήτων ΑΕΕΓΑ με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και την ενδέκατη αναιρεσίβλητη Α. χήρα Κ. Γ..
Αναιρεί εν μέρει την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρούμενα μέρη της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των τέταρτου και πέμπτου του αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, έβδομο, όγδοη, ένατο , δέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ