Legislator Case Law & Legislation
1816/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against conviction for embezzlement due to sufficient evidence and adequate reasoning.

Case Number 1816/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against the Second Instance Court's decision to convict them for embezzlement. The defendants argued that the prosecution's evidence was insufficient and the court's reasoning lacked specific detail regarding the bank account movements and their roles in the company. The court rejected these claims, finding that the prosecution had presented sufficient evidence of guilt and that the Second Instance Court provided a comprehensive and logical explanation for its findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 and 485 of the Code of Criminal Procedure; Appeals against conviction are inadmissible if the prosecution has presented sufficient evidence of guilt and the court has provided adequate reasoning based on the facts and evidence.

Keywords

AI generated
embezzlement conviction appeal dismissal sufficient evidence adequate reasoning Code of Criminal Procedure Second Instance Court bank account movements

Cited Legislation

AI generated
Article 484, paragraph 1, item d of the Code of Criminal Procedure
Article 485, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1816 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1816/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις (2) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Α. του Μ. και 2. Κ. Α. του Δ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2602/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Μ. του Α..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Φεβρουαρίου 2010 δύο (2) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 297/2010.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 224/9-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω στο δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ'αριθμ. 22/10-2-2010 και 23/10-2-2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Α. Α. του Μ. και της Κ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οδός ..., οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους από το Δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Γ. Ασημακόπουλο, δυνάμει της από 10/2/2010 ειδικής προς τούτο εξουσιοδότησης κατά του υπ'αριθμ. 2602/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:

1) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2684/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους πιο πάνω αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλη αξίας, που του είχαν εμπιστευθεί στους υπαιτίους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας.

Στη συνέχεια μετά από έφεση που άσκησαν οι παραπάνω αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 2602/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτών και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης.

Επειδή οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες ( άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ ) αφού ασκήθηκαν την 10.2.2010 υπό του δικηγόρου Αθηνών Αθανασίου Ασημακόπουλου δυνάμει της από 10.2.2010 ειδικής εξουσιοδότησης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους την 19.2.2010 δια θυροκολλήσεως και στην αντίκλητό τους Ελένη Σταμέλου δικηγόρο Αθηνών την 1.2.2010. Επιπλέον ασκήθηκαν οι αναιρέσεις από δικαιούμενα σε άσκηση αυτής πρόσωπα (άρθρα 463, 482 Κ.Π.Δ.) και στρέφονται κατά Βουλεύματος υποκειμένου στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει αυτούς, για κακούργημα και περιέχουν ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως, να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

2) 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του Βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ'επιλογή μερικά εξ αυτών (ΑΠ 330/2007, ΑΠ 1560/2002, ΑΠ 108/2000 ).

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου ( ΑΠ 492/2007 ΠΧ ΝΗ, 130 ).

3) Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει ) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθ'ον χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δύο επιβαρυντικές περιστάσεις δηλαδή αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Διαχείριση δε ξένης περιουσίας έχει κάποιος, όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου ( του εντολέα του ) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως αυτού ( ΑΠ 2267/2008, ΑΠ 802/2008 ).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό ( βούλευμα ) εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγραφα που προσκομίστηκαν και περιέχονται σ'αυτή και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου του έτους 1998 έως και μηνός Νοεμβρίου του έτους 2000 η αναιρεσείουσα Κ. Α. ήταν Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ", ο δε σύζυγος της, αναιρεσίων, Α. Α., συμμετείχε στις εργασίες αυτής και σε πράξεις διαχείρισης με ανάληψη πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων.

Ο εγκαλών Β. Μ., καθηγητής μαθηματικών, περί το τέλος του έτους 1998, υπέγραψε σύμβαση με τη χρηματιστηριακή εταιρεία "ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΙ", η οποία τον καταχώρησε ως πελάτη της, του χορήγησε κωδικό αριθμό και τον παρέπεμψε στην εταιρεία των αναιρεσειόντων. ώστε οι εντολές του να διαβιβάζονται σ' αυτούς και η τήρηση του χαρτοφυλακίου του να γίνεται από την ανωτέρω πρώτη εταιρεία.

Επίσης συμφωνήθηκε γραπτώς η πληρωμή από την ΑΧΕ των χρημάτων που δικαιούτο ως αντίτιμο από πώληση τίτλων του να γίνεται στον ίδιο ή σε καταβολή με τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό του με αριθμό 034030071796 στη Γενική Τράπεζα ή με επιταγή εις διαταγήν του. Από τις αρχές του έτους 1999 η εταιρεία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ" διαχειριζόταν τα χρήματα του, που από το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων 20.000.000 δραχμών αρχικώς, ανήλθε στο ποσό των 80.000.000 ευρώ, το θέρος του ιδίου έτους, όπως τον διαβεβαίωναν οι αναιρεσείοντες.

Το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους ο εγκαλών ζήτησε από τους αναιρεσείοντες να πωλήσουν μικρό αριθμό μετοχών του και να του καταβάλουν το ποσό των 4.500.000 δρχ. που χρειαζόταν. Όμως, αντί να λάβει μετρητά, του παρέδωσαν δυο επιταγές ποσών αντιστοίχως 3.700.000 και 800.000 δρχ. που του δημιούργησαν πρόβλημα στην εφορία, διότι ήταν εκδόσεως μιας εταιρείας "off shore".

Έτσι, περί το τέλος το έτους 1999, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης του χρηματιστηρίου, τους ζήτησε να εκποιήσουν τις μετοχές του. 'Ομως οι αναιρεσείοντες τον διαβεβαίωναν ότι το χαρτοφυλάκιο του δεν κινδυνεύει διότι οι έξι χιλιάδες (6.000) μετοχές της εταιρείας "Κ." αξίας εκάστη 15.000 δρχ., ήτοι συνολικά 90.000.000 δρχ.

ήταν μετοχές με άνοδο και μεγάλη αξία. Ο εγκαλών στη συνέχεια ανακάλυψε ότι από το μήνα Οκτώβριο το έτους 1999 είχαν εκποιήσει όλο το χαρτοφυλάκιο του, χωρίς σχετική εντολή εκ μέρους του. Προηγουμένως είχαν ανοίξει νέο λογαριασμό στην τράπεζα Eurobank (κατάστημα Κολωνακίου 012) με αριθμό ... και δικαιούχους τους ιδίους και ιδιοποιούντο χωρίς τη συναίνεση του, τα χρήματα που κατατίθεντο από την εξαγορά των μετοχών του.

Ειδικότερα ανέλαβαν από 11-3-1999 έως 22-11-2000 το συνολικό ποσό των 65.994.048 δρχ. ή 193.672,92 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο τους είχε εμπιστευθεί ο εγκαλών λόγω της ιδιότητας τους ως διαχειριστών του λογαριασμού του, χωρίς να το αποδώσουν.

Από προσκομιζόμενη έγγραφη δήλωση που υπογράφει ο Α. Α. αναγνωρίζει ότι οφείλει στον εγκαλούντα το ποσό των 60.000.000 δρχ. ή το ισόποσο 6.000 μετοχών της εταιρείας Κ. ΑΕ, το ποσό δε των 30.000.000δρχ. θα κατέθεταν έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1999 και το υπόλοιπο θα διακανονιζόταν κατά την ανωτέρω ημερομηνία, χωρίς και να αποδοθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της Eurobank ουδέποτε εκδόθηκε αναληπτική κάρτα επ' ονόματι του συνδικαιούχου Β. Μ., αν και υπήρξαν 72 αναλήψεις μετρητών από αυτόματη ταμειακή μηχανή, ενώ από τη σύγκριση των στοιχείων ταυτότητας που υπέβαλε ο εγκαλών στην ανωτέρω τράπεζα σε συνδυασμό με τα αρχεία της δεν κατέστη δυνατή η διαπίστωση ταυτοπροσωπίας του, ως συνδικαιούχου του λογαριασμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στον εγκαλούντα εδόθη στη συνέχεια μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως της εταιρείας ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ με ημερομηνία έκδοσης την 15-3-2000, ποσού 90.000.000 δρχ. η οποία ήταν ακάλυπτη και δεν πληρώθηκε με συνέπεια να καταδικαστεί η Κ. Α. για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με την υπ' αριθμ. 69786/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Αλλωστε η Κ. Α. είχε ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρείας, όπως επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις του Β. Μ., την υπ' αριθμ. 86899/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων προκειμένου να μειώσει τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ και το υπ' αριθμ. 1041/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπου αναφέρεται ότι στην από 22-3-2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ εκτίθεται ότι η ανωτέρω Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΛΔΕ ενημέρωσε τον Ν. Β. ότι προέβησαν σε ρευστοποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου του για κάλυψη του χρεωστικού του υπολοίπου, χωρίς βέβαια δική του εντολή.

Συνεπώς αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι ο εγκαλών έδωσε εν λευκώ εντολή διαχείρισης του χρηματιστηριακού του κωδικού και στα πλαίσια της συνεργασίας τους συμφωνήθηκε, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, να ανοιγεί ένας κοινός λογαριασμός την Τράπεζα Eurobank, ώστε να μην αναλαμβάνει ο ίδιος χρήματα από το λογαριασμό του κωδικού του, να τα μεταφέρει και να δίνει νέα εντολή για αγορά μετοχών.

Επίσης ανακόλουθος είναι ο ισχυρισμός τους ότι δεν προέκυψε βλάβη του εγκαλούντος και ότι οι κινήσεις του τηρούμενου στη Eurobank λογαριασμού από 11-3-1999 έως 22-11-2000 δεν αντιστοιχούν όλες στον κωδικό του εγκαλούντος αλλά πρόκειται για ατομικές κινήσεις, που ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν. Περαιτέρω αντιφατικός και αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της Κ.

Α. ότι ουδέποτε ενεπλάκη στη διοίκηση και στη διαχείριση της συγκεκριμένης εταιρείας και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση στο ταμείο της εταιρείας, μετέχοντας για λόγους παντελώς τυπικούς, ως Διευθύνουσα Σύμβουλος, στη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕ". Από τα προεκτεθέντα, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων που επιβάλλουν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, ορθά δε το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών τους παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας.

Ακολούθως το Συμβούλιο, με παραδεκτή παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή των ενώπιόν του, με την αιτιολογία ότι από την απολογία τους, τα από 20.3.2008 απολογητικά τους υπομνήματα, εγχειρισθέντα την 26.3.2008 ενώπιον του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών και τα έγγραφα που προσκόμισαν με επάρκεια εξέθεσαν τις απόψεις τους για την κατηγορία.

Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1, 2 Π.Κ., την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο.

Επομένως, ο ταυτόσημος κατά περιεχόμενο μοναδικός λόγος των αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του ανωτέρω λόγου, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος στις αιτήσεις αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος που ερευνάται αυτεπάγγελτα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 22/10.2.2010 και 23/10.2.2010 αιτήσεις των Α. Α. του Μ. και Κ. Α. του Δ., αντίστοιχα, κατοίκων ..., οδός ... για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2602/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.

Αθήνα 7-6-2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ' ον χρόνον βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δολία προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.

Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου τούτου όπως ετροποιήθη με το αρθρ. 1 §9 ν.2408/96 (που ισχύει από 4-6-1996), αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επιτρόπου, ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το νόμο 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστού ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα. Την εξουσία αυτή μπορεί να έχει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση.

Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητος του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητός του αυτής. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατήγορου μενού στο ακροατήριο.

Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογία αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται αναλυτή παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με το 2684/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για το κακούργημα της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας.

Μετά από έφεση των αναιρεσειόντων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 2602/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι:

Κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου του έτους 1998 έως και μηνός Νοεμβρίου του έτους 2000 η αναιρεσείουσα Κ. Α. ήταν Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ", ο δε σύζυγός της, αναιρεσείων, Α. Α., συμμετείχε στις εργασίες αυτής και σε πράξεις διαχείρισης με ανάληψη πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων.

Ο εγκαλών Β. Μ., καθηγητής μαθηματικών, περί το τέλος του έτους 1998, υπέγραψε σύμβαση με τη χρηματιστηριακή εταιρεία "ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΙ", η οποία τον καταχώρησε ως πελάτη της, του χορήγησε κωδικό αριθμό και τον παρέπεμψε στην εταιρεία των αναιρεσειόντων. ώστε οι εντολές του να διαβιβάζονται σ' αυτούς και η τήρηση του χαρτοφυλακίου του να γίνεται από την ανωτέρω πρώτη εταιρεία.

Επίσης συμφωνήθηκε γραπτώς η πληρωμή από την ΑΧΕ των χρημάτων που δικαιούτο ως αντίτιμο από πώληση τίτλων του να γίνεται στον ίδιο ή σε καταβολή με τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό του με αριθμό 034030071796 στη Γενική Τράπεζα ή με επιταγή εις διαταγήν του. Από τις αρχές του έτους 1999 η εταιρεία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ" διαχειριζόταν τα χρήματα του, που από το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων 20.000.000 δραχμών αρχικώς, ανήλθε στο ποσό των 80.000.000 ευρώ, το θέρος του ιδίου έτους, όπως τον διαβεβαίωναν οι αναιρεσείοντες.

Το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους ο εγκαλών ζήτησε από τους αναιρεσείοντες να πωλήσουν μικρό αριθμό μετοχών του και να του καταβάλουν το ποσό των 4.500.000 δρχ. που χρειαζόταν. Όμως, αντί να λάβει μετρητά, του παρέδωσαν δυο επιταγές ποσών αντιστοίχως 3.700.000 και 800.000 δρχ. που του δημιούργησαν πρόβλημα στην εφορία, διότι ήταν εκδόσεως μιας εταιρείας "off shore".

Έτσι, περί το τέλος το έτους 1999, λόγω της συνεχιζόμενης πτώσης του χρηματιστηρίου, τους ζήτησε να εκποιήσουν τις μετοχές του. Όμως οι αναιρεσείοντες τον διαβεβαίωναν ότι το χαρτοφυλάκιο του δεν κινδυνεύει διότι οι έξι χιλιάδες (6.000) μετοχές της εταιρείας "Κ." αξίας εκάστη 15.000 δρχ., ήτοι συνολικά 90.000.000 δρχ.

ήταν μετοχές με άνοδο και μεγάλη αξία. Ο εγκαλών στη συνέχεια ανακάλυψε ότι από το μήνα Οκτώβριο το έτους 1999 είχαν εκποιήσει όλο το χαρτοφυλάκιο του, χωρίς σχετική εντολή εκ μέρους του. Προηγουμένως είχαν ανοίξει νέο λογαριασμό στην τράπεζα Εurobank (κατάστημα Κολωνακίου 012) με αριθμό ... και δικαιούχους τους ιδίους και ιδιοποιούντο χωρίς τη συναίνεση του, τα χρήματα που κατατίθεντο από την εξαγορά των μετοχών του.

Ειδικότερα ανέλαβαν από 11-3-1999 έως 22-11-2000 το συνολικό ποσό των 65.994.048 δρχ. ή 193.672,92 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο τους είχε εμπιστευθεί ο εγκαλών λόγω της ιδιότητας τους ως διαχειριστών του λογαριασμού του, χωρίς να το αποδώσουν.

Από προσκομιζόμενη έγγραφη δήλωση που υπογράφει ο Α. Α. αναγνωρίζει ότι οφείλει στον εγκαλούντα το ποσό των 60.000.000 δρχ. ή το ισόποσο 6.000 μετοχών της εταιρείας Κ. ΑΕ, το ποσό δε των 30.000.000δρχ. θα κατέθεταν έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1999 και το υπόλοιπο θα διακανονιζόταν κατά την ανωτέρω ημερομηνία, χωρίς και να αποδοθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της Εurobank ουδέποτε εκδόθηκε αναληπτική κάρτα επ' ονόματι του συνδικαιούχου Β. Μ., αν και υπήρξαν 72 αναλήψεις μετρητών από αυτόματη ταμειακή μηχανή, ενώ από τη σύγκριση των στοιχείων ταυτότητας που υπέβαλε ο εγκαλών στην ανωτέρω τράπεζα σε συνδυασμό με τα αρχεία της δεν κατέστη δυνατή η διαπίστωση ταυτοπροσωπίας του, ως συνδικαιούχου του λογαριασμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στον εγκαλούντα εδόθη στη συνέχεια μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεως της εταιρείας ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ με ημερομηνία έκδοσης την 15-3-2000, ποσού 90.000.000 δρχ. η οποία ήταν ακάλυπτη και δεν πληρώθηκε με συνέπεια να καταδικαστεί η Κ. Α. για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με την υπ' αριθμ. 69786/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Άλλωστε η Κ. Α. είχε ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρείας, όπως επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις του Β. Μ., την υπ' αριθμ. 86899/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων προκειμένου να μειώσει τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ και το υπ1 αριθμ. 1041/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όπου αναφέρεται ότι στην από 22-3-2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ εκτίθεται ότι η ανωτέρω Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ΕΛΔΕ ενημέρωσε τον Ν. Β. ότι προέβησαν σε ρευστοποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου του για κάλυψη του χρεωστικού του υπολοίπου, χωρίς βέβαια δική του εντολή.

Συνεπώς αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι ο εγκαλών έδωσε εν λευκώ εντολή διαχείρισης του χρηματιστηριακού του κωδικού και στα πλαίσια της συνεργασίας τους συμφωνήθηκε, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, να ανοίγει ένας κοινός λογαριασμός την Τράπεζα Εurobank, ώστε να μην αναλαμβάνει ο ίδιος χρήματα από το λογαριασμό του κωδικού του, να τα μεταφέρει και να δίνει νέα εντολή για αγορά μετοχών. Επίσης ανακόλουθος είναι ο ισχυρισμός τους ότι δεν προέκυψε βλάβη του εγκαλούντος και ότι οι κινήσεις του τηρούμενου στη Εurobank λογαριασμού από 11-3-1999 έως 22-11-2000 δεν αντιστοιχούν όλες στον κωδικό του εγκαλούντος αλλά πρόκειται για ατομικές κινήσεις, που ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν. Περαιτέρω αντιφατικός και αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της Κ. Α. ότι ουδέποτε ενεπλάκη στη διοίκηση και στη διαχείριση της συγκεκριμένης εταιρείας και ως εκ τούτου δεν είχε πρόσβαση στο ταμείο της εταιρείας, μετέχοντας για λόγους παντελώς τυπικούς, ως Διευθύνουσα Σύμβουλος, στην εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΑΕ".

Από τα προεκτεθέντα, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων που επιβάλλουν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, ορθά δε το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών τους παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας. Ακολούθως το Συμβούλιο, με παραδεκτή παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των ενώπιον του, με την αιτιολογία ότι από την απολογία τους, τα από 20.3.2008 απολογητικά τους υπομνήματα, εγχειρισθέντα την 26.3.2008 ενώπιον του Ανακριτή του 6ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών και τα έγγραφα που προσκόμισαν με επάρκεια εξέθεσαν τις απόψεις τους για την κατηγορία.

Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο.

Ειδικότερα, διαλαμβάνει τον τρόπο τελέσεως αντικειμενικώς και υποκειμενικώς του εγκλήματος τούτου από τους αναιρεσείοντες, εξειδικεύοντας το σκοπό καθώς και το όφελος που αυτοί επεδίωκαν χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η λεπτομερής αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά αφού αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους.

Όθεν οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες ταυτόσημοι και μόνοι εκ του άρθρου 484 παρ. Ι στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι, συνακολούθως είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι αιτήσεις αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 22/10-02-2010 και 23/ 10-02-2010 αιτήσεις των Α. Α. του Μ. και Κ. Α. του Δ., κατοίκων ... για αναίρεση του 2602/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ