Greek Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify substantive law violations or factual assumptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a lower court's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its findings on good faith possession, but the court rejected this claim. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds cited were too vague, lacking specific references to violated substantive law articles or the factual premises relied upon by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 51 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely specify the legal error, citing the exact substantive law provision violated and the specific factual assumptions or insufficient reasoning relied upon by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1816 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1816/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Πολυχρόνη Καραστεργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν 1. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αναστασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6432/2003 μη οριστική, 1208/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1637/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 2-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 11-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. O πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 2.10.2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 153/2007 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Ε) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999) .
ΙΙ). Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ.(50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ.18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1),και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 τον ν. της 21.613-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 τον εν λόγω Β.Δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.
δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 τον αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή τον ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων τον Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά.
Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας επί δημοσίων δασών με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με τη συμπλήρωση τριακονταετίας μέχρι 11-9-1915, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 37 α.ν.1539/1938, με τις οποίες ορίζεται ότι επί δημοσίων γενικά δασών, νομέας θεωρείται το Δημόσιο και ότι κανένας δεν μπορεί να αποκτήσει νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή με οποιοδήποτε άλλη πράξη.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98).
Κατά συνέπεια οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ασκούσαν νομή στο επίδικο έως τις 11.9.1915 με καλή πίστη, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν αναφέρονται οι ελλιπείς αιτιολογίες και τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να διαλαμβάνονται στην απόφαση ή ακόμη και ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, αλλά προβάλλονται απαραδέκτως αιτιάσεις που αναφέρονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.10.2007 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1637/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ