Legislator Case Law & Legislation
1816/2007 AI generated

1816/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1816/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ΄αριθμ. 3024/26-7-2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1816/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, στο Ελληνικό Δίκαιο, πρέπει να έχουν φθάσει μέχρι και την αναίρεση ή να έχει παρέλθει η σχετική προθεσμία. Επίσης άλλη μία διάκριση των εν λόγω αποφάσεων είναι σε αυτές οι οποίες διαπιστώνουν την παραβίαση της Σύμβασης, που μπορούν να ονομασθούν "αναγνωριστικές" με κάποια ευρεία εφαρμογή του όρου αυτού του εσωτερικού Δικαίου και αυτές οι οποίες επιδικάζουν δίκαιη αποζημίωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1816 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1816/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΒΙΟΖΩΚΑΤ ΑΕ)", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χορομίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17 Οκτωβρίου 2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νικόλαο Πολιτικό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ΄αριθμ. 3024/26-7-2004 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2118/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στις 4-11-1950 στη Ρώμη, που κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το ν. 2329/1953 και, ύστερα από την καταγγελία της από το δικτατορικό καθεστώς, εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, προκύπτει ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) διακρίνονται σε τελεσίδικες και μη.

Οι τελεσίδικες δε αποφάσεις θεωρούνται ως τέτοιες όχι μόνο επειδή το ορίζει το πρωτότυπο κείμενο της Σύμβασης (άρθρα 42 και 44) στην αγγλική και γαλλική αλλά και διότι δεν είναι δυνατή πλέον η καθ' οιονδήποτε τρόπο προσβολή τους, είτε κατά το Διεθνές Δίκαιο είτε κατά το εσωτερικό Δίκαιο. Στο Διεθνές Δίκαιο δεν υπάρχει πλέον μέσο να προσφύγει κάποιος κατά των αποφάσεων, αυτών, στο δε εσωτερικό Δίκαιο όλα τα ένδικα μέσα πρέπει να έχουν ήδη ασκηθεί πριν από την προσφυγή (άρθρο 35 παρ. 1 της Σύμβασης) για να γίνει δεκτή η προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ.

Έτσι, στο Ελληνικό Δίκαιο, πρέπει να έχουν φθάσει μέχρι και την αναίρεση ή να έχει παρέλθει η σχετική προθεσμία. Επίσης άλλη μία διάκριση των εν λόγω αποφάσεων είναι σε αυτές οι οποίες διαπιστώνουν την παραβίαση της Σύμβασης, που μπορούν να ονομασθούν "αναγνωριστικές" με κάποια ευρεία εφαρμογή του όρου αυτού του εσωτερικού Δικαίου και αυτές οι οποίες επιδικάζουν δίκαιη αποζημίωση.

Εφόσον κατά το άρθρο 41 του νέου κειμένου της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ διαπιστώσει ότι τα μέτρα τα οποία προτείνει, ή έλαβε το κράτος μετά τη διαπίστωση της παράβασης, δεν επαρκούν για να επανορθώσουν πλήρως την παραβίαση και τη ζημία που δημιουργήθηκε στον προσφεύγοντα, μπορεί να του αναγνωρίσει και να του επιδικάσει "δίκαιη ικανοποίηση" η οποία δεν πρόκειται για αποζημίωση.

Πράγματι, το Δικαστήριο εξετάζει, μετά την αναγνώριση της παράβασης, κατά πόσον τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από το κράτος είναι επαρκή ή δεν είναι επαρκή και αν όχι, χορηγεί μία δίκαιη ικανοποίηση. Η σχετική δε απόφαση μπορεί να ονομασθεί ως καταψηφιστική, πάλι με την ευρεία έννοια του όρου. Περαιτέρω η απόφαση του ΕΔΔΑ έχει δύο ειδών επιπτώσεις στην εσωτερική έννομη τάξη:

Έμμεσες, δηλαδή αυτές που δεν αφορούν την υλοποίηση αυτή καθεαυτή της απόφασης, αλλά αποτελούν μία προϋπόθεση για τη ρύθμιση άλλων υποθέσεων στο εσωτερικό δίκαιο, στην εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή ποία έκταση έχει το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ σε σύγκριση με άλλες αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων.

Και δεύτερον, άμεσες επιπτώσεις και άμεση εφαρμογή, δηλαδή κατά πόσο είναι δυνατή η πραγματοποίηση και η εκτέλεση των αποφάσεων στο εσωτερικό δίκαιο, την εσωτερική έννομη τάξη. Τα έμμεσα δε αποτελέσματα αφορούν και το δεδικασμένο. Η τελεσίδικη απόφαση του ΕΔΔΑ δημιουργεί το τυπικό δεδικασμένο. Όσον, αφορά το ουσιαστικό δεδικασμένο, θα πρέπει να εξετασθεί σε ποίες υποθέσεις και σε ποία θέματα θα λειτουργήσει, ώστε να απαγορεύσει την έκδοση νέας απόφασης ή να ληφθεί ως βάση του προδικαστικού ζητήματος.

Ως προς τις καταψηφιστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ και την δίκαιη ικανοποίηση, δεν απαιτείται να έχει εκδοθεί προηγουμένως από τα εθνικά δικαστήρια απόφαση που να την έχει απορρίψει και είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε προσφυγή κατά το εσωτερικό δίκαιο (στην εθνική έννομη τάξη), κρίνεται δε για πρώτη φορά από το ΕΔΔΑ.

Αν δεν τέθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση, μπορεί να ζητηθεί και από τα εθνικά (ελληνικά) δικαστήρια και εκ των υστέρων. Αν, αντίθετα, έχει εκδοθεί σχετική απόφαση από το ΕΔΔΑ, αυτή αποτελεί δεδικασμένο και μάλιστα με την αρνητική μορφή του ουσιαστικού δεδικασμένου και δεν μπορεί να εκδοθεί άλλη από τα ελληνικά δικαστήρια.

Είτε το ΕΔΔΑ απέρριψε τη δίκαιη ικανοποίηση είτε χορήγησε δίκαιη ικανοποίηση, δεν μπορεί να ζητηθεί εκ νέου από τα ελληνικά δικαστήρια.

Συνεπώς σ' αυτά τα θέματα υπάρχει ουσιαστικό δεδικασμένο με την αρνητική μορφή. Υπάρχει, όμως, δεδικασμένο και με τη θετική του μορφή του προδικαστικού ζητήματος. Έτσι, όταν στο εσωτερικό δίκαιο προβλέπεται η δυνατότητα -πράγμα το οποίο είναι δυνατό σε κάθε φάση και ανεξάρτητα αν έχει αποφασίσει για δίκαιη αποζημίωση το ΕΔΔΑ- να προσφύγει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με άλλες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου και κυρίως την αστική ευθύνη του κράτους, όταν παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του και από την παραβίαση των δικαιωμάτων του υπήρξε ζημία, για την οποία ευθύνεται το Δημόσιο, μπορεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Εισ.

Ν. ΑΚ (άρθρα 104, 105), να εγείρει αγωγή αστικής αποζημίωσης κατά του Κράτους. Στην περίπτωση αυτή θα θεωρηθεί ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ αποτελεί ουσιαστικό δεδικασμένο, που έχει θετική επέμβαση για το προδικαστικό ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο η πράξη ήταν παράνομη ή όχι. Στο σημείο αυτό λαμβάνονται υπόψη όχι οι αποφάσεις (προηγούμενες) του εσωτερικού δικαίου, αλλά εκείνη του ΕΔΔΑ.

Όμως, οι αναγνωριστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν και άμεσα αποτελέσματα. Αυτές, αφορούν συνήθως παραβιάσεις και διαπιστώνουν παραβάσεις, οι οποίες έγιναν από τον ίδιο το νομοθέτη, όταν έχει θέση κανόνα ο οποίος είναι αντίθετος με την ΕΣΔΑ και αυτόν εφάρμοσαν τα δικαστήρια και συνεπώς η διαπίστωση της παραβίασης, είναι να μεταβληθεί η σχετική νομοθεσία.

Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν είναι ο νόμος που είναι αντίθετος αλλά η ερμηνεία και η εφαρμογή του από τα εθνικά όργανα, είτε τα δικαστήρια είτε τα διοικητικά όργανα, τα οποία σε ασάφεια του νόμου ή ερμηνεύοντας αυτόν όχι σύμφωνα με τη Σύμβαση, παραβιάζουν προστατευόμενα από αυτή δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει η δυνατότητα αποστολής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης στα δικαστήρια, με την απόφαση του ΕΔΔΑ, ώστε να συμμορφωθούν στις μελλοντικές υποθέσεις.

Περαιτέρω σχετικά με το θέμα που προέκυψε ως προς την τύχη των αμετάκλητων και παραγουσών δεδικασμένο στην Ελλάδα αποφάσεων των Ελληνικών δικαστηρίων που είναι ακριβώς αντίθετες με την αναγνωριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, για μεν τις ποινικές αποφάσεις δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα πλέον, αφού με το νόμο 2865/2000 προστέθηκε στο άρθρο 525 ΚΠοινΔ παράγραφος 1 και 5η περίπτωση για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, για δε τις πολιτικές υποθέσεις δεν έγινε αντίστοιχη ρύθμιση και συνεπώς δεν προβλέπεται επανάληψη της διαδικασίας.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα δηλαδή από τη φύση και το είδος της πολιτειακής πράξης που αποτέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της παραβίασης της Σύμβασης, η απόφαση του ΕΔΔΑ δεν έχει καθεαυτή την ικανότητα να διεισδύει στην εθνική έννομη τάξη και να συνεπιφέρει την αυτόθροη κατάργηση της παραπάνω πράξης. Τούτο προκύπτει τόσο από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης όσο και από την αναφορά του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ στο εσωτερικό δίκαιο ως κώλυμα εξάλειψης των συνεπειών της παραβίασης, η οποία θα στερούνταν νοήματος εάν η απόφαση του ΕΔΔΑ είχε την παραπάνω αυτόθροη καταργητική ισχύ.

Το ίδιο το Δικαστήριο δέχεται σταθερά ότι από τις αποφάσεις του απορρέει μόνο μία υποχρέωση επίτευξης αποτελέσματος για το κράτος-παραβάτη, ενώ η επιλογή των μέσων αφήνεται καταρχήν στο τελευταίο. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι με την από 27-4-98 αίτησή της, ενώπιον του Εφετείου, ζήτησε μεταξύ άλλων, να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ολόκληρο το απαλλοτριούμενο εδαφικό τμήμα της με αριθμό ΚΠ 6 ιδιοκτησίας της, εμβαδού 9.965 τ.μ., συμπεριλαμβανομένου και του αυτοαποζημιούμενου τμήματος, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση του τμήματος Πλαταμώνα-Κατερίνης της ΕΟ, με τη με αριθμ. 1090096/5978/0010/21-8-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ.

Ότι, επί της αιτήσεώς της αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 421/1998 προδικαστική απόφαση και στη συνέχεια η με αριθμ. 2273/2000 οριστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μόνο για το απαλλοτριούμενο τμήμα, επειδή αυτή θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη και δεν αποζημιώθηκε για το αυτοαποζημιούμενο τμήμα εμβαδού 1841 τ.μ.

αφού δεν εξετάσθηκε το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης και ότι στη συνέχεια, άσκησε αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης, αλλά ο Άρειος Πάγος, με τη με αριθμ. 1233/2001 απόφασή του, δεν αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου ως προς το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης. Περαιτέρω, ότι μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την κατάθεση της από 2-10-2000 ατομικής προσφυγής της, επί της οποίας εκδόθηκε η από 29-8-2002 προδικαστική απόφαση, η οποία έκρινε ότι εσφαλμένα δεν εξετάσθηκε από τα ελληνικά δικαστήρια το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης και ότι εξ αυτού του λόγου υπήρξε παραβίαση της αρχής του σεβασμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας της.

Στη συνέχεια, ότι με την από 9-10-2003 οριστική του απόφαση του Ευρ. ΔΔΑ επιβεβαίωσε την ως άνω παράβαση, δεν της επιδίκασε όμως δίκαιη αποζημίωση, διότι αυτή δεν προσδιόρισε το αιτούμενο ποσό. Τέλος, ότι μετά την έκδοση της απόφασης του Ευρ.ΔΔΑ, όπου κρίθηκε ότι πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης και με δεδομένο ότι το Εφετείο με τη με αριθμ. 123/2003 απόφασή του έκρινε ότι αυτή δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του ιδίου ακινήτου της και έτσι υπάρχει δεδικασμένο ότι δεν ωφελήθηκε από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, ζητεί να προσδιοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τη θεωρούμενη ως αυτοαποζημιούμενη λωρίδα εδάφους, εμβαδού 1.841 τ.μ., στο ποσό των 65 ευρώ το τ.μ., να καταδικασθεί το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση για την παραπάνω λωρίδα εδάφους, με το νόμιμο τόκο και τέλος να καταδικασθεί αυτό στη δικαστική της δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην παραπάνω νομική σκέψη, μη νόμιμη για τους παρακάτω λόγους. Όπως προαναφέρθηκε, καθεαυτή η απόφαση του ΕυρΔΔΑ δεν έχει ως συνέπεια την αυτόματη ανάκληση ή ακύρωση της ενδοπολιτειακής πράξης για την οποία παραπονείται ο προσφεύγων, αλλά απλώς βεβαιώνει την παραβίαση της Σύμβασης και ενδεχομένως επιδικάζει χρηματική αποζημίωση ως "δίκαιη ικανοποίηση".

Δηλαδή, δεν διεισδύει στην εσωτερική έννομη τάξη και δεν αίρει, καθεαυτή, την παραβίαση. Η παραπάνω αναγνωριστική απόφαση του ΕυρΔΔΑ, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι εσφαλμένα τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν εξέτασαν το θέμα της αυτοαποζημίωσης, δεν ανακαλεί ούτε ακυρώνει την ως άνω με αριθμ. 1233/2001 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε διαφορετικά.

Επίσης, το γεγονός ότι κρίθηκε από το Ευρ.ΔΔΑ ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως, δεν σημαίνει ότι το σχετικό ζήτημα μπορεί να κριθεί εξυπαρχής από τα εθνικά Δικαστήρια και μάλιστα από το παρόν, διότι τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται από το εθνικό μας Δίκαιο, ως μορφή επανάληψης διαδικασίας. Η μόνη δυνατότητα που έχει η αιτούσα, σύμφωνα με τα παραπάνω, και εφόσον δεν τέθηκε ενώπιον του Ευρ.ΔΔΑ αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση, είναι να ζητήσει αυτήν από τα εθνικά Δικαστήρια.

Εκτός τούτου, εάν αυτή θεωρεί ότι από την παραβίαση των ως άνω δικαιωμάτων της υπήρξε ζημία, για την οποία ευθύνεται το Δημόσιο, μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 Εισ. ΝΑΚ, να εγείρει αγωγή αστικής αποζημιώσεως, κατά του Κράτους. Και στην περίπτωση αυτή, θα θεωρηθεί ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ αποτελεί ουσιαστικό δεδικασμένο, που έχει θετική επέμβαση για το προδικαστικό ζήτημα, δηλαδή κατά πόσο η πράξη ήταν παράνομη ή όχι και στο σημείο αυτό λαμβάνονται υπόψη, όχι οι αποφάσεις (προηγούμενες) του εσωτερικού δικαίου αλλά εκείνη του ΕΔΔΑ.

Επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως μη νόμιμη την διαληφθείσα αίτηση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση και οι τέσσερις λόγοι αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος τους εκ του αριθμού 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το τρίτο μέρους τους εκ των αριθμών 16 και 6 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αλλά αναφέρονται μόνο οι διατάξεις που τις προβλέπουν.

ΙΙΙ.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση η ενώπιον του Εφετείου αίτηση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με κύρια αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, οι δε κατά της αποφάσεως του Εφετείου λόγοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος κατά το πρώτο μέρος τους απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, ενώ οι τέσσερις λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος τους καθώς και οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος τους απορρίφθηκαν ως αόριστοι. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο μέρη του από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την επάλληλη αιτιολογία της είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΒΙΟΖΩΚΑΤ ΑΕ) για αναίρεση της 2118/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2007. Και,

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26 Ιουλίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ