Legislator Case Law & Legislation
1815/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of admissible grounds regarding missing evidence of lost profits.

Case Number 1815/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court accepted unproven claims about the respondent's lost sales figures without evidence. The court held that the specific allegation regarding the 68,152.50 euro turnover did not constitute a valid ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the alleged fact does not constitute a 'thing' requiring independent proof or if the lower court's decision relies on evidence already presented without needing specific evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility missing evidence lost profits claim Code of Civil Procedure burden of proof inadmissible appeal judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 20/1992
AP 390/2004
AP 849/2002
AP 1935/2014
Supreme Court dismisses Volkswagen AG's appeal regarding consumer liability for defective airbag placement causing personal injury.
AP 436/2014
Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for failure to prove facts without evidence.
AP 1819/2024
Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of guarantor's claim against bank.
AP 1559/2022
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and rejects factual evaluation review under Greek Civil Procedure Code.
AP 146/2022
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for negative arguments not constituting new matters under Article 559. The court rejects the appeal because the appellant's arguments regarding calculation errors and contractor deductions are merely negative assertions continuing the original claim's historical basis rather than new matters that the lower court was required to consider. Consequently, the appeal is inadmissible, and the appellant is ordered to pay the appellee's legal costs. The court ruled that negative arguments which follow the historical basis of a claim do not constitute 'matters' under Article 559, Paragraph 8 of the Code of Civil Procedure. Therefore, the appeal is dismissed, and the appellant must bear the legal costs of the appellee as determined by the relevant provisions of the Code of Civil Procedure and the Local Government Code. The appellant's arguments regarding calculation errors and contractor deductions are merely negative assertions continuing the original claim's historical basis rather than new matters that the lower court was required to consider. Consequently, the appeal is inadmissible, and the appellant is ordered to pay the appellee's legal costs. The court ruled that negative arguments which follow the historical basis of a claim do not constitute 'matters' under Article 559, Paragraph 8 of the Code of Civil Procedure. Therefore, the appeal is dismissed, and the appellant must bear the legal costs of the appellee as determined by the relevant provisions of the Code of Civil Procedure and the Local Government Code.
AP 8/2019
Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership dispute involving a religious monastery.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1815 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "SKAG AE", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάρκου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "JUMBO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Νούσια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3212/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4743/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/5/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4743/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 3212/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά της εναγόμενης - αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ390/2004, ΑΠ 849/2002). Έτσι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΟλΑΠ 22/1995, ΑΠ 1043/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 175/2010).

Περαιτέρω αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του, το κύρος του, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως για την παραπάνω αιτία αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά την ηθική βλάβη των φυσικών προσώπων, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 932/2019).

Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου, αυτό απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλείται και, στη συνέχεια, να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και της έκτασης της βλάβης, του πταίσματος του υπαιτίου και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ` αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ.

ΟλΑΠ 2/2008). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 15/2021, 1048/2020, 704/2017). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1001/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα αιτήματα της αγωγής:

α) περί αποζημιώσεως ποσού 1.686.000 ευρώ για τη ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα από την οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης παύση της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας και β) περί χρηματικής ικανοποιήσεως 2.000.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη και υπαίτια προσβολή του επίδικου σήματος και των διακριτικών γνωρισμάτων της αναιρεσείουσας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτήν, τα εξής: << Ότι δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον κλάδο της παραγωγής και εμπορίας ειδών χαρτοπωλείου. Ότι είναι δικαιούχος των αναφερόμενων στην αγωγή ημεδαπών σημάτων και δη:

α) του υπ' αριθ. ... σήματος, το οποίο αποτελείται από τη λεκτική ένδειξη "UNIVERSITY", β) του υπ' αριθ. ... σήματος, το οποίο αποτελείται από τη λεκτική ένδειξη "ΔΙΕΘΝΕΣ" και σχεδιαστική απεικόνιση και γ) του υπ' αριθ. ... σήματος. το οποίο αποτελείται από τη λεκτική ένδειξη "SKAG" και σχεδιαστική απεικόνιση. Ότι τα σήματα αυτά βρίσκονται σε ισχύ καθώς η προστασία τους παρατάθηκε για μια δεκαετία.

κατόπιν ανανεώσεως που έλαβε χώρα στις 11.5.2016 για το πρώτο και την 1.4.2016 για τα λοιπά. Ότι ο ιδιαίτερος διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση των προϊόντων της και δη τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσής τους και κυρίως τα χρώματα ή ο συνδυασμός χρωμάτων τους, η συσκευασία και τα περικαλύμματά τους, έχουν επικρατήσει στις συναλλαγές ως ιδιαίτερα διακριτικά γνωρίσματα αυτών, ικανά να τα διακρίνουν από άλλα όμοια ή ομοειδή προϊόντα άλλης προέλευσης που κυκλοφορούν στην αγορά.

Ότι τα εν λόγω προϊόντα διαφημίζονται και διατίθενται προς πώληση τόσο στον ιστότοπό της, όσο και σε βιβλιοπωλεία, μεγάλα εμπορικά καταστήματα και υπεραγορές (supermarket). Ότι με την εναγομένη εταιρεία. που διαθέτει μεγάλα εμπορικά καταστήματα, διατηρούσε μακρόχρονη εμπορική συνεργασία. στο πλαίσια της οποίας την προμήθευε με προϊόντα παραγωγής της, όπως αυτά που εκτίθενται ενδεικτικά στην αγωγή, τα οποία εκείνη διέθετε προς πώληση στα καταστήματά της.

Ότι, όμως, τα τελευταία έτη της συνεργασίας τους, η εναγομένη, ενεργώντας κατά τρόπο αθέμιτο, διέθετε προς πώληση, με πολύ χαμηλότερο τίμημα απ' αυτό των προϊόντων της ενάγουσας. αντίστοιχα προϊόντα αλλοδαπής προέλευσης, τα οποία έφεραν κατ'απομίμηση το ανωτέρω σήμα της ενάγουσας ή τα υπόλοιπα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της.

Ότι ειδικότερα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016, η ίδια (ενάγουσα) διαπίστωσε ότι στις προθήκες των καταστημάτων της εναγομένης διατίθεντο προς πώληση, παραπλεύρως των δικών της προϊόντων, τετράδια απομιμητικά των δικών της τετραδίων που ανήκουν στις σειρές της "UNIVERSITY" και "STYLE". Ότι μεταξύ των εν λόγω απομιμητικών προϊόντων υπήρχαν και τετράδια σπιράλ πολλαπλών θεμάτων κινεζικής προέλευσης, τα οποία έφεραν αυτούσιο το προαναφερόμενο σήμα "UNIVERSITY", παρότι αυτή ουδέποτε παραχώρησε στην αντίδικό της την άδεια χρήσης του συγκεκριμένου σήματος, με αποτέλεσμα την πρόκληση κινδύνου σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό σχετικά με την προέλευσή τους από την επιχείρηση της ενάγουσας, στο οποίο (αποτέλεσμα) και αποσκοπούσε η εναγομένη με την ανωτέρω ενέργειά της.

Ότι ενόψει των ανωτέρω απέστειλε στην εναγομένη την από 9.9.2016 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία - πρόσκληση. με την οποία την καλούσε να άρει άμεσα την ως άνω παράνομη προσβολή του σήματός της. Ότι με την από 14.9.2016 εξώδικη απάντησή της, η εναγομένη αρνήθηκε να προβεί στην απόσυρση των προϊόντων που έφεραν κατ' απομίμηση το εν λόγω σήμα, δεσμεύθηκε, όμως, να μην προμηθευθεί ξανά τέτοια προϊόντα στο μέλλον.

Ότι η ίδια θεώρησε ότι η εναγομένη πρόκειται να τηρήσει το λόγο της και δεν προέβη σε περαιτέρω ενέργειες, πλην όμως, κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2017, διαπίστωσε ότι η αντίδικός της διέθετε και πάλι προς πώληση στις προθήκες των καταστημάτων της προϊόντα απομιμητικά των δικών της, τα οποία η τελευταία είχε εισάγει από τρίτες χώρες, παραπλεύρως των προϊόντων της ενάγουσας και με πολύ χαμηλότερο τίμημα απ' αυτό των τελευταίων.

Ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα, φωτογραφικές απεικονίσεις των οποίων έχουν ενσωματωθεί στο αγωγικό δικόγραφο σε αντιπαραβολή με τις φωτογραφικές απεικονίσεις των αντίστοιχων προϊόντων της ενάγουσας, ήταν: α) τετράδια πολλαπλών θεμάτων, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση το ως άνω σήμα "UNIVERSITY" και τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων τετραδίων της ενάγουσας ήτοι το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, το περικάλυμμα και την όλη εικόνα και το στήσιμό τους, β) κλασσικά μπλε τετράδια, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων σχολικών τετραδίων της ενάγουσας που φέρουν το προαναφερόμενο λεκτικό απεικονιστικό σήμα "ΔΙΕΘΝΕΣ" και δη το σχέδιο, τους χρωματικούς συνδυασμούς και την όλη διακόσμησή τους, γ) ευρετήρια με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων ευρετηρίων της ενάγουσας που φέρουν το προαναφερόμενο λεκτικό απεικονιστικό σήμα "ΔΙΕΘΝΕΣ" και δη το σχέδιο και την όλη διακόσμησή τους, δ) ημερήσια τετράδια εργασιών και επικοινωνίας, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων τετραδίων της ενάγουσας που φέρουν το προαναφερόμενο λεκτικό - απεικονιστικό σήμα "ΔΙΕΘΝΕΣ" και δη το χρώμα, την εσωτερική σχεδίαση και το διαφανές υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένο το εξώφυλλό τους, ε) κόκκινα τετράδια, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων τετραδίων της ενάγουσας που φέρουν το προαναφερόμενο λεκτικό - απεικονιστικό σήμα "ΔΙΕΘΝΕΣ" και δη το χρώμα, την εσωτερική σχεδίαση της πρώτης σελίδας τους και το διαφανές υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένο το εξώφυλλό τους, στ) τετράδια εργασιών αγγλικών, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων τετραδίων της ενάγουσας και δη την εξωτερική διακόσμηση και την εσωτερική σχεδίασή τους, ζ) μπλοκ ακουαρέλας, τετράδια μουσικής και μπλοκ σχεδίου, τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων μπλοκ και τετραδίων της ενάγουσας και δη την εξωτερική σχεδίαση και διακόσμησή τους και η) τετράδια πολλαπλών θεμάτων με την ένδειξη "Office Style", τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση ή παραποίηση τα διακριτικά γνωρίσματα των αντίστοιχων τετραδίων της σειράς "STYLE" της ενάγουσας και δη την εξωτερική σχεδίασή τους και τη λεκτική ένδειξη "STYLE" παραποιημένη.

Ότι εξαιτίας των ως άνω απομιμήσεων δημιουργείται στο καταναλωτικό κοινό η πλανημένη εντύπωση ότι τα ανωτέρω προϊόντα που εμπορευόταν η εναγομένη, αποτελούσαν προϊόντα παραγωγής της επιχείρησης της ενάγουσας, πλάνη στην οποία απέβλεπε η πρώτη προκειμένου να αποκομίσει τεράστιο κέρδος από την πώληση των προϊόντων αυτών, εκμεταλλευόμενη τη φήμη της τελευταίας.

Ότι τα εν λόγω απομιμητικά προϊόντα η εναγομένη εξακολούθησε να τα διαθέτει προς πώληση αγνοώντας τις οχλήσεις και διαμαρτυρίες που της απηύθυνε εκ νέου η ίδια, γεγονός που είχε ως συνέπεια την αναγκαστική διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, με υπαιτιότητα της εναγομένης. Ότι η εναγομένη διέθετε προς πώληση τα προϊόντα τα οποία έφεραν κατ' απομίμηση το προαναφερόμενο λεκτικό σήμα "UNIVERSITY" από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2016 μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2018, εν γνώσει του ότι δικαιούχος του σήματος αυτού τυγχάνει η ίδια και χωρίς να της έχει παραχωρήσει σχετική άδεια χρήσης, προσβάλλοντας έτσι παρανόμως και υπαιτίως τα δικαιώματά της επί του εν λόγω σήματος.

Ότι εκ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής του σήματός της, αφενός μεν προκλήθηκε στην ίδια, ζημία ισόποση με τη συνολική αμοιβή που θα της είχε καταβάλει η εναγομένη, αν της είχε ζητήσει την άδεια χρήσης του σήματος αυτού για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των 20 μηνών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, ενόψει του ότι η μηνιαία αμοιβή που θα αξίωνε αυτή για την παραχώρηση της άδειας χρήσης του σήματος θα ανερχόταν, δεδομένης και της φήμης του, στο ποσό των 10.000 ευρώ μηνιαίως, αφετέρου δε επλήγη η φήμη αυτής, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.000.000 ευρώ, δεδομένου ότι ο ετήσιος τζίρος της εναγομένης από την πώληση των προϊόντων της που έφεραν κατ' απομίμηση το σήμα "UNIVERSITY" κατά τα έτη 2016, 2017 και 2018 ανήλθε στο ποσό του 1.000.000 ευρώ τουλάχιστον κατ' έτος.

Ότι περαιτέρω εκ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής των ανωτέρω διακριτικών γνωρισμάτων των προϊόντων της, επλήγη η φήμη της, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.000.000 ευρώ, δεδομένου ότι o τζίρος της εναγομένης από την πώληση και μόνο των προϊόντων της που έφεραν κατ' απομίμηση τα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της σειράς "STYLE" της ενάγουσας κατά τα έτη 2016, 2017 και 2018 ανήλθε στο ποσό των 2.000.000 ευρώ.

Ότι λόγω της αναγκαστικής παύσης της συνεργασίας της με την εναγομένη, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας, η ίδια υπέστη ζημία ισόποση με τον τζίρο που θα πραγματοποιούσε κατά τα έτη 2017 και 2018 αν δεν είχε διακοπεί η ως άνω συνεργασία, ο οποίος θα ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.686.000 ευρώ ή 843.000 ευρώ κατ' έτος.

Κατόπιν αυτών ζήτησε, όπως το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της παραδεκτά, κατ' άρθρο 223 σε συνδυασμό με τα άρθρα 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, περιορίσθηκε με τις προτάσεις της, ως προς μέρος της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία της προσβολής τόσο του επιδίκου σήματός της όσο και των επίδικων διακριτικών γνωρισμάτων της, σε έντοκο αναγνωριστικό:

α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή του επίδικου σήματος "UNIVERSITY", αποσύροντας από το εμπόριο όλα τα προϊόντα της, που φέρουν κατ' απομίμηση καθ' οιονδήποτε τρόπο, το ως άνω σήμα, και να παραλείπει αυτή στο μέλλον, β) να απειληθεί εις βάρος της εναγομένης για κάθε παράβαση της σχετικής με το ανωτέρω αίτημα διάταξης της απόφασης που θα εκδοθεί χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή των επίδικων διακριτικών γνωρισμάτων των προαναφερόμενων προϊόντων της ιδίας (ενάγουσας), αποσύροντας από το εμπόριο όλα τα προϊόντα, που φέρουν κατ' απομίμηση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τα ως άνω διακριτικά γνωρίσματα και να παραλείπει αυτή στο μέλλον, δ) να απειληθεί εις βάρος της εναγομένης για κάθε παράβαση της σχετικής με το ανωτέρω αίτημα διάταξης της απόφασης που θα εκδοθεί, χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω της εκ μέρους της παράνομης και υπαίτιας προσβολής του ανωτέρω σήματος, το ποσό των 200.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως προς το κάθε επιμέρους ποσό των 10.000 ευρώ που αντιστοιχεί σε κάθε μήνα του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος των 20 μηνών, από την παρέλευση εκάστου μηνός, άλλως από την επίδοση της αγωγής ως προς το σύνολο του ποσού και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, στ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να της καταβάλει το ποσό των 950.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή του σήματός της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, ζ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να της καταβάλει το ποσό των 950.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή των ανωτέρω διακριτικών γνωρισμάτων των προϊόντων της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και η) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη εξ' αιτίας της παύσης της μεταξύ τους συνεργασίας, το ποσό των 1.686.000 ευρώ. >>.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως του διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσείουσας είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή οι συνολικές παραγγελίες της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα κατά τα έτη που προηγήθηκαν των επίδικων ετών, οι ποσότητες και η αξία των προϊόντων, τα οποία πώλησε και παρέδωσε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, με προσδιορισμό της επιμέρους ποσότητας κάθε είδους πωληθέντος προϊόντος και της τιμής μονάδας αυτού, ώστε με βάση αυτά τα στοιχεία να δικαιολογείται η προσδοκία της αναιρεσείουσας για την πραγματοποίηση του τζίρου του 1.686.000 ευρώ κατά την επίδικη διετία.

Επίσης και το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως 2.000.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την προσβολή της εμπορικής φήμης της αναιρεσείουσας, ούτε γίνεται επίκληση συγκεκριμένης υλικής ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα στη φήμη, υπόληψη, πίστη, στο επάγγελμα και μέλλον της, αναφορικά με τα προϊόντα που παράγει και το σήμα του οποίου είναι δικαιούχος.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε αόριστα τα ως άνω αγωγικά αιτήματα, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως¨.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων, ήτοι α) ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο πρόσωπα φυσικά ή νομικά, που δρουν στο ίδιο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας, θα πρέπει, δηλαδή, να συντρέχει το στοιχείο της ταυτότητας της αγοράς, σε συνδυασμό με το επιδιωκόμενο οικονομικό αποτέλεσμα, που ομοίως, πρέπει να είναι το ίδιο ή συναφές, β) η πράξη να έγινε με πρόθεση ανταγωνισμού, δηλαδή με υποκειμενική πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων της επιχείρησης σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς αναγκαία να υφίσταται σκοπός πρόκλησης ζημίας στους τελευταίους, και γ) η πράξη να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1283/2023, ΑΠ 659/2023).

Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ` αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.

Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 659/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 483/2021). Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, και όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1042/2009).

Η παράβαση συμβατικών δεσμεύσεων, ενόψει ανταγωνιστικών σκοπών, δεν είναι, χωρίς άλλο, αθέμιτη. Για να χαρακτηρισθεί αθέμιτη, πρέπει να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, που να στοιχειοθετούν τον αθέμιτο χαρακτήρα της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018). Τέτοιο χαρακτήρα έχει η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης ή οργάνωσης (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 704/2007).

Εξάλλου, για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με την αναπαραγωγή προϊόντος ξένης εργασίας απαιτείται η δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει. Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στο ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 Ν. 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε) ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 249/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 1819/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 Ν. 146/1914 και όχι στη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι αυτή θεμελιώνεται μόνο στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 Ν. 146/1914, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι τα επίδικα προϊόντα που διέθετε προς πώληση η αναιρεσίβλητη αποτελούν πιστά αντίγραφα των προϊόντων της αναιρεσείουσας, δηλαδή πλήρη (δουλική) απομίμηση αυτών, ότι η αναιρεσίβλητη διαθέτει στην αγορά τα δουλικώς απομιμητικά προϊόντα της αναιρεσείουσας με τίμημα χαμηλότερο αυτού του προτύπου, ότι τα προϊόντα της αναιρεσείουσας (πρότυπα) διέθεταν ανταγωνιστική πρωτοτυπία έναντι αυτών της αναιρεσίβλητης και ότι η εσφαλμένη στην αντίληψη των καταναλωτών διασύνδεση της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης με αυτή της αναιρεσείουσας οφείλεται σε παραπλανητική διαφήμιση που οδηγεί σε σύγχυση τους καταναλωτές, ενώ οι ενσωματωμένες στην αγωγή φωτογραφικές απεικονίσεις των προϊόντων της αναιρεσίβλητης σε αντιπαραβολή με εκείνες των αντίστοιχων προϊόντων της αναιρεσείουσας δεν θεμελιώνουν αγωγική βάση αθέμιτου ανταγωνισμού, καθόσον η σύγκριση των ως άνω προϊόντων αποτελεί εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 146/1914 και ως εκ τούτου ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου, ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα σήματα "φήμης" (άρθ. 124 παρ. 1γ και άρθ. 125 παρ. 3γ του ν. 4072/2012, οι οποίες εφαρμόζονται στην επίδικη υπόθεση κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 89 παρ. 4 του ν. 4679/2020, με τον οποίο καταργήθηκαν οι ανωτέρω διατάξεις). Για να χαρακτηριστεί ένα σήμα φημισμένο, απαιτείται επαρκής βαθμός γνώσης του από το κοινό, στο οποίο αυτό αφορά, δηλαδή ανάλογα με το διατιθέμενο στο εμπόριο προϊόν ή υπηρεσία, είτε το ευρύ κοινό, είτε ένα πλέον εξειδικευμένο κοινό, π.χ.

συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος, χωρίς παράλληλα να απαιτείται να είναι γνωστό σε συγκεκριμένο ποσοστό του κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμένου κοινού. Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη, δύναται να καθορισθεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως: α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους, σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του και ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (ΑΠ 1561/2024, ΑΠ 1609/2014, ΑΠ 371/2012, ΑΠ 1030/2008, ΣτΕ 2812/1998).

Στα σήματα αυτά, ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν, της, για τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα, προβλεπόμενης, προς τον σκοπό αφενός, της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος και αφετέρου, του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης.

Ειδικότερα, εάν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης.

Αρκεί, ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 249/2014, ΑΠ 371/2012, ΑΠ 1030/2008). Αθέμιτο όφελος προσπορίζεται ο τρίτος όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση την οποία έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση, ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο, ή ότι επεξέτεινε την δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός (ο τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.

Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται κυρίως όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 221/2018, ΑΠ 486/2015, ΑΠ 1030/2008). Ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.

Αρκεί η ύπαρξη, για την προστασία του σήματος φήμης, κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων (ελάχιστη έστω ομοιότητα των εκατέρωθεν ενδείξεων) ώστε να είναι δυνατή/πιθανή από το καταναλωτικό κοινό, η συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης.

Συνεπώς, στη περίπτωση σήματος φήμης, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία του, το ομοειδές των προϊόντων όπως συμβαίνει στον κίνδυνο σύγχυσης και στον κίνδυνο συσχέτισης (αρθ. 125 παρ. 3 εδ. β'του ν. 4072/2012). Αν βέβαια συντρέχει τυχόν και αυτή η προϋπόθεση, δηλαδή το ομοειδές των προϊόντων, οι πιθανότητες παροχής έννομης προστασίας θα ενισχύονται ουσιωδώς.

Προκειμένου, συνεπώς, για προστασία του σήματος φήμης, εκτός από τον κίνδυνο σύνδεσης (συνειρμικής ανάκλησης) δέον να γίνεται επίκληση και να αποδεικνύεται κάποιος από τους λόγους προσβολής του σήματος φήμης, όπως αυτοί κατονομάζονται στην νομολογία του ΔΕΕ, ήτοι άντληση αθέμιτου οφέλους (παρασιτισμός /free riding), βλάβη φήμης (tarnishment) και βλάβη διακριτικού χαρακτήρα (blurring-dilution).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αριθ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη βάση της ένδικης αγωγής ότι τα σήματα "SKAG" και "ΔΙΕΘΝΕΣ" είναι σήματα φήμης, τα οποία αναγνωρίζονται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και στο εξωτερικό από τους καταναλωτές και καθίσταται αδιαμφησβήτητη η επικράτηση στην αγορά των προϊόντων που φέρουν τα εν λόγω σήματα της αναιρεσείουσας.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει σ' αυτήν ότι τα σήματα "SKAG" και "ΔΙΕΘΝΕΣ" είναι σήματα φήμης, δηλαδή ότι έχουν στις συναλλαγές ανταγωνιστική δύναμη σε μεγάλο βαθμό, μοναδικότητα, ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική τους δύναμη, το καλυπτόμενο από τα ως άνω σήματα μερίδιο της αγοράς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής τους, το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση της αναιρεσείουσας για την προβολή τους, ότι η χρήση τους από την αναιρεσίβλητη θα βλάψει τη φήμη των σημάτων ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία αθέμιτο όφελος σ' αυτήν, η οποία χρησιμοποιώντας τα ξένα σήματα φήμης μεταφέρει στα δικά της προϊόντα την καλή εντύπωση που έχουν για τα εν λόγω σήματα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η δικαιούχος των σημάτων φήμης αναιρεσείουσα βρίσκεται σε οικονομικό και οργανωτικό δεσμό με την αναιρεσίβλητη.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως, ότι στην αγωγή δεν εκτίθεται ισχυρισμός ότι τα σήματα "SKAG" και "ΔΙΕΘΝΕΣ" είναι σήματα φήμης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος (ΑΠ 459/2023, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 414/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης των στοιχείων που αφορούν τις πωλήσεις της αναιρεσίβλητης από τα προϊόντα "university" καθώς και από υπόλοιπα προϊόντα που έχει απομιμηθεί, το οποίο είχε παραδεκτά υποβάλει με την προσθήκη επί των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την απόρριψη του οποίου παραπονείτο η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της έφεσης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2018 προσθήκη επί των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υπέβαλε το παρακάτω αίτημα, για την απόρριψη του οποίου ως αορίστου παραπονείται με τον έκτο λόγο της έφεσης: << Έτι περαιτέρω και ως προς τη ζημία μας από την εναγομένη, ένεκα της παράνομης απομίμησης του σήματος "university" και των προϊόντων μας από αυτήν, αιτούμεθα νομίμως και εμπροθέσμως δικονομικά να επιδείξει η εναγομένη στοιχεία των πωλήσεών της από τα προϊόντα university αφενός και αφετέρου από όλα τα υπόλοιπα προϊόντα μας που έχει απομιμηθεί, προκειμένου να καταδειχθεί και με αυτόν τον τρόπο η τεράστιά μας ζημία, αφού αν τολμήσει η εναγομένη και προσκομίσει τέτοια στοιχεία, ευκόλως θα διαπιστωθεί ότι ο ετήσιος τζίρος της από τις απομιμήσεις αυτές υπερβαίνει τα 2 εκατομμύρια ευρώ.".

Με το ανωτέρω περιεχόμενο το αίτημα επίδειξης εγγράφων είναι αόριστο, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή της αναιρεσίβλητης, επίσης δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα, ούτε περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό τους. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του το ως άνω αίτημα και απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Όμως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιήσει ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4, και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 320/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η αποζημίωση της αναιρεσείουσας πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 6.815,25 ευρώ, ήτοι 10% επί του τζίρου των πωλήσεων της αναιρεσίβλητης με τα απομιμητικά προϊόντα UNIVERSITY, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς το αντίτιμο που θα ζητείτο για τη χορήγηση άδειας χρήσης ενός τόσο μεγάλου και καθιερωμένου σήματος όπως το σήμα UNIVERSITY. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω αξίωση περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος από τον ενάγοντα ποσού, που αντιστοιχεί στο τέλος δικαστικού ενσήμου, μόνον εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου θεμελιώνεται κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, προβάλλεται δε απαραδέκτως ενώπιον του Δικαστηρίου που δικάζει την αγωγή, καθόσον υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 273/1985, ΕλλΔνη 26.466).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επιστροφής του επιπλέον ποσού που καταβλήθηκε αχρεωστήτως για δικαστικό ένσημο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αξίωση επιστροφής του επιπλέον καταβληθέντος ποσού για δικαστικό ένσημο κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ δημιουργεί διαφορά μεταξύ του καταβαλόντος και του Δημοσίου που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ το δικαστήριο που δικάζει την αγωγή για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε αχρεωστήτως το επιπλέον ποσό για δικαστικό ένσημο δεν έχει εξουσία να διατάξει την επιστροφή αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016). Πάντως, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για την από το δικαστήριο, παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1731/2024, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο (κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου) λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 (και όχι από τον αριθ. 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η γνώση της αναιρεσείουσας για τη χρήση του σήματος STYLE από την αναιρεσίβλητη άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2016 και ότι η αξίωσή της για άρση και παράλειψη της προσβολής στο μέλλον παραγράφηκε με την πάροδο 18μήνου πριν την άσκηση της αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι από τότε που έγινε η χρήση του σήματος μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν παρήλθε πενταετία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα:

<<...Περαιτέρω, η ενάγουσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, όπως αυτός εκτιμάται, παραπονείται για το λόγο ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ένεκα 18μηνης παραγραφής εκ του άρθρου 19 του ν. 146/1914 την αξίωσή της εκ της προσβολής του διακριτικού της γνωρίσματος εκ της λεκτικής ένδειξης "STYLE" για τη διάκριση σειράς σπιράλ τετραδίων πολλαπλών θεμάτων παραγωγής της, κάνοντας δεκτή σχετική ένσταση της εφεσίβλητης, πλην όμως, θα έπρεπε να θεωρήσει ότι απαρχή της γνώσης της ιδίας επί της απομίμησης του "STYLE" από την εναγομένη το Σεπτέμβριο του έτους 2017 και όχι αυτόν του έτους 2016.

Ότι με τον τρόπο αυτό η εκκαλουμένη επέλεξε να αφήσει ατιμώρητη την εναγομένη για μια τόσο σημαντική σε απαξία και σε ζημία, πράξη. Επ' αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Η ενάγουσα χρησιμοποιεί επί είκοσι πέντε και πλέον έτη τη συγκεκριμένη λεκτική ένδειξη "STYLE" για τη διάκριση της ως άνω τελευταίας υπό στοιχείο (θ) σειράς σπιράλ τετραδίων πολλαπλών θεμάτων παραγωγής της, η οποία (ένδειξη) έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα των συγκεκριμένων προϊόντων της, με δεδομένη την απήχηση που έχουν αυτά στο οικείο καταναλωτικό κοινό και δη στους φοιτητές και τους επαγγελματίες, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στις ληφθείσες με επιμέλεια της ενάγουσας ένορκες βεβαιώσεις των υπαλλήλων της, Κ.

Β. και Κ. Α. , εκ των οποίων, τουλάχιστον κατά το χρόνο λήψης των συγκεκριμένων ενόρκων βεβαιώσεων, ο πρώτος ήταν επί σειρά ετών διευθυντής πωλήσεών της και o δεύτερος πωλητής αυτής και είχαν, συνεπώς, ιδία αντίληψη περί των πωλήσεων της συγκεκριμένης σειράς προϊόντων της ενάγουσας, τα οποία δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε προσκομιζόμενο από την εναγομένη αποδεικτικό στοιχείο.

Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2016, ήτοι κατά την έναρξη του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού έτους, οπότε και η ενάγουσα είχε διαπιστώσει, κατά τα ανωτέρω, μέσω υπαλλήλων της, που είχαν μεταβεί σε καταστήματα του δικτύου της εναγομένης, ότι η τελευταία διέθετε προς πώληση τα προαναφερόμενα σπιράλ τετράδια πολλαπλών θεμάτων με την ένδειξη "University Book", για τα οποία είχε επιδώσει στην εναγομένη την πραναφερθείσα εξώδικη δήλωση, ταυτόχρονα έλαβε γνώση ότι στα ίδια καταστήματα της εναγομένης διατίθεντο προς πώληση και έτερα σπιράλ τετράδια πολλαπλών θεμάτων, τα οποία έφεραν τη σύνθετη λεκτική ένδειξη "Office Style" γραμμένη είτε οριζόντια με μεγάλου μεγέθους πεζούς χαρακτήρες στο μέσο του εξωφύλλου κάθε τέτοιου τετραδίου, είτε κατακόρυφα με μεγάλου μεγέθους πεζούς χαρακτήρες στη δεξιά πλευρά του εξωφύλλου κάθε τέτοιου τετραδίου.

Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα είχε λάβει γνώση της εν λόγω διάθεσης των θεματικών τετραδίων με τη λεκτική ένδειξη "Office Style" στο εξώφυλλό τους, η οποία ταυτίζεται εν μέρει με το ως άνω διακριτικό γνώρισμα "STYLE", κατά τον ίδιο χρόνο που διαπίστωσε και τη διάθεση στα καταστήματα της εναγομένης των θεματικών τετραδίων με τη λεκτική ένδειξη "University Book", ήτοι το αργότερο την 9.9.2016, οπότε και συντάχθηκε η ανωτέρω "εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία πρόσκληση" με την οποία καλούσε την εναγομένη να παύσει την εισαγωγή, εμπορία, διαφήμιση και εν γένει διακίνηση των θεματικών τετραδίων με την ένδειξη "UNIVERSITY" και, γενικότερα, να παύσει την καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση του σήματος "UNlVERSlTY" για κάθε προϊόν που προορίζεται να διακρίνει αυτό, παρά το ότι σ' αυτήν (εξώδικη δήλωση) δεν γίνεται μνεία περί προσβολής του διακριτικού γνωρίσματος "STYLE", αποδεικνύεται από τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στις δύο προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των υπαλλήλων της ενάγουσας, εκ των οποίων σε εκείνη του Κ.

Β. αναφέρεται ειδικότερα ότι: "...Ταυτόχρονα με την απομίμηση του κατοχυρωμένου σήματος UNIVERSITY (της οποίας, κατά προεκτεθέντα βάσεις της σχετικής εξώδικης δήλωσής της, η ενάγουσα έλαβε γνώση το αργότερο την 9.9.2016), η JUMBO Α.Ε. (εναγομένη) προχώρησε και στην απομίμηση των τετραδίων STYLE... Εδώ, η εταιρεία JUMBO εκμεταλλεύθηκε τη μεγάλη απήχηση της σειράς STYLE στους Έλληνες καταναλωτές προσπαθώντας να κερδίσει πωλήσεις από την μεγάλη κατανάλωση του προϊόντος, παραπλανώντας τους καταναλωτές και γράφοντας επάνω στα τετράδια ένα τεράστιο STYLE (OFFICE).

Συνεχίζει δε και το πράττει μέχρι και σήμερα το 2018, εφόσον δεν έχει αποσύρει κανένα προϊόν STYLE από τα καταστήματά της, από το 2016 και μετά, που σημαίνει τεράστια απώλεια εσόδων για την SKAG, πωλώντας ανενόχλητη όλα αυτά τα χρόνια...", ενώ στην ένορκη βεβαίωση του Κ. Α. διαλαμβάνεται σχετικά ότι: "...Επιπλέον, ταυτόχρονα με την απομίμηση του κατοχυρωμένου σήματος UNIVERSITY, η JUMBO Α.Ε.

προχώρησε και στην απομίμηση των τετραδίων STYLE...".

Εξάλλου, στη σελίδα 5 του δικογράφου της ένδικης αγωγής της η ενάγουσα αναφέρει συγκεκριμένα πλην άλλων ότι "... Το αποκορύφωμα όμως όλων ήλθε στην πιο κρίσιμη για εμάς στιγμή στην καρδιά της σχολικής σεζόν δύο ημέρες πριν ανοίξουν τα σχολεία, τον Σεπτέμβριο του 2016, οπόταν και διαπιστώσαμε άναυδοι ότι όλα της τα καταστήματα (της εναγομένης) ήταν γεμάτα με τετράδια που απομιμούντο τα δικά μας προϊόντα UNIVERSITY και STYLE...".

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ομολογία της ενάγουσας, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (Χ) εκτιθέμενα, σχετικά με ότι η ίδια έλαβε γνώση της χρήσης της ένδειξης "OFFICE Style" εκ μέρους της εναγομένης κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2016. Όπως δε αποδεικνύεται περαιτέρω, από τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω ένορκη βεβαίωση του Κ.

Β., η εναγομένη δεν έπαυσε από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2016 και εντεύθεν να διαθέτει προς πώληση στα καταστήματά της τα σπιράλ τετράδια πολλαπλών θεμάτων με την ένδειξη "Office Style". Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων και δεδομένου ότι η εφεσίβλητη εναγομένη σε κάθε περίπτωση επαναφέρει εκ νέου με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το συγκεκριμένο λόγο έφεσης, την προβληθείσα, επίσης με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα ως άνω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (ΧΙ) αναφερόμενα, ένσταση δεκαοκτάμηνης παραγραφής των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας, που απορρέουν από την τυχόν υφιστάμενη προσβολή του παραπάνω διακριτικού της γνωρίσματος, όπου ισχυριζόταν ειδικότερα ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα είχε λάβει γνώση της χρήσης εκ μέρους της, της ένδειξης "Office Style" ήδη από το έτος 2013, όταν και άρχισε η ίδια (εναγομένη) να εισάγει και να διαθέτει προς πώληση στα καταστήματά της τα σπιράλ τετράδια πολλαπλών θεμάτων με την ως άνω ένδειξη, γεγονός που περιήλθε αμέσως σε γνώση των πωλητών της ενάγουσας, οι οποίοι επισκέπτονταν κάθε μήνα τα καταστήματά της, έλεγχαν τα ανταγωνιστικά προϊόντα που διατίθεντο προς πώληση στις προθήκες τους και ενημέρωναν αμέσως σχετικά την ενάγουσα για να μπορεί να παρακολουθεί τον ανταγωνισμό, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτήν την 3.4.2018, ήτοι μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των δεκαοκτώ μηνών από το ανωτέρω χρονικό σημείο της γνώσης της ενάγουσας, επομένως και καθόσον η ενάγουσα έλαβε γνώση της χρήσης εκ μέρους της εναγομένης της λεκτικής ένδειξης "Office Style", η οποία και συνεχίσθηκε σύμφωνα με τα σχετικώς αποδειχθέντα αδιάλειπτα μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής το αργότερο την 9.9.2016, η αγωγή δε αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη την 3.4.2018, ήτοι σε χρόνο πέραν του προβλεπόμενου στο νόμο δεκαοκταμήνου, η παραγραφή των ένδικων αξιώσεών της προς άρση και παράλειψη στο μέλλον της τυχόν υφιστάμενης προσβολής του εν λόγω διακριτικού γνωρίσματος συμπληρώθηκε, χωρίς να διακοπεί ή να ανασταλεί κατά νόμιμο τρόπο, γενομένης δεκτής ως και κατ' ουσία βάσιμης της σχετικής περί παραγραφής ένστασης της εναγομένης και απορριπτομένης εκ του λόγου αυτού της ένδικης αγωγής ως προς τη βάση της, που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 13 ξ 1 του ν. 146/1914 και έχει ως αντικείμενο την προσβολή του διακριτικού γνωρίσματος "STYLE" των επίδικων ανωτέρω υπό στοιχείο (θ) προϊόντων της ενάγουσας.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και για το λόγο αυτό, οι σχετικοί περί του αντιθέτου ως άνω διαλαμβανόμενοι ισχυρισμοί της εκκαλούσας - ενάγουσας στο συναφή τέταρτο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως αντίστοιχα κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος έφεσης αυτός....>>.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον τέταρτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της χρήσης από την αναιρεσίβλητη της λεκτικής ένδειξης ""office style", η οποία συνεχίσθηκε μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, το αργότερο στις 9-9-2016, όμως η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 3-4-2018, ήτοι μετά την πάροδο 18μήνου από τη γνώση της αναιρεσείουσας, με συνέπεια την παραγραφή της σχετικής αξιώσεώς της από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν 146/1914.

Επομένως, ο έβδομος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Απορρίπτεται, έτσι, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1935/2014, AΠ 436/2014). Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1819/2024, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019).

Με τον όγδοο (κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου) αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι ο τζίρος που ενεφάνισε η αναιρεσίβλητη για τα έτη 2016 και 2017, αναφορικά με τα προϊόντα που απομιμούνταν το σήμα "UNIVERSITY", ανερχόταν στο ποσό των 68.152,5 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον το ως άνω επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα περιστατικό δεν συνιστά "πράγμα", όπως η έννοια αυτή εκτίθεται στη μείζονα σκέψη και δεν θεμελιώνει την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4743/2021 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης