Legislator Case Law & Legislation
1815/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment regarding statute of limitations defense failure.

Case Number 1815/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two legal entities against a first-instance judgment that rejected their statute of limitations defense. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate facts regarding the inaction of the claimant, but the court found the defense was abusive and unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the claimant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure; A statute of limitations defense is inadmissible if the opposing party did not act in bad faith, and the lower court must evaluate such defenses substantively rather than dismissing them summarily.

Keywords

AI generated
statute of limitations defense abuse of right appeal admissibility civil procedure code legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 para. 1 of Law 1406/1983
Article 281 of the Civil Code
Article 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 62 para. 3 item Theta of Law 4387/2016
Article 27 para. 1 of the Statute of the Technical Institute of Public Works
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1815 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κωσταρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Θ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βοργιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 465/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 618/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα με την από 6-3-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 618/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 465/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22/5/2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018). Εξάλλου, με το άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το Ταμείον Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων(ΤΣΕΜΕΔΕ) διατάξεων" ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής: "Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά το νόμο δημοπρασία για την εκτέλεση τους, εκδίδονται απεριόριστα και από τo Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.

Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη". Ακολούθως, με το άρθρο 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κ.λπ έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ΤΣΜΕΔΕ εκδιδόμενες από αυτό μετά τον Α.Ν. 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία.

Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2326/1940 σκοπός του ΤΣΜΕΔΕ είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους, με το άρθρο 7 δε του ίδιου νόμου ορίσθηκαν οι πόροι του Ταμείου, και στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ορίζονται τα εξής: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχόμενη, μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας...

Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου, του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Δια της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή.

Το Ταμείον δύναται να επιδιώξει την είσπραξιν των απαιτήσεων του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ, του οποίου καθολικός διάδοχος, κατά την άσκηση της αγωγής ήταν το αρχικώς εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), που ιδρύθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3655/2008, έχει διφυή χαρακτήρα, γιατί, αφ` ενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως και υπό την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφ` ετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου, όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυώμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια (ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).

Τέλος η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, αν πρόκειται για απόφαση ειρηνοδικείου ή απόφαση πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 3 περιπτ. α'ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), του οποίου ήδη καθολικοί διάδοχοι είναι τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα, την από 22/5/2015 αγωγή του, στην οποία αναφέρει ότι είναι πολιτικός μηχανικός, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα από 23/3/1982 έως 1/10/1992 έλαβε από το Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο ΕΤΑΑ, 25 εγγυητικές επιστολές, είτε για την συμμετοχή του σε δημόσιους μειοδοτικούς διαγωνισμούς δημοσίων έργων, είτε για την εκτέλεση δημοσίων έργων, από τις οποίες, για το χρονικό διάστημα από 19/11/1992 έως 2/1/2003, που επιστράφηκαν οι εγγυητικές επιστολές και έκλεισαν οι σχετικοί λογαριασμοί, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι o ίδιος οφείλει σ' αυτό, για προμήθειες και τόκους προμηθειών των εγγυητικών επιστολών, το συνολικό ποσό των 16.371, 62 ευρώ, σύμφωνα με την από 11/5/2015 αναλυτική κατάσταση οφειλής, που περιλαμβάνεται αυτούσια στην αγωγή και ότι, λόγω της οφειλής αυτής, αρνείται να του χορηγήσει ασφαλιστική ενημερότητα, η οποία είναι απαραίτητη για να συνταξιοδοτηθεί, όπως επιθυμεί, με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον προς τούτο, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει το ανωτέρω ποσό στο εναγόμενο, γιατί όλα τα ποσά που απαρτίζουν το ποσό αυτό έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 5 ΑΚ.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 465/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δικαιοδοσίας του να δικάσει και απέρριψε έτσι την προταθείσα πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερθείσα με την έφεσή τους ένστασή τους, ότι πρόκειται για διοικητική διαφορά, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια, επειδή η αγωγή αυτή ουσιαστικά αποσκοπεί στην τροποποίηση της απόφασης συνταξιοδότησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνο με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου.

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή με την αιτιολογία ότι " .. με την ένδικη αγωγή ουδόλως πλήττεται ή ζητείται η τροποποίηση της συνταξιοδοτικής αποφάσεως, που αφορά τον εφεσίβλητο(ήδη αναιρεσίβλητο), παρά μόνο ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας των ως άνω οφειλών του, δεν είναι δε νοητή "έμμεση προσβολή" ή "έμμεση τροποποίηση" μιας συνταξιοδοτικής αποφάσεως, όπως ισχυρίζονται τα εκκαλούντα".

Κατ' ορθή νοηματική απόδοση του ως άνω περιεχομένου της απόφασης το δικαστήριο δέχθηκε, με συνεπτυγμένη αιτιολογία, ότι με την αγωγή εισάγεται ιδιωτικού δικαίου διαφορά, υπαγόμενη στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η κρίση αυτή του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απέρριψε την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την ένδικη διαφορά, που πρότειναν τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα, είναι ορθή, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίδικες αξιώσεις τους αφορούν στην καταβολή προμηθειών και τόκων από την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπέρ του αναιρεσιβλήτου ως μέλους τους, στην οποία προέβησαν με αντίστοιχη ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, που συνήψαν με αυτόν, ενεργούντες ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου και παρέχοντας στο πλαίσιο της δραστηριότητας τους αυτής στους μετόχους τους ασφαλισμένους (όπως ο αναιρεσίβλητος) πιστωτικές υπηρεσίες και συνεπώς η υποκειμένη σχέση της διαφοράς, είναι ιδιωτικού δικαίου, γιατί δεν εμφανίζει στοιχεία υπεροχής των καθ` ών η ανακοπή αναιρεσειόντων έναντι του ανακόπτοντος - αναιρεσιβλήτου.

Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, από το οποίο προκύπτει ότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων της κατά τόπον αρμοδιότητας, διότι τέτοιος λόγος δεν αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου αυτού (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1330/2011), αφού, κατά την διάταξη της παραγράφου 3 περ.

β' του άρθρου αυτού, ιδρύεται λόγος αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα απέρριψε την πρωτοδίκως προταθείσα από αυτούς ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, την οποία, μετά την απόρριψή της από το πρωτόδικο δικαστήριο, επανέφεραν με την έφεσή τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διατάξεων, που καθορίζουν την κατά τόπον αρμοδιότητα.

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησομένης αποφάσεως, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό (ΑΠ 356/2013).

Επομένως, για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις, και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 102/2022).

Το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα αυτό πρέπει να είναι α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, πρέπει να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή σε έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 205/2014).

Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 66/2022).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, την αρνητική αναγνωριστική αγωγή νομιμοποιείται να εγείρει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, για δε την πληρότητα του δικογράφου της αρκεί μόνη η με αυτήν (αγωγή) αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα, κατά του προβαλλόμενου από τον εναγόμενο δικαιώματος, γενική άρνηση των πραγματικών περιστατικών, που το στηρίζουν (ΑΠ 823/2021).

Το έννομο συμφέρον όμως, όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.

ΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1259/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτόν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από μη κατανομαζόμενο αριθμό του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου για την άσκηση της αγωγής και απέρριψε έτσι την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με την έφεσή τους ένστασή τους, ότι αυτός στερείται εννόμου συμφέροντος, γιατί το επίδικο με την αγωγή ποσό των 16.371,52 ευρώ έχει ήδη παρακρατηθεί από την σύνταξη, που του έχει χορηγήσει.

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι γιατί δεν αναφέρονται σε αυτούς η διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, ως προς την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σε κάθε περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του για την άσκηση της αγωγής του, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί η ανυπαρξία συγκεκριμένων οφειλών του προς το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο (Ε.Τ.Α.Α.) (καθολικοί διάδοχοι του οποίου είναι τα ήδη αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα), συνολικού ύψους 16.371,52 ευρώ, προερχομένων από προμήθειες και τόκους προμηθειών εγγυητικών επιστολών, που είχε εκδώσει "Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε." υπέρ του, εκθέτει ότι, όταν τον Απρίλιο υπέβαλε αίτηση προς το αρχικώς εναγόμενο για την απονομή συντάξεως, το τελευταίο τού απάντησε με την με αρ.

πρωτ. 439/26-2- 2014 επιστολή του, ενημερώνοντάς τον ότι οφείλει σε αυτό το ως άνω ποσό για τις παραπάνω αιτίες και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσε να του απονεμηθεί σύνταξη, εάν δεν εξοφλούνταν οι εν λόγω οφειλές, ο δε εφεσίβλητος απάντησε στο αρχικώς εναγόμενο με την με αρ. πρωτ. 497/5-3-2014 επιστολή του, με την οποία ζήτησε την διαγραφή των ως άνω οφειλών του, ισχυριζόμενος ότι αυτές είχαν ήδη παραγραφεί, γεγονός που το αρχικώς εναγόμενο αρνήθηκε.

Τα παραπάνω περιστατικά, που επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή του ο εφεσίβλητος, ήταν επαρκή για να θεμελιώσουν το ορισμένο της εν λόγω αγωγής, ως προς την συνδρομή του αμέσου εννόμου συμφέροντος του για την άσκηση της τελευταίας, που συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής.... Ειδικότερα, με τα εν λόγω περιστατικά εκτίθεται ότι υφίστατο συγκεκριμένη αβεβαιότητα στις σχέσεις μεταξύ αυτού και του αρχικού εναγομένου, εξαιτίας της μεταξύ τους αμφισβητήσεως ως προς το εάν υφίσταντο οι ως άνω οφειλές ή είχαν παραγραφεί αυτές, από την οποία αβεβαιότητα απειλούνταν βλάβη στον ενάγοντα, που δεν μπορούσε να αρθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την αναγνώριση από το Δικαστήριο της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας των εν λόγω οφειλών, ήτοι η έννομη προστασία που ζήτησε ο εφεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, με την μορφή της εκδόσεως αναγνωριστικής αποφάσεως περί της ανυπαρξίας των ως άνω οφειλών του (λόγω παραγραφής αυτών), αποτελούσε πρόσφορο και μοναδικό μέσο για την εξάλειψη της ως άνω αβεβαιότητας.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των δύο ως άνω προαναφερθέντων εγγράφων που προσκομίζει σε αντίγραφα ο εφεσίβλητος (την με αρ. πρωτ. 439/26-2-2014 επιστολή του αρχικώς εναγομένου και την με αρ. πρωτ. 497/5-3-2014 δική του επιστολή), τα οποία είχε προσκομίσει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αποδεικνύονται βάσιμα στην ουσία τους τα παραπάνω περιστατικά, που επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του, κατά τα ως άνω, εννόμου συμφέροντος του προς άσκηση της ένδικης αγωγής, δηλαδή αποδεικνύεται η συνδρομή του, κατά τα ως άνω, αμέσου εννόμου συμφέροντος του για την άσκηση της τελευταίας.

Παράλληλα, είναι προφανές ότι υφίστατο έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του εφεσιβλήτου και κατά τον χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...., παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε είχε απονεμηθεί σύνταξη στον εφεσίβλητο και είχαν συμψηφισθεί οι ως άνω οφειλές του με παρακράτηση αυτών κατά την καταβολή της συντάξεως, όπως αποδεικνύεται από το προσκομισθέν από τα εκκαλούντα με ημερομηνία 19-2-2016 έγγραφο (υπηρεσιακό σημείωμα) του αρχικώς εναγομένου.

Και τούτο, διότι ο εφεσίβλητος διατηρούσε και διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του ως άνω συμψηφισθέντος - παρακρατηθέντος συνολικού ποσού, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ) και εφόσον εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 443 του ΑΚ για τον συμψηφισμό ανταπαίτησης που έχει παραγραφεί, ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της κρινόμενης υποθέσεως.

Εν όψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, έκρινε παραδεκτή την ένδικη αγωγή και δεν απέρριψε αυτήν λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος (ήδη εφεσιβλήτου), δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της εκκαλούμενης αποφάσεως με τις παραπάνω σκέψεις του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο 2ος λόγος εφέσεως".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφ' ενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του ΚΠολΔ, καθόσον, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε στην αγωγή του και τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αποδειχθέντα, ο αναιρεσίβλητος είχε άμεσο έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη αναγνωριστική αγωγή προς άρση της αβεβαιότητας, σχετικά με το αν οφείλει ή όχι το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 16.371,52 ευρώ, αφ' ετέρου δε, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι υφίστατο άμεσο έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και κατά τον χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, ότι ο αναιρεσίβλητος, καίτοι κατά τον ως άνω χρόνο είχε απονεμηθεί σ' αυτόν η σύνταξη και είχαν συμψηφισθεί με παρακράτηση κατά την καταβολή της οι ως άνω οφειλές του, παρά ταύτα διατηρούσε και διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του ως άνω συμψηφισθέντος - παρακρατηθέντος συνολικού ποσού, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

του ΑΚ), εφόσον κριθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 443 του ΑΚ για τον γενόμενο συμψηφισμό των οφειλών του που έχουν παραγραφεί. Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) η εφαρμογή των διατάξεων για παραγραφή, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή, κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις.

Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969, "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".

Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Εκδόθηκε όμως το Ν.Δ. 496/74, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π.

παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ. α`)..... "Χρέη προς το ν.π. α).., β).., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2).

Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1)..... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι` ούς ταύτα εξεδόθησαν".

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ.496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ` αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννωμένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".

Στη συνέχεια, κατ` εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985, που τροποποίησε το ΠΔ 437/1977 (ΑΠ 785/2021, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 663/2011).

Με τον προαναφερθέντα ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το Ν.Π.Δ.Δ.με την επωνυμία Ταμείο Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), του οποίου αποτέλεσε καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και 38 του ν.3655/2008, το συσταθέν με το νόμο αυτό αρχικώς εναγόμενο Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), το οποίο αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ, που υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ` εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/ 1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων των Ν.Π.Δ.Δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.

Κατά το άρθρο 249 του Κώδικα αυτού, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όπως στην περίπτωση του άρθρου 250 περ. 5, που αναφέρεται στις αξιώσεις εκείνων, που ασκούν κατ` επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους, οι οποίες παραγράφονται σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 251-253 του ΑΚ.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 7 ΑΝ 440/1945, 2 ΑΝ 1019/1949 και 2 Ν. 2326/1940 προκύπτει ότι το ΤΣΜΕΔΕ έχει, όπως προαναφέρθηκε, διφυή χαρακτήρα, αφού αυτό, όπως ήδη εκτέθηκε, αφενός μεν συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, αφετέρου δε ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (FISCUS), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια, για την έκδοση εγγυητικών επιστολών, η οποία συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) για την παροχή εγγύησης ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής.

Επομένως, το ΤΣΜΕΔΕ ανήκει στην κατηγορία των προσώπων της περ. 5 του άρθρου 250 ΑΚ, κατά το μέρος που ασκεί κατ` επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, με την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων δια της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών και συνεπώς οι αντίστοιχες αξιώσεις του από προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της περ.5 του αρθρ.250 ΑΚ (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1601/2014, 1645/2010).

Ήδη με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν.4075/2012, στο τέλος της παραγράφου 1 του Α Τμήματος του άρθρου 137 του ν. 3655/2008, προστέθηκε νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ κατά ασφαλισμένων του από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν.3655/2008, παραγράφονται εντός πενταετίας, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του επόμενου οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες".

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον η παραγραφή των προαναφερομένων απαιτήσεων του ΤΣΜΕΔΕ είχε συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προεκτεθέν προγενέστερο νομικό καθεστώς, η βεβαίωση της αντίστοιχης οφειλής, που λαμβάνει χώρα μετά τη συντελεσθείσα παραγραφή, και η βάσει αυτής κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής είσπραξης κατά τον ΚΕΔΕ, είναι ακυρωτέες, εφόσον βέβαια ο οφειλέτης υποβάλλει με ανακοπή σχετική ένσταση παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, και δεν χωρεί εφαρμογή του άρθρου 137 παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του ν.3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4075/2012, που εφαρμόζεται για τις μη παραγεγραμμένες μέχρι την 11.4.2012 οφειλές (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017), την παραγραφή δε αυτή ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει και με αρνητική αναγνωριστική αγωγή, με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει τα ποσά αυτά, που έχουν παραγραφεί, προς άρση της αβεβαιότητας, που προκαλείται από τον αντίθετο ισχυρισμό του ΤΣΜΕΔΕ ή των καθολικών διαδόχων του ΕΤΑΑ αρχικά και ΤΜΕΔΕ στην συνέχεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, ερευνώντας τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων, με του οποίους αυτοί παραπονούντο για την κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι οι επίδικες αξιώσεις τους κατά του αναιρεσιβλήτου είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 5 ΑΚ, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με τον 3° λόγο της εφέσεως τα εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα) παραπονούνται για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τον νόμο και απέρριψε την ένστασή τους περί νόμω αβασίμου της ένδικης αγωγής, ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 250 αρ. 5 του ΑΚ.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, ο εφεσίβλητος(ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει σε αυτήν όλα τα απαραίτητα περιστατικά, που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των ως άνω αξιώσεων του αρχικώς εναγομένου, από προμήθειες και τόκους προμηθειών εγγυητικών επιστολών, που είχε εκδώσει το ταμείο "Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε." υπέρ του, και δη εκθέτει τα πλήρη στοιχεία των ως άνω εγγυητικών επιστολών και τον χρόνο που γεννήθηκε εκάστη από τις ως άνω σχετικές αξιώσεις.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμω βάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ως άνω λόγος της εφέσεως ... Με τον 4° λόγο της εφέσεως τα εκκαλούντα παραπονούνται για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, με την οποία προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008, και δη εσφαλμένως έκρινε ότι με την συγκεκριμένη διάταξη τέθηκε για πρώτη φορά ως χρόνος ενάρξεως της παραγραφής η βεβαίωση της οφειλής και ότι οι ως άνω απαιτήσεις του αρχικώς εναγομένου είχαν ήδη παραγραφεί κατά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (4075/2012), υπό το προγενέστερο καθεστώς, όπου δεν προβλεπόταν η βεβαίωση της οφειλής ως προϋπόθεση για την έναρξη του χρόνου παραγραφής, ενώ αυτή (βεβαίωση της οφειλής) αποτελούσε πάντα το βασικό κριτήριο για την έναρξη του χρόνου παραγραφής, με βάση δε το κριτήριο αυτό οι ως άνω αξιώσεις δεν είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο καταθέσεως και συζητήσεως της ένδικης αγωγής.

Παράλληλα, με τον 5° λόγο της εφέσεως τα εκκαλούντα παραπονούνται για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και δέχθηκε ότι οι παραπάνω αξιώσεις του αρχικώς εναγομένου υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 του ΑΚ, ενώ, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθώς τον νόμο, θα δεχόταν ότι οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται στην 20ετή γενική παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ.

Αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι,... αφενός μεν η ως άνω διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του Ν. 4075/2012, με την οποία προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 137 του Ν. 3655/2008 και με βάση την οποία προβλέπεται η βεβαίωση της οφειλής ως προϋπόθεση για την έναρξη του χρόνου παραγραφής, δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις σχετικές απαιτήσεις του ΤΣΜΕΔΕ από προμήθειες εγγυητικών επιστολών, που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008, αλλά μόνο εκείνες των οποίων ο χρόνος παραγραφής συμπληρώνεται μετά την έναρξη ισχύος της (11-4-2012), άρα όχι τις ως άνω επίδικες αξιώσεις που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, αφετέρου δε οι τελευταίες υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 του ΑΚ".

Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο και δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθού η ανακοπή και ήδη του δευτέρου αναιρεσείοντος Ταμείου για προμήθειες και τόκους των προμηθειών αυτών από τις αναφερόμενες στην αγωγή εγγυητικές επιστολές υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, ότι όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης αυτής εκτίθενται στην αγωγή και ότι δεν εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση το άρθρο 26 παρ. 11του Ν.4075/2012, που τροποποίησε το άρθρο 137 παρ. 1 του Ν. 3655/2008, γιατί οι εγγυητικές επιστολές έχουν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008 και η παραγραφή συμπληρώθηκε χωρίς να βεβαιωθούν αυτές πριν την 11.4.2012, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 4075/2012, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 περ. 5 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, γιατί για τις αξιώσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν έφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 44 παρ 1γ'Ν.Δ. 496/1974 ούτε η γενική διάταξη περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων του άρθρου 249 ΑΚ, αλλά η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 5 ΑΚ, και επίσης δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 137 Α` Τμήμα, παρ. 1, εδάφιο τελευταίο του ν. 3655/2008, όπως προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.11 του ν. 4075/2012, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον η πενταετής παραγραφή των απαιτήσεων του δευτέρου αναιρεσείοντος, για καταβολή προμηθειών και τόκων αυτών, με βάση τις επίδικες εγγυητικές επιστολές, που είχαν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν.3655/2008, ενόψει του αναφερομένου στην αγωγή και μη αμφισβητηθέντος χρόνου ισχύος αυτών, οι τελευταίες των οποίων επιστράφηκαν στο ΤΣΜΕΔΕ στις 2/1/2003, είχε ήδη συμπληρωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4075/2012 (11-4-2012), υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς(υπό το οποίο δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της οφειλής από το ΤΣΜΈΔΕ για την έναρξη της παραγραφής), όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, χωρίς να βεβαιωθούν, γιατί η βεβαίωση τούτων από το αρχικώς εναγόμενο Ταμείο έγινε, κατά τα αναφερόμενα και στην αίτηση αναίρεσης, στις 9/5/2013.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τα αναιρεσείοντα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017). Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης ης αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη ( ΟλΑΠ 472/1983,ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και ζήτησαν την παραδοχή της και την απόρριψη της αγωγής, η δε ένσταση αυτή είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η προβολή της ένστασης παραγραφής από τον αντίδικο είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε επί σειρά ετών τις εγγυητικές επιστολές του Ταμείου μας αποκομίζοντας προσωπικό όφελος με τη δυνατότητα συμμετοχής του σε δημοπρασίες κλπ.

και στη συνέχεια προέβαλε ένσταση παραγραφής για τις προμήθειες των εγγυητικών επιστολών αυτών, δηλαδή λόγο απόσβεσης της μοναδικής αξίωσης και του μοναδικού ωφελήματος, που είχε το Ταμείο μας από αυτή την παροχή προς τον ίδιο. Εκμεταλλεύτηκε δηλαδή προς ίδιο όφελος τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων, που συγκεντρώθηκαν από τις κοινές εισφορές, πόρους και εργασία όλων των μετόχων, και συγχρόνως αρνήθηκε να καταβάλει το ελάχιστο κόστος για την παροχή αυτή που αξιοποιεί ο μέτοχος από το κοινό Ταμείο, ζητώντας να διαγράφει η οφειλή του.

Η προβολή τέτοιου ισχυρισμού εκ μέρους του ξεπερνάει κατά πολύ, την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΚ 281). Αποβαίνει δε σε βάρος του κοινού καλού και της βιωσιμότητας του ίδιου του συνταξιοδοτικού οργανισμού, εάν μία τέτοια πρακτική λάβει ευρεία έκταση. Άρα, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά την ένσταση αυτή και οι αναιρεσείοντες την επανέφεραν με το έβδομο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω ισχυρισμός (ένσταση) των εκκαλούντων ήταν μη νόμιμος, καθόσον τα ανωτέρω αναφερθέντα περιστατικά, και αν ακόμη ήταν αληθή, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, εν όψει του ότι δεν μνημονεύονται σε αυτόν (ως άνω ισχυρισμό) ποιες είναι οι ειδικότερες ενέργειες του εφεσιβλήτου, με τις οποίες ενεργούσε τυχόν παρελκυστικά ή εάν τυχόν έδινε παραπλανητικές υποσχέσεις για την εξόφληση των οφειλών του, ώστε να δικαιολογείται επί τόσο χρόνο η αδράνεια ή η παραπλάνηση του εφεσιβλήτου (ενν.

του αρχικώς εναγομένου), εξαιτίας της οποίας δεν επιδίωξε εγκαίρως, και δη πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής τους, την ικανοποίηση των ως άνω αξιώσεών του.... Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό (ένσταση) των εκκαλούντων και, συνεπώς, μη ουσιώδη, αλλά τον αντιπαρήλθε σιωπηρώς, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπ' όψη του προταθέντα κατά νόμιμο τρόπο πράγματα, ούτε εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις και τα πραγματικά περιστατικά και, επομένως, και ο 7ος λόγος της κρινόμενης εφέσεως κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος".

Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα στην ένσταση πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προβάλλει την ένσταση παραγραφής της εναντίον του απαιτήσεως των αναιρεσειόντων από προμήθειες και τόκους προμηθειών των επιδίκων εγγυητικών επιστολών, εν όψει ιδίως του ότι δεν μνημονεύονται στην ένσταση ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, που οδήγησαν το ΤΣΜΕΔΕ αρχικά και το αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ στην συνέχεια να μην επιδιώξουν την ικανοποίηση των επιδίκων απαιτήσεων τους, αλλά να αδρανήσουν και να επέλθει η παραγραφή αυτών.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ, 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 Ν. 4445/2016) ως προς το πρώτο αναιρεσείον, και 27 παρ. 1 της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 86 Ν. 4387/2016 Υ.Α. Φ 80000/ΟΙΚ 58192/2153(ΦΕΚ Β'4124/2016), " Καταστατικό ΤΜΕΔΕ" ως προς το δεύτερο αναιρεσείον, οι οποίες διατάξεις ορίζουν ότι τα αναιρεσείοντα έχουν όλα τα οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ) και τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 16/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 687/2018, ΑΠ 343/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 6/3/2020 αίτηση των 1) "ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ(ΕΦΚΑ)" και 2) "ΤΑΜΕΙΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΤΜΕΔΕ)" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 618/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Και -

Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ