Legislator Case Law & Legislation
1815/2017 AI generated

1815/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1815/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1815/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
previous legal status contract of inheritance deceased disclaimer of inheritance exclusion of shareholder forfeiture of shareholder rights
AI generated
42/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
1372/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2008 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας.
1111/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
776/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2017 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 18-10-2016 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-7-2022 αίτησή του.
167/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2020 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1815 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1815/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού ιδρύματος με την επωνυμία "Η ...", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στη ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χάρη Ιεροδιακόνου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." όπου εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2607/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4935/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-10-2016 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 109 παρ. 1 και 110 ΑΚ προκύπτει ότι η ιδρυτική πράξη, με την οποία μια περιουσία ορίστηκε για να εξυπηρετηθεί ορισμένος σκοπός (ίδρυμα), γίνεται με διάταξη τελευταίας βούλησης ή με δικαιοπραξία εν ζωή, που περιβάλλεται με συμβολαιογραφικό τύπο και σ’ αυτήν πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός του ιδρύματος, η περιουσία που αφιερώνεται, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να επαρκεί για τον σκοπό του και ο οργανισμός του, καθώς και ότι αφενός το ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα με διάταγμα που εγκρίνει τη σύστασή του και αφετέρου με μεταγενέστερο διάταγμα μπορεί να γίνει συμπλήρωση ή τροποποίηση του οργανισμού του.

Αν το ίδρυμα ιδρύθηκε με δικαιοπραξία εν ζωή και εγκρίθηκε πριν από τον θάνατο του ιδρυτή, τότε εκείνος έχει από τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος ενοχική υποχρέωση να μεταβιβάσει την αφιερωθείσα περιουσία (άρθρο 113 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, η ιδρυτική πράξη έχει χαρακτήρα υποσχετικής δικαιοπραξίας και επομένως για τη μεταβίβαση ακινήτου απαιτείται χωριστή εκποιητική δικαιοπραξία με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1033 ΑΚ.

Ειδικά όμως τα δικαιώματα που μεταβιβάζονται με απλή εκχώρηση, όπως η κατάθεση χρηματικών ποσών σε τράπεζα, και εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη βούληση του ιδρυτή περιέρχονται, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 ΑΚ, αυτοδικαίως στο ίδρυμα, μόλις τούτο συσταθεί, αφού όμως λάβει χώρα σχετική αναγγελία, κατ’ άρθρο 460 ΑΚ, οπότε η ιδρυτική πράξη φέρει και χαρακτήρα εκποιητικής δικαιοπραξίας.

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, επί πλάνης στη δήλωση της βουλήσεως, δηλονότι στην περίπτωση διάστασης μεταξύ δήλωσης και βούλησης από εσφαλμένη γνώση του δηλούντος της απαιτούμενης πραγματικής κατάστασης για τον προσδιορισμό της βούλησής του, η πλάνη, παρέχουσα στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης, δηλαδή όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν εκείνος γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα την επιχειρούσε, δύναται να αφορά και το περιεχόμενο της δήλωσης, ακόμη και αν αυτή στρέφεται περί το δίκαιο και δη περί το είδος της δικαιοπραξίας ή περί την νομική έννοια κάποιου όρου ή περί τη νομική συνέπεια κάποιας δήλωσης.

Εξάλλου, στον ιδρυτή παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο, μέχρι μεν την έκδοση του εγκριτικού διατάγματος, την ανάκληση της ιδρυτικής πράξης (άρθρο 111 ΑΚ) είτε επειδή επακολούθησε απορία του, είτε για σπουδαίους λόγους που δικαιολογούν αυτήν (ανάκληση), μετά δε την έκδοση τούτου, την ακύρωση της ιδρυτικής πράξης λόγω πλάνης, κατά τα προεκτεθέντα (ΑΠ 386/1981), απάτης ή απειλής.

Τέλος, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Ε.

Κ. ( Κ.) του Ι. και της Μ. με την ...2.1990 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης ιδρύματος της συμβ/φου Πειραιά Π. συζ. Π. Β., προέβη στην σύσταση του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Η ...", το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και εδρεύει στη .... Ο οργανισμός του ιδρύματος περιλαμβάνεται στην ιδρυτική του πράξη, με αριθμό ...2.1990 και εγκρίθηκε με το από 13.11.1990 Προεδρικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε και καταχωρήθηκε νόμιμα στο 740/28.11.1990 Φ.Ε.Κ. (τεύχος 2ο).

Σκοπός του ιδρύματος, με βάση την ιδρυτική πράξη, ήταν η δωρεάν φιλοξενία πτωχών συγγενών απόρων ασθενών του νοσοκομείου ..." Αττικής, σε ιδιόκτητο οίκημα του ιδρύματος που βρίσκεται κοντά στο νοσοκομείο αυτό, καθώς και η φιλοξενία ασθενών, που έχουν άμεση ανάγκη εξωτερικής ιατρικής παρακολούθησης, του πιο πάνω νοσοκομείου, (άρθρο 2).

Ο ανωτέρω πρωταρχικός σκοπός, τροποποιήθηκε με την 4746/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η θέληση του διαθέτη δεν μπορεί καθ’ ολοκληρία να πραγματοποιηθεί και ότι αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί με τη μεταβολή του σκοπού και την επωφελέστερη αξιοποίηση του τριώροφου ιδιόκτητου οικήματος και ειδικά την ολική εκμίσθωση αυτού, με σκοπό τη διάθεση των οικονομικών του πόρων (μηνιαίων μισθωμάτων) για την άσκηση του συστατικού φιλανθρωπικού του σκοπού, με την παροχή οικονομικής βοήθειας για την κάλυψη των αναγκών της διανομής συγγενών ασθενών σε παρακείμενα προς το νοσοκομείο ..." ξενοδοχεία, της οικονομικής ενίσχυσης άπορων ατόμων για την αντιμετώπιση άμεσων βιοποριστικών αναγκών ή τη διευκόλυνση της νοσοκομειακής νοσηλείας, της αποκλειστικής νοσοκόμας σε άπορα άτομα, που νοσηλεύονται στο πιο πάνω νοσοκομείο και της αγοράς τεχνητών μελών σε άτομα που έχουν ακρωτηριασθεί, είναι άπορα και νοσηλεύονται στο ίδιο νοσοκομείο.

Περαιτέρω, με το τρίτο άρθρο της ιδρυτικής πράξης, ορίζεται ότι: "1. Περιουσία του ιδρύματος αποτελούν α) Μία οικοδομή μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται στο ... και στην οδό ... και η οποία τελεί υπό τον όρο του αναπαλλοτρίωτου. Η οικοδομή αυτή αποτελείται από: 1) υπόγειο, επιφάνειας 97 τ.μ. περίπου, 2) ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 90 τ.μ.

περίπου, 3) πρώτο (Α’ ) όροφο, επιφάνειας 97 τ.μ. περίπου και 4) δεύτερο (Β’ ) όροφο, επιφάνειας 97 τ.μ. περίπου. Το οικόπεδο επί του οποίου κείται η οικοδομή είναι επιφάνειας 5.141,12 τ.μ. περίπου, απαγορεύεται δε η ανέγερση οποιουδήποτε χτίσματος στο ακάλυπτο τμήμα του ακόμη και αν τούτο επιτρέπεται από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Η απαγόρευση αυτή ισχύει και στην περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του οργανισμού του ιδρύματος, εξ άλλου, για την χρήση του ως άνω τμήματος του οικοπέδου, ισχύουν οι περιορισμοί που τίθενται στο άρθρο 5 της συστατικής πράξης του ιδρύματος. Από το ως άνω ακίνητο, ο ιδρυτής παρακρατεί την επικαρπία του Β’ ορόφου, ισοβίως.

Από το ακίνητο αυτό, το υπόγειο και το ισόγειο θα εκμισθώνονται, προκειμένου να έχει έσοδα το ίδρυμα. Ο Α’ όροφος καθώς και ο Β’ μετά την συνένωση ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, θα χρησιμοποιούνται για την στέγαση των αναφερομένων στο άρθρο 2 προσώπων, σε εκτέλεση του σκοπού του ιδρύματος ή θα μπορούν να εκμισθωθούν, σε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 του Οργανισμού, β) Κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο κινητό ή ακίνητο που θα ευρεθεί να ανήκει στον ιδρυτή κατά τον θάνατό του".

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 26.2.2006 απεβίωσε στην Αθήνα ο παραπάνω ιδρυτής και κατέλειπε τις από 26.1.2001 και από 24.5.2002 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύτηκαν σε δημόσια συνεδρίαση στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 23.6.2006, με τα .../23.6.2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην από 26.1.2001 ιδιόγραφη διαθήκη του, ο διαθέτης, θέλοντας, όπως εκθέτει, να τακτοποιήσει οριστικά τα της περιουσίας του μετά το θάνατό του και να ερμηνεύσει αυθεντικά και κυρίαρχα τη θέλησή του για το ίδρυμα "Η ..." που κακώς διατυπώθηκαν στη ιδρυτική πράξη από τη συμβολαιογράφο ορίζει: "...

στην πράξη συστάσεως του ιδρύματος φέρεται να όρισα ότι η περιουσία του ιδρύματος αποτελείται από το ακίνητο της ιδιοκτησίας μου, που βρίσκεται στη ... και επί της οδού ..., που αποτελείται από το καλυπτόμενο με την οικοδομή οικόπεδο και το συνεχόμενο ακάλυπτο οικόπεδο και το κτίριο που αποτελείται από το υπόγειο αποθηκών, ισόγειο καταστημάτων, πρώτο όροφο πάνω από το ισόγειο και δεύτερο όροφο πάνω από το ισόγειο, όπως λεπτομερώς περιγράφονται στη ιδρυτική πράξη και οποιαδήποτε άλλη περιουσία μου ήθελε βρεθεί κατά το θάνατό μου.

Η πραγματική μου βούληση ήταν άλλη, που αναφέρω παρακάτω και όταν το αντιλήφθηκα όταν μου έδωσαν και διάβασα το προεδρικό διάταγμα, δεν έκανα και την μεταβίβαση με συμβολαιογραφικό έγγραφο του ακινήτου στο ίδρυμα και τυπικά το ακίνητο αυτό είναι ακόμα στο όνομά μου. Στην ουσία λειτουργώ το ίδρυμα και εκπληρώνω το σκοπό του, έχοντας εξοπλίσει τον πρώτο όροφο και παραχωρώντας στέγη σε συγγενείς και αρρώστους, όπως έχω ορίσει.

Η πραγματική μου όμως βούληση ήταν όσο βρίσκομαι στη ζωή, το ίδρυμα θα το λειτουργώ εγώ με δική μου πρωτοβουλία και όπως κρίνω καλύτερα, χωρίς να δίνω λογαριασμό σε κανένα, από δικά μου χρήματα που μέρος τους είναι από ενοίκια του καταστήματος του ισογείου. Όσο ζω τα εισοδήματα του κτιρίου μπορώ να τα διαθέτω ελεύθερα.

Επίσης, η πραγματική μου βούληση ήταν, ότι στο ίδρυμα θα περιέλθει μόνον το ακίνητο στη Βούλα και τίποτα άλλο και από το θάνατό μου, θα εισπράττει το ίδρυμα τα ενοίκια του καταστήματος. Στον όροφο που μένω θα στεγαστεί το ίδρυμα δηλαδή το συμβούλιο, εκτός αν το συμβούλιο αποφασίσει να στεγαστεί σε άλλο γραφείο του ίδιου ορόφου.

Ότι άλλο κινητό ή χρήματα που έχω θα μπορώ να τα διαθέτω ελεύθερα προ του θανάτου μου, με τη διαθήκη μου αυτή ή με συμπληρωματική νεώτερη διαθήκη. Αυτή είναι και η πραγματική και τελευταία μου θέληση και ζητώ από τον εκτελεστή της διαθήκης μου και κάθε άλλον αρμόδιο να σεβαστούν αυτή μου την επιθυμία και επιταγή.

Με τη διαθήκη μου αυτή και προς άρση κάθε αμφιβολίας και σε κάθε περίπτωση για τη νόμιμη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στο προαναφερόμενο ίδρυμα, εγκαθιστώ κληρονόμο μου το Κοινωφελές -Ίδρυμα με την επωνυμία "Η ..." και του αφήνω και τυπικά κατά πλήρη κυριότητα μόνον το προαναφερόμενο ακίνητο μου επί της οδού ...

στη ... με τα σ’ αυτό έπιπλα και σκεύη όπως είναι και σύμφωνα με τους (όρους) της ιδρυτικής πράξης και του Οργανισμού του που έχει εγκριθεί με το Προεδρικό Διάταγμα... Εκτελεστή της διαθήκης μου και ισόβιο Πρόεδρο του ιδρύματος αφήνω τον Ιερέα Κ. Μ. εφημέριο του Ιερού Ναού του ... του Νοσοκομείου ...... Το κράτος θα έχει μόνο την εποπτεία που ορίζει ο Νόμος και ποτέ η περιουσία του Ιδρύματος να μην περιέλθει στο Κράτος.

Εάν για οποιονδήποτε λόγο διαλυθεί το Ίδρυμα ή δεν μπορεί να επιτελείται ο σκοπός του που έταξα εγώ και αν γίνει αυτό, η περιουσία του ιδρύματος θα είναι αναπαλλοτρίωτη και θα περιέρχεται στον Ιερό Ναό ......". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ιδρυτής- διαθέτης με δικαιοπραξία εν ζωή (ιδρυτική πράξη) υπόσχεται τη μεταβίβαση της οικοδομής μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται στην οδό ...

στην ..., όπως λεπτομερώς ανωτέρω αναφέρεται, καθώς επίσης και "κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο κινητό ή ακίνητο που θα ευρεθεί στον ίδιο (ιδρυτή) κατά το θάνατό του", ενώ με διάταξη τελευταίας βούλησης, (την από 26.1.2001 ιδιόγραφη διαθήκη του), με σαφήνεια εκθέτει ότι η πραγματική του βούληση είναι να περιέλθει στο ίδρυμα μόνο το ακίνητο στη Βούλα και τίποτα άλλο και από το θάνατό του να εισπράττει αυτό τα ενοίκια του καταστήματος, αφετέρου δε ότι κάθε άλλο κινητό ή χρήματα που έχει θα μπορεί να τα διαθέτει ελεύθερα, αναιρώντας έτσι τη δήλωση βούλησής του που αναφέρεται στην ιδρυτική πράξη, με την οποία υποσχέθηκε τη διάθεση προς το ίδρυμα και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα βρισκόταν στον ίδιο κατά το θάνατό του.

Η αμέσως παραπάνω δήλωση, που εμπεριέχεται στην ιδιόγραφη διαθήκη, είναι έγκυρη και ισχυρή, δεδομένου ότι δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, δεν απαγορεύεται εκ του νόμου η διάθεση του αντικειμένου της και δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, επιπλέον δε ο διαθέτης δικαιούται να διαθέσει κατά τον τρόπο που αυτός θέλει τα περιουσιακά στοιχεία που του ανήκουν.

Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι η δήλωση βούλησης του διαθέτη- ιδρυτή, που αφορά την παροχή προς το ίδρυμα και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου, που θα βρεθεί κατά το θάνατό του, καθώς και η κατάργηση αυτής, δια της ιδιόγραφης διαθήκης, δεν επιφέρει σημαντική βλάβη στη σύσταση του ιδρύματος και δεν επηρεάζει και τη λειτουργία αυτού, καθόσον το ίδρυμα μπορούσε να συσταθεί και συστάθηκε με την παρασχεθείσα δια της ιδρυτικής πράξης περιουσία, που αποτελείται από την πιο πάνω αναφερόμενη οικοδομή μετά του οικοπέδου που βρίσκεται στη ...

και των μισθωμάτων από την ενοικίαση των καταστημάτων της οικοδομής και λειτουργούσε, εκμεταλλευόμενο την αμέσως πιο πάνω παρασχεθείσα περιουσία, μάλιστα δε μετά και τη μεταβολή του σκοπού του ιδρύματος, δια της 4746/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, λειτουργεί απρόσκοπτα με την εκμετάλλευση της ανωτέρω οικοδομής, ενοικιάζοντας τους χώρους αυτής και εισπράττοντας τα μισθώματα προς κάλυψη των δαπανών για την πραγματοποίηση του σκοπού του.

Έτσι, λοιπόν, η ανωτέρω επίμαχη δήλωση στη γενόμενη με δικαιοπραξία εν ζωή ιδρυτική πράξη, περί παροχής προς το ίδρυμα και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου ήθελε βρεθεί κατά το θάνατο του ιδρυτή, δεν αποτελεί ουσιώδη στοιχείο ως προς τον, κατά την ΑΚ 110, καθορισμό του περιεχομένου της ιδρυτικής πράξης, δεδομένου ότι μία τέτοια δήλωση βούλησης σε ιδρυτική πράξη εν ζωή, δεν δύναται να οδηγήσει στη σύσταση του ιδρύματος και στο ενοχικό δικαίωμα αυτού να απαιτήσει από τον ιδρυτή τη μεταβίβαση, σύμφωνα με την ΑΚ 113, των κατ’ ιδία περιουσιακών στοιχείων.

Συνακόλουθα, η επίμαχη αυτή δήλωση βούλησης, δεν αποτελεί ούτε όρο του οργανισμού, ούτε όρο της ιδρυτικής πράξης, έτσι ώστε για τη μεταβολή αυτού να απαιτείται είτε αίτηση του οργανισμού, κατά την ΑΚ 119, είτε δικαστική διαπίστωση του γεγονότος ότι η θέληση του ιδρυτού δεν δύναται να πραγματοποιηθεί κατά ολοκληρία ή κατά το μείζον περιεχόμενο αυτής και έκδοση ειδικού νόμου που να επιτρέπει την επωφελέστερη αξιοποίηση, κατά την ΑΚ 121.

Δεχόμενη η εκκαλουμένη απόφαση ότι το εφεσίβλητο- ενάγον ίδρυμα εξακολουθεί να είναι δικαιούχος και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου βρεθεί κατά το θάνατο του ιδρυτή και ειδικά του ποσού των 13.313,65 ευρώ, που ο διαθέτης, που απεβίωσε στις 16.2.2006, διατηρούσε στον ..... ατομικό τραπεζικό λογαριασμό στο κεντρικό κατάστημα της ...

Ελλάδας και των δύο μισθωμένων θυρίδων θησαυροφυλακίου με αριθμό ..., με άγνωστο περιεχόμενο, όπως αυτό αποδεικνύεται από το ....3.2009 έγγραφο της εκκαλούσας- εναγόμενης τράπεζας, παρά την περί του αντιθέτου δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη-ιδρυτή, με την αιτιολογία ότι αφενός δεν υπήρξε τροποποίηση του οργανισμού, αφετέρου η μονομερής τροποποίηση του ήδη νομίμως συσταθέντος οργανισμού του ιδρύματος που επιχειρήθηκε έστω με διάταξη τελευταίας βούλησης δεν επιφέρει συνέπειες ως προς το μέγεθος της περιουσίας που αφιερώνεται στο ίδρυμα, έσφαλε, καθόσον, η επίμαχη δήλωση βούλησης του διαθέτη είναι νόμιμη και επιφέρει τις ηθελημένες από τον διαθέτη έννομες συνέπειες, όπως ειδικότερα πιο πάνω αναφέρεται".

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ιδρυτής μπορούσε και με διάταξη τελευταίας βούλησης να περιορίσει την ήδη καθορισθείσα με την ιδρυτική πράξη περιουσία του ιδρύματος, καθόν χρόνο μάλιστα είχε εκδοθεί το εγκριτικό διάταγμα αυτού, κατά τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία και απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος ιδρύματος που ζητούσε να αναγνωρισθεί αφενός ότι η ρητή δήλωση της βούλησης του ιδρυτή, όπως αυτή εκφράσθηκε και διατυπώθηκε στη συστατική πράξη τούτου, υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης εκφρασθείσας βούλησής του και αφετέρου ότι νόμιμος δικαιούχος των καταληφθέντων περιουσιακών στοιχείων (χρηματικού ποσού και περιεχομένου των μισθωμένων τραπεζικών θυρίδων) είναι εκείνο (ίδρυμα), παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις διατάξεις των άρθρων 109 και 110 ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναίρεσης.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4935/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρω.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ