Legislator Case Law & Legislation
1815/2016 AI generated

1815/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1815/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1815 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1815/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1815 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
economic offence authorization for criminal prosecution exile political activities post-flight political activities dismissal of fraud charges capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1815 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1815/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Eισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Ευαγγελάτο και 2)Δ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6681/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Φ. του Δ., κάτοικο ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4-4-2016 και 2-4-2016 αντίστοιχα αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 2 Απριλίου 2016 και 4 Απριλίου 2016 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (με αριθμούς γενικού πρωτοκόλλου .../4-4-2016 και .../4-4-2016) αντίστοιχα, των 1) Γ. Τ. του Κ. και 2) Δ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6681/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς (Α.Π. 144/2014). Επί των, κατά τα άνω, αιτήσεων αναιρέσεως, του Γ. Τ. και του Δ. Τ. λεκτέα τα ακόλουθα:

Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανομένη, στην συγκεκριμένη διάταξη, στερητική της ελευθερίας ποινή, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της ειδικής υποστάσεως του τυποποιούμενου, με την συγκεκριμένη διάταξη, εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.

Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ’ αυτήν, ανεξάρτητα αν στην συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου-εγκαλουμένου (Α.Π. 445/2016, Α.Π. 788/2014, Α.Π. 663/2013). Κατά τις προβλέψεις δε της διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Νόμου 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στην γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή (Α.Π. 559/2014, Α.Π. 1447/2013).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Δ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή την επί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Εκ τούτου έπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, η εν λόγω δε αιτιολογία συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση (Ολ.

Α.Π. 7/2005, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1014/2012, Α.Π. 1184/2010). Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της ψευδούς καταμηνύσεως ή της ψευδορκίας μάρτυρα ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.

Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 241/2015, Α.Π. 278/2014).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.

Α.Π. 3/2008, Α.Π. 1315/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμέσως μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και τη νομιμοποίηση των συνηγόρων υπερασπίσεώς τους, καθώς και τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής του εγκαλούντος, οι συνήγοροι υπερασπίσεως των πρώτων, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησαν την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως και αυτό διότι περιμένουν τα πρακτικά έτερης δίκης που αφορά τους κατηγορουμένους, τα οποία θεωρούν ότι περιέχουν πολύ σημαντικά στοιχεία για την παρούσα και επιθυμούν την αναμονή της δημοσιεύσεώς τους.

Στην συνέχεια, αμέσως μετά την απορριπτική του αιτήματος πρόταση της Εισαγγελέως και της τοποθετήσεως των συνηγόρων υπερασπίσεως των κατηγορουμένων και της πολιτικής αγωγής, το Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η υπόθεση, στην οποίαν αναφέρονται οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, έχει εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό και έχει εκδοθεί η 662-773/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία προσκομίζεται σε απόσπασμα, στο οποίο αναφέρονται οι διατάξεις περί απαλλαγής, ενοχής κ.λ.π., καθώς και οι επιβληθείσες ποινές.

Στην εν λόγω υπόθεση, η οποία διήρκεσε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Τ. καταδικάσθηκε για παράνομη νομιμοποίηση εσόδων με το ελαφρυντικό 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. σε ποινή φυλάκισης 5 ετών κατά πλειοψηφία, ενώ αθωώθηκε για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη.

Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Τ. καταδικάσθηκε για κοινή απάτη και παράνομη νομιμοποίηση εσόδων και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 16 ετών, ενώ αθωώθηκε για επιμέρους πράξεις απάτης. Λόγω της μεγάλης διάρκειας της δίκης και της συνεκδίκασης πολλών υποθέσεων δεν μπορεί να προβλεφθεί πότε θα γραφούν τα πρακτικά και η όλη απόφαση, ενώ στην προκειμένη υπόθεση υπάρχουν μάρτυρες, έγγραφα, είναι δε παρών και ο δεύτερος κατηγορούμενος και επομένως κρίνεται από το δικαστήριο ότι είναι επαρκή τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία και δεν είναι αναγκαίο να αναβληθεί η υπόθεση για να προσκομισθούν τα πρακτικά της άνω δίκης.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, παρά το ότι το συγκεκριμένο αίτημα δεν ήταν σαφές και ορισμένο, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απορριπτική τούτου απόφασή του, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια, εκτός των άλλων, ότι τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για τη διάγνωση της ένδικης υποθέσεως.

Ακολούθως, μετά την απόρριψη του προαναφερομένου αιτήματος αναβολής στην ουσία του και μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις της Εισαγγελέως και των παρισταμένων συνηγόρων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, αφού διασκέφθηκε μυστικά στο προς τούτο προορισμένο δωμάτιο, κατήρτισε και δημοσίευσε την προσβαλλομένη απόφασή του, σύμφωνα με την οποία δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του τα εξής: "Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την απολογία του παρόντος δευτέρου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Τ. στην … στις 30-9-2009 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του νυν εγκαλούντος Κ. Φ. του Δ., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 20-9-2009 μήνυσή του κατά του εγκαλούντος, η οποία έλαβε Α.Β.Μ...., με την οποία αιτήθηκε την ποινική του δίωξη για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας καταγγέλλοντας, εν γνώσει του ψευδώς, τα ακόλουθα: "Ο μηνυόμενος, στην Αθήνα στις 27-4-2004, όντας υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων, εν γνώσει του με εξέθεσε σε δίωξη ενώ ήμουν αθώος.

Ειδικότερα: στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενεργήσας στα πλαίσια της ανατεθείσας σε αυτόν από τον κ. Εισαγγελέα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος "ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ", ΣΥΝΕΤΑΞΕ και ΥΠΕΓΡΑΨΕ, την από 27-4-2004 "ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ" στην οποία μεταξύ πολλών άλλων αναγράφει ΓΙΑ ΜΕΝΑ και τα εξής: "Ο ανά τον κόσμο καταζητούμενος σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 880504154/CAF σήμα INTERPOL Η.Π.Α., Β.

Τ. (αδελφός μου).... ΜΑΖΙ με τα αδέλφια του Δ. και Γ. Τ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ την .... Απευθύνονται στην ... και ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ τις: ... ... εκτός των πιο πάνω εταιρειών και προκειμένου να ΞΕΠΛΥΘΟΥΝ τα χρήματά των, ανά τον κόσμο ΕΞΑΠΑΤΗΜΕΝΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ τις ανώνυμες εταιρείες ... A.E., ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ και έθεσαν σε λειτουργία ΑΠΑΤΗΛΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ.

Αυτά είναι: το αμοιβαίο κεφάλαιο ... από την αντίστοιχη ... ... ... LIMITED, την οποία δημιούργησαν το 1996, αφού κατόρθωσαν το 1997, να εξασφαλίσουν άδεια εγκατάστασης Γραφείου στην Ελλάδα, της ... ... LIMITED σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 και Α.Ν. 378/1968"... Όθεν ο μηνυόμενος, ΑΦΟΥ με τις προαναφερόμενες αναφορές του με εμπλέκει ως "ΣΥΝΔΗΜΙΟΥΡΓΟ" των Αμαρτωλών ...

εταιρειών ... & ... και ως "..." στην Ελλάδα και "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟ" απατηλών επενδυτικών προγραμμάτων, δια των οποίων, πράγματι από τον αδελφό μου Β. Τ., εξαπατήθηκαν "εκατοντάδες επενδυτές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό" ΣΚΟΠΟ είχε ως ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ του Σ.Δ.Ο.Ε. που του ανατέθηκε η διενέργεια ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΝΑ ΜΕ ΕΚΘΕΣΕΙ ΣΕ ΔΙΩΞΗ πράγμα το οποίο και πέτυχε ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είμαι αθώος ...".

Τα ανωτέρω όμως περιστατικά, τα οποία ο κατηγορούμενος διέλαβε στην ως άνω μήνυσή του ήταν ψευδή, ο ίδιος δε γνώριζε ότι ήταν ψευδή καθώς και τη σχετική με αυτά αλήθεια, που συνίσταται στο ότι ο εγκαλών με την υποβληθείσα αναφορά του εξέθεσε όσα προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που είχε συγκεντρώσει ως όφειλε, όντας υπάλληλος του Σ.Δ.Ο.Ε.

και προς εκτέλεση σχετικής Εισαγγελικής παραγγελίας, η δε αξιολόγησή του έγινε από τους αρμόδιους Δικαστικούς Λειτουργούς, οι οποίοι δέχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά στις άνω εταιρείες, στις οποίες οι αδελφοί του ήταν εν τοις πράγμασι διαχειριστές και παραπέμφθηκε να δικαστεί για κακουργηματική απάτη, ενώ το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 1157/08 βούλευμά του παρέπεμψε να δικαστεί με την κατηγορία ότι δέχθηκε στην κατοχή του χρήματα εξαπατηθέντων επενδυτών, τα οποία περαιτέρω και αυτός απέκρυψε, χρησιμοποίησε και μετέτρεψε αυτά, έτσι ώστε να εντάσσονται ως νόμιμα στην οικονομική διαδικασία και να συγκαλύπτεται η αληθής τους προέλευση.

Άλλωστε, με την από 2-4-08 ευνοϊκή, για τον πρώτο κατηγορούμενο, συμπληρωματική κατάθεση του εγκαλούντος, ενώπιον του Β’ Τακτικού Ανακριτή Λάρισας αποδεικνύεται ότι ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων κατέθετε όσα προέκυπταν από την έρευνά του και αναιρούσε κάθε σκέψη για ύπαρξη δόλου αντί να εκθέσει σε δίωξη ή τιμωρία τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος παρά ταύτα υπέβαλε την εν λόγω έγκληση καταμηνύοντας τον εγκαλούντα εν γνώσει του ψευδώς με σκοπό να θέσει εν αμφιβόλω την πορισματική αναφορά και τις ένορκες καταθέσεις του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν υπ’ αριθμ. 662-773/2014 απόσπασμα της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων απαλλάχθηκε πρωτοδίκως ο πρώτος κατηγορούμενος της κατηγορίας της κακουργηματικής απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κακουργηματική και καταδικάσθηκε για παράνομη νομιμοποίηση εσόδων σε ποινή φυλάκισης πέντε 5 ετών.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος του εγκαλούντος απορρίφθηκε ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την Β95/2010 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η δε προσφυγή που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την 1087/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.

Επιπλέον αποδείχθηκε, ότι στον Πειραιά στις 26-1-2010 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρμοδίων για ένορκη εξέταση αρχών, κατέθεσε εν γνώσει σχετιζόμενα ουσιαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάστηκε και ειδικότερα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον του Πταισματοδίκου Πειραιά, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης διενεργούμενης σε βάρος του εγκαλούντος με αφορμή την πιο πάνω από 20-9-2009 μήνυσή του με ΑΒΜ ..., κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της μήνυσής του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές, καθώς και τη σχετική αλήθεια, όπως ανωτέρω παρατίθεται.

Όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Τ., αποδείχθηκε ότι αυτός στον Πειραιά στις 26-1-2010, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας για ένορκη εξέταση αρχής, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, σχετιζόμενα ουσιαστικά και διαδικαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάστηκε και συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, διενεργούμενης σε βάρος του εγκαλούντος με αφορμή την πιο πάνω από 30-9-2009 μήνυση του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς, τα ακόλουθα: "Είμαι αδελφός του μηνυτή.

Γνωρίζω και τον μηνυόμενο, ο οποίος είναι πρώην υπάλληλος του Σ.Δ.Ο.Ε., από την υπηρεσία του εξεδιώχθη, διότι υπήρχαν εις βάρος του καταγγελίες για απόπειρες εκβιασμού με σκοπό να αποσπάσει χρήματα από διάφορους πολίτες. Για την συγκεκριμένη περίπτωση ενώ γνώριζε ότι ο μηνυτής ουδεμία σχέση είχε ή εμπλοκή με αυτά που αναφέρει σε ημιτελή πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 αναφέρει ότι ο μηνυτής είχε εμπλοκή σε υπόθεση εξαπάτησης επενδυτών περιγράφοντας αναλυτικά τις πράξεις και ενέργειες του μηνυτή, παρά ταύτα τον ενέπλεξε με αποτέλεσμα να επεκταθούν κατηγορίες εναντίον του μηνυτή.

Ο μηνυόμενος δεν δίστασε να εμπλέξει αναφερόμενος ακόμη και στα δικά μου ανήλικα τέκνα, την υπέργηρη μητέρα μου και τη σύζυγό μου. Πιστεύω ότι η συμπεριφορά και οι ενέργειες του μηνυομένου είναι αποτέλεσμα της άρνησής μας να υποκύψουμε στα διάφορα υπονοούμενά του (απόπειρα εκβιασμού) για χρηματισμό του.

Τα παραπάνω, δηλαδή τη μη εμπλοκή του μηνυτή σε οποιαδήποτε πράξη, τα επιβεβαιώνει ο ίδιος καταθέτοντας ως μάρτυρας στην 2η Ανακρίτρια Λαρίσης, τέσσερα χρόνια μετά, λέγοντας επί λέξει: "Ενώ φαινόταν ο Γ. Τ. στις καταστάσεις προσωπικού της εταιρείας ... στην πράξη όμως δεν παρείχε καμία υπηρεσία ούτε ποτέ προέκυψε από την έρευνα που έκανα ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην προώθηση κεφαλαίου ...".

Τα περιλαμβανόμενα στην ανωτέρω ένορκη μαρτυρική κατάθεση του δευτέρου κατηγορουμένου, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτός δε τα κατέθεσε ενόρκως ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους και την σχετική μ’ αυτά αλήθεια, όπως παρατίθεται ανωτέρω.

Συνεπώς, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων, δηλαδή ο πρώτος της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα και ο δεύτερος της ψευδορκίας μάρτυρα. Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε τον πρώτο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Γ. Τ. του Κ.

ένοχο, κατά πιστή μεταφορά του ότι: Στην Αθήνα την 30-9-2009 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν και συγκεκριμένα, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του νυν εγκαλούντα Κ. Φ. του Δ., υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 20-9-2009 μήνυσή του κατά του εγκαλούντος, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. ..., με την οποία αιτήθηκε την ποινική δίωξή του για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης εξουσίας καταγγέλλοντας εν γνώσει του ψευδώς τα ακόλουθα: " .....

Ο μηνυόμενος στην Αθήνα, στις 27-4-2004, όντας ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ΑΝΑΚΡΙΣΗ αξιοποίνων πράξεων, ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΤΟΥ με εξέθεσε σε ΔΙΩΞΗ, ενώ ήμουν ΑΘΩΟΣ. Α. Ειδικότερα: 1. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενεργήσας στα πλαίσια της ανατεθείσας σε αυτόν - από τον κ. Εισαγγελέα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, "ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ", ΣΥΝΕΤΑΞΕ και ΥΠΕΓΡΑΨΕ, την από 27-4-2004 "ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ" στην οποία μεταξύ πολλών άλλων, αναγράφει για ΜΕΝΑ και τα εξής : "Ο ανά τον κόσμο καταζητούμενος σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 880504154/CAF σήμα INTERPOL Η.Π.Α., Β.

Τ. (αδελφός μου) .... ΜΑΖΙ με τα αδέλφια του Δ. και Γ. Τ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ την .... Απευθύνονται στην ... και ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ τις: ...... εκτός των πιο πάνω εταιρειών και προκειμένου να ΞΕΠΛΥΘΟΥΝ τα χρήματά των, ανά τον κόσμο ΕΞΑΠΑΤΗΜΕΝΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ τις ανώνυμες εταιρείες ... A.E., ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ και έθεσαν σε λειτουργία ΑΠΑΤΗΛΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ.

Αυτά είναι: το αμοιβαίο κεφάλαιο ... από την αντίστοιχη ... ... ... LIMITED, την οποία δημιούργησαν το 1996, αφού κατόρθωσαν το 1997, να εξασφαλίσουν άδεια εγκατάστασης Γραφείου στην Ελλάδα, της ... ... LIMITED σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 και Α.Ν. 378/1968"... Όθεν ο μηνυόμενος, ΑΦΟΥ με τις προαναφερόμενες αναφορές του με εμπλέκει ως "ΣΥΝΔΗΜΙΟΥΡΓΟ" των Αμαρτωλών ...

εταιρειών ... & ... και ως "..." στην Ελλάδα και "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟ" απατηλών επενδυτικών προγραμμάτων, δια των οποίων, πράγματι από τον αδελφό μου Β. Τ., εξαπατήθηκαν "εκατοντάδες επενδυτές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό" ΣΚΟΠΟ είχε ως ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ του Σ.Δ.Ο.Ε. που του ανατέθηκε η διενέργεια ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΝΑ ΜΕ ΕΚΘΕΣΕΙ ΣΕ ΔΙΩΞΗ πράγμα το οποίο και πέτυχε ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι είμαι αθώος...".

Τα ανωτέρω όμως περιστατικά, τα οποία ο κατηγορούμενος διέλαβε στην ως άνω μήνυσή του ήταν ψευδή, ο ίδιος δε γνώριζε ότι ήταν ψευδή καθώς και τη σχετική με αυτά αλήθεια, που συνίσταται στο ότι ο εγκαλών με την υποβληθείσα αναφορά του εξέθεσε όσα προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που είχε συγκεντρώσει ως όφειλε, όντας υπάλληλος του Σ.Δ.Ο.Ε.

και προς εκτέλεση σχετικής Εισαγγελικής παραγγελίας, η δε αξιολόγησή του έγινε από τους αρμόδιους Δικαστικούς Λειτουργούς, οι οποίοι δέχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε ενεργά στις of sore εταιρίες ... & ... στις οποίες οι αδελφοί του ήταν εν τοις πράγμασι διαχειριστές και παραπέμφθηκε να δικαστεί για κακουργηματική απάτη, ενώ το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 1157/08 βούλευμά του τον παρέπεμψε να δικαστεί με την κατηγορία ότι δέχθηκε στην κατοχή του χρήματα εξαπατηθέντων επενδυτών, τα οποία περαιτέρω και αυτός απέκρυψε, χρησιμοποίησε και μετέτρεψε αυτά, έτσι ώστε να εντάσσονται ως νόμιμα στην οικονομική διαδικασία και να συγκαλύπτεται η αληθής τους προέλευση.

Β. Στον Πειραιά στις 26-1-2010 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρμοδίων για ένορκη εξέταση αρχών, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, σχετιζόμενα ουσιαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάσθηκε και ειδικότερα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον του Πταισματοδίκου Πειραιά, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης διενεργουμένης σε βάρος του εγκαλούντος με αφορμή την πιο πάνω από 20-9-2009 μήνυσή του με ΑΜΒ ..., κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της μήνυσής του, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές καθώς και τη σχετική αλήθεια, όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό στοιχ. 1Α του παρόντος.

Κατόπιν και υπό τις αναφερόμενες, στην ίδια την απόφαση, παραδοχές κήρυξε το δεύτερο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο, κατά πιστή μεταφορά του ότι: Στον Πειραιά στις 26-1-2010, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμοδίας για ένορκη εξέταση αρχής, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα σχετιζόμενα ουσιαστικά και διαδικαστικά με την υπόθεση επί της οποίας εξετάσθηκε και συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου Πειραιώς κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης διενεργουμένης σε βάρος του εγκαλούντος με αφορμή την πιο πάνω από 30-9-2009 μήνυση του 1ου κατηγορουμένου [ΑΒΜ ...], κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς, τα ακόλουθα: "Είμαι αδελφός του μηνυτή.

Γνωρίζω και τον μηνυόμενο, ο οποίος είναι πρώην υπάλληλος του Σ.Δ.Ο.Ε., από την υπηρεσία του εξεδιώχθη, διότι υπήρχαν εις βάρος του καταγγελίες για απόπειρες εκβιασμού με σκοπό να αποσπάσει χρήματα από διάφορους πολίτες. Για τη συγκεκριμένη περίπτωση ενώ γνώριζε ότι ο μηνυτής ουδεμία σχέση είχε ή εμπλοκή με αυτά που αναφέρει σε ημιτελή πορισματική αναφορά με ημερομηνία 27-4-2004 αναφέρει ότι ο μηνυτής είχε εμπλοκή σε υπόθεση εξαπάτησης επενδυτών περιγράφοντας αναλυτικά τις πράξεις και ενέργειες του μηνυτή, παρά ταύτα τον ενέπλεξε με αποτέλεσμα να επεκταθούν κατηγορίες εναντίον του μηνυτή.

Ο μηνυόμενος δεν δίστασε να εμπλέξει αναφερόμενος ακόμη και στα δικά μου ανήλικα τέκνα, την υπέργηρη μητέρα μου και τη σύζυγό μου. Πιστεύω ότι η συμπεριφορά και οι ενέργειες του μηνυομένου είναι αποτέλεσμα της άρνησής μας να υποκύψουμε στα διάφορα υπονοούμενά του (απόπειρα εκβιασμού) για χρηματισμό του.

Τα παραπάνω, δηλαδή τη μη εμπλοκή του μηνυτή σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη, τα επιβεβαιώνει ο ίδιος καταθέτοντας ως μάρτυρας στην 2η Ανακρίτρια Λαρίσης, τέσσερα χρόνια μετά, λέγοντας επί λέξει: "Ενώ φαινόταν ο Γ. Τ. στις καταστάσεις προσωπικού της εταιρείας ... στην πράξη όμως δεν παρείχε καμία υπηρεσία ούτε ποτέ προέκυψε από την έρευνα που έκανα ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην προώθηση κεφαλαίου ...".

Τα περιλαμβανόμενα στην ανωτέρω ένορκη μαρτυρική κατάθεση του κατηγορουμένου, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτός δε τα κατέθεσε ενόρκως ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους και την σχετική μ’ αυτά αλήθεια, όπως παρατίθεται ανωτέρω υπό στοιχ. 1Α. Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδικάσθηκαν ο πρώτος αναιρεσείων και αυτού της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο δεύτερος εξ αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 περ.

α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 80, 94, 224 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Νόμου 3327/2005, 227 παρ. 1 και 229 παρ. 1 του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία δευτέρου κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Όπως δε προκύπτει από το αιτιολογικό και μάλιστα την συλλογιστική του σκεπτικού που μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζεται και η υποκειμενική δόλια προς τούτο προαίρεση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος. Και αυτό, η αναλήθεια των όσων αυτός καταλόγισε με την επίμαχη έγκλησή του σε βάρος του εγκαλούντος και επιβεβαίωσε με τη μεταγενέστερη σχετική κατάθεσή του ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, στηρίζεται σε προσωπική του πεποίθηση, αφού με τις πράξεις του αυτές προδήλως απέβλεπε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην αποδυνάμωση του περιεχομένου της πορισματικής αναφοράς και των ενόρκων καταθέσεων του εγκαλούντος που ήταν επιβαρυντικές για τον ίδιο και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο η παράθεση άλλων περιστατικών για την κατάδειξη της εκ μέρους του αναιρεσείοντος επιγνώσεως της αναλήθειας.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του τελευταίου είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επιπλέον, επί της δεύτερης, κατά τα άνω, αιτήσεως αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος Δ. Τ.: Με τον, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι τυπική, η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί αντιγραφή της πρωτοβάθμιας αποφάσεως και δεν αιτιολογείται ειδικά η συνδρομή του άμεσου δόλου στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Και αυτό διότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι τυπική, καθόσον, εκτός του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ταυτίζεται το περιεχόμενο του σκεπτικού με αυτό του διατακτικού, η μη διαφοροποίηση του πρώτου από το δεύτερο δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας όταν η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η διαφοροποίηση του σκεπτικού (Α.Π. 1325/2015, Α.Π. 1150/2014), όπως δηλαδή εν προκειμένω.

Ωσαύτως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται της απαιτουμένης αιτιολογίας εκ μόνου του λόγου ότι αυτή δεν διαφέρει από την αντίστοιχη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, αφού ζητούμενο του αναιρετικού ελέγχου είναι η επάρκεια της αιτιολογίας, η οποία υπόκειται στην προκειμένη περίπτωση και όχι η σύγκρισή της με τις αιτιολογικές παραδοχές της εκκληθείσας αποφάσεως, η οποία άλλωστε, μετά την τυπική παραδοχή του ενδίκου μέσου της εφέσεως, ατονεί και η υπόθεση συζητείται εξαρχής.

Επιπρόσθετα, προσηκόντως αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος Δ. Τ., αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της καταθέσεώς του, τα όσα ψευδή διέλαβε σ’ αυτήν για τον εγκαλούντα αποτελούσαν προσωπική του πεποίθηση και σκοπό είχαν την απίσχναση των σε βάρος του ιδίου και του αδελφού του, πρώτου αναιρεσείοντος, καταγγελιών του εγκαλούντος, στοιχείο που καταφάσκει την εκ μέρους αυτού (δευτέρου αναιρεσείοντος) επίγνωση της αναλήθειας των ισχυρισμών του.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. λόγοι των κρινόμενων και συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των προαναφερομένων άρθρων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως στην ουσία τους και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις επιδοθείσες την 4 Απριλίου 2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../4-4-2006 από 4 Απριλίου 2016 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Γ. Τ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., καθώς και τη με αριθμό πρωτοκόλλου .../4-4-2016 από 2 Απριλίου 2016 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Δ. Τ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6681/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει έκαστο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ