Legislator Case Law & Legislation
1815/2014 AI generated

1815/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1815/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1815/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1815 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1815/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ Ε. Β.", που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουρλούκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ., 2) Ι. Φ., 3) Ι. Π., 4) Α. Μ. του Α., 5) 1, 6) Κ. Μ., 7) Α. Π., 8) Κ. Χ., 9) Π. Α. και 10) Γ. Γ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής το επώνυμο του 2ου των αναιρεσιβλήτων αναγράφηκε στο αναιρετήριο "Σ." αντί του ορθού "Φ.".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 647/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της.

Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη από 27-10-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 1-11-2010, στρέφεται: α) κατά της υπ' αριθμ. 647/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δίκασε ερήμην του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., ήδη αναιρεσείοντος, και δέχθηκε την από 1-11-2005 ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και β) κατά της υπ' αριθμ. 30/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως (647/2006 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), λόγω της ερημοδικίας του στην κατ' έφεση δίκη.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 647/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού αυτή ενσωματώθηκε στην υπ' αριθμ. 30/2010 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας του, η οποία απόφαση και μόνο προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, εν προκειμένω, από τη ρητή αναφορά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. στο αναιρετήριο, αλλά και στις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/2010 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε σ' αυτό από τους αναιρεσιβλήτους στις 16-9-2010, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους (σχετική έκθεση επιδόσεως δεν προσκομίζεται, ούτε επιδοθέν στο αναιρεσείον αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως, με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ), από δε το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 15490/31-12-2013 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 30/2010 ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.

Με αυτά τα δεδομένα, κατά τον χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 1-11-2010, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, είχε τελεσιδικήσει και, επομένως, νομοτύπως ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και εμπροθέσμως, εντός δηλαδή της από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή αυτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 30/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο κατά τον υπό του νόμου (άνω άρθρο 96) οριζόμενο τύπο, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο, στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη (προσηκόντως) εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως διαδίκου και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτησή της παρά την απουσία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, το μεν αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουρλούκο, ο οποίος προσκόμισε σχετικά το υπ' αριθμ. .../18-2-2014 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Πάκου, οι δε αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη, προς τον οποίο, όμως, έχουν νομίμως χορηγήσει πληρεξουσιότητα (υπ' αριθμ. .../2-5-2014 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Βαρακλιώτη) μόνον οι εξ αυτών Δ.

Μ. (1η), Ι. Φ. (2ος), Α. Μ. (4η), Σ. Μ. (5η), Α. Π. (7ος) και Π. Α. (9ος), ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι, ήτοι ο Ι. Π. (3ος), ο 1 (6ος), ο Κ. Χ. (8ος) και ο Γ. Γ. (10ος), από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι χορήγησαν σχετική πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο. Περαιτέρω, από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από το νομίμως παριστάμενο αναιρεσείον υπ' αριθμ. 781/14-10-2013, 7922Β'/14-10-2013, 7926Β'/15-10-2013 και 7979Β'/29-10-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ.

Κ., με τις συνημμένες στην καθεμία από αυτές αποδείξεις παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στον αξιωματικό υπηρεσίας του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος και βεβαιώσεις ταχυδρομήσεως έγγραφης ειδοποιήσεως (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 7-1-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-5-2014), επιδόθηκε, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως, σε κάθε ένα από τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους Ι.

Π., Κ. Μ., Κ. Χ. και Γ. Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν προσηκόντως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αφού δεν είχαν παράσχει πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, που δήλωσε ότι τους εκπροσωπεί. Σύμφωνα, όμως, με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και οι διάδικοι αυτοί παρόντες.

Με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 201/1975 ορίζεται ότι "Από 1ης Ιανουαρίου 1976, εις το απασχολούμενον προσωπικόν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ν.Δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή διά μίαν ώραν ημερησίως, υπολογιζομένη κατά τας διατάξεις του εδαφίου γ' της παρ. 3 του άρθρου 5 Ν.Δ. 4548/1966 και από 1-1-1997 αμοιβή διά δύο ώρας ημερησίως".

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλκυση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, και δεν αποτελεί η αμοιβή αυτή αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νόμιμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο, κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 201/1975, είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως.

Η μεταγενέστερη διά νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας, δεν συνεπάγεται την κατάργηση ή μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση απαραίτητη για την εκάστοτε καταβολή αυτής.

Επομένως, την πρόσθετη αυτή αμοιβή δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης της ισχύος του Ν. 201/1975, είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως. Η αμοιβή αυτή, λόγω της φύσεώς της ως μέρους των νομίμων αποδοχών των παραπάνω κατηγοριών εργαζομένων, δεν αποτελεί επίδομα και για τον λόγο αυτόν δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", το οποίο αφορά τα ρητώς κατονομαζόμενα επιδόματα, μεταξύ των οποίων είναι και το ειδικό νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 201/1975 (ΑΕΔ 10/2005, Ολ.ΑΠ 15/2009, Ολ.ΑΠ 24/2008).

Μετά τον άνω νόμο (1505/1984), επακολούθησε ο Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", με τον οποίο καθιερώθηκε από 1-1-1997, σύμφωνα με το άρθρο 33 αυτού, το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (στο οποίο περιλαμβάνεται και το υπαλληλικό προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. - άρθρο 1 παρ. 1γ).

Με το άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του Ν. 2470/1997 ορίσθηκε ότι: "1. Διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, πέρα από τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο άρθρο και τα εξής επιδόματα και παροχές... 4. Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλευσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν. 3205/2003, με έναρξη ισχύος από 1-1-2004, με τον οποίο καθιερώθηκε ένα νέο μισθολόγιο (Μέρος Α' του νόμου αυτού) για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχα της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος.

Με το άρθρο 8 του παραπάνω νόμου ορίζονται τα επιδόματα που χορηγούνται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Με το ίδιο άρθρο 8 του Ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Α' του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 του Ν. 2860/2000, της παρ. 11 του άρθρου 4 του Ν. 2819/2000, της παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 2965/2001 και της παρ. 2 του άρθρου 20 του Ν. 2606/1998, καθώς και η εφάπαξ οικονομική ενίσχυση, που καταβάλλεται σε υπαλλήλους, που μετατάσσονται σε υπηρεσίες παραμεθορίων περιοχών.

Επίσης δεν περιλαμβάνεται και η ειδική αποζημίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 2900/1954, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 512/1970". Μετά ταύτα, η πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 δεν καταργήθηκε ούτε με το Ν. 2470/ 1997, ούτε με το Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή δεν συνιστά επίδομα ή ειδική πρόσθετη παροχή, αλλά μέρος των νομίμων αποδοχών που λαμβάνει ο υπάλληλος του νοσηλευτικού ιδρύματος για την απασχόλησή του (ΑΠ 1228/2012).

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 πρόσθετη αμοιβή καταργήθηκε ρητά μεταγενέστερα με την παρ. 6 του άρθρου 9 του Ν. 3670/2008. Με τα δεδομένα αυτά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, μέσω της ενσωματωθείσας στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 30/2010 απόφασή του πρωτόδικης αποφάσεως (υπ' αριθμ. 647/2006 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), έκρινε ότι οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι του κλάδου ΥΕ (προσωπικό καθαριότητας) του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Νοσοκομείου (Ν.Π.Δ.Δ.), δικαιούνται να λάβουν την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, ανερχόμενη, για το επίδικο από 1-1-2003 έως 31-10-2005 χρονικό διάστημα, στο ποσό των 8.265 ευρώ, το οποίο και υποχρέωσε το εναγόμενο (αναιρεσείον) να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων Δ. Μ. (1ης), Ι. Φ. (2ου), Α. Μ. (4ης), Σ. Μ. (5ης), 1 (7ου) και Π. Α. (9ου).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ Ε. Β.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 647/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς και της υπ' αριθμ. 30/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερου, τέταρτης, πέμπτης, έβδομου και ένατου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ