1815/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1815 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2012
Legislator headnote
AI generated1815/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1815 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1815 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Α. του Ν., 2. Μ. Α. του Ι. και 3. Ν. Α. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία προηγουμένως ανακάλεσε την από 18.5.2012 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5115/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5383/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 4118Δ/22-02-2011, 4419Δ/22-02-2011 και 4120Δ/22-02-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι, με εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιωάννας Αχουζαρίδη-Γαλάνη ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 23-01-2012 και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο (21-05-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση παρά την απουσία τους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ.2, 942 και 943 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., την διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Η θεσπιζόμενη κατά τα άνω διάρρηξη των απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τους οφειλέτες προς βλάβη των δανειστών τους, επέρχεται μόνο κατά το μέρος τους, κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, τα ποσά αυτά να αναφέρονται σ' αυτήν. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει, για το ορισμένο της, η παραπάνω αγωγή διαρρήξεως περιλαμβάνεται και εκείνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ότι δηλαδή η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή (Ολ.ΑΠ 15/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στο δικόγραφο της αγωγής της, με το οποίο επιδιώκετο η διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών, εκθέτει σαφώς, τόσον την αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, όσο και, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η υπόλοιπη, προφανώς εμφανής, περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος (οφειλέτη), δεν αρκεί για την ικανοποίηση της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας δανείστριας. Ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή: α) ότι η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε 11.238.332 δραχμές ή 32.981,16 ευρώ, β) ότι, η μεν αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριωθέντος κατά ψιλή κυριότητα αστικού ακινήτου, με το υπ' αριθ. .../28-06-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γιαννοπούλου-Τσωνοπούλου, ανέρχεται, κατά το ποσοστό αυτό, το οποίο και μόνο ανήκε στον πρώτο αναιρεσείοντα, σε 7.000.000 δραχμές ή 20.542,92 ευρώ, η δε αξία του απαλλοτριωθέντος, επίσης κατά ψιλή κυριότητα, αγροτεμαχίου, με το υπ' αριθ. .../28-06-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας Συμβολαιογράφου, ανέρχεται σε 3.500.000 δραχμές ή 10.271,46 ευρώ και συνολικά η αξία των δύο απαλλοτριωθέντων ακίνητων ανέρχεται σε 10.500.000 δραχμές ή 30.814,38 ευρώ και γ) ότι, μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές η μοναδική εμφανής περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος συνίσταται στην διατηρηθείσα απ' αυτόν επικαρπία επί των άνω ακινήτων, η οποία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, το αγωγικό δικόγραφο, περιείχε κατά τρόπο απόλυτα ορισμένο τα ανωτέρω στοιχεία της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και της αφερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον κρίσμο χρόνο κατά τον οποίο ζητείται η διάρρηξη και επομένως η αγωγή είναι ορισμένη. Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής ως προς τα παραπάνω στοιχεία να αναφέρεται και η αξία της επικαρπίας επί των άνω ακινήτων που συνιστούσε το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του τελευταίου (11.238.332 δραχμές ή 32.981,16 ευρώ) ήταν μεγαλύτερη της υπό πλήρους κυριότητος αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (10.500.000 δραχμές ή 30.814,38 ευρώ).
Συνεπώς, εφόσον αρκούσαν και μόνο τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά για να είναι αυτή ποσοτικά και ποιοτικά ορισμένη και ως προς τα παραπάνω στοιχεία της, το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή ορισμένη, ανεξάρτητα από το αν προσέφυγε προς τούτο και στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, οι περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, αληθώς, από τη διάταξη αυτή (άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα δε, ο άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται μ' αυτόν η αιτίαση, ότι απαραδέκτως το Εφετείο προσέφυγε στον προσδιορισμό που γίνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης για να κρίνει ορισμένη την αγωγή ως προς τα παραπάνω στοιχεία της, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθόσον, και χωρίς την ως άνω προσφυγή η αγωγή ήταν ορισμένη με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν. Εξάλλου το Εφετείο, με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έρευνα του ορισμένου της αγωγής, ότι "η υπόλοιπη, προφανώς εμφανής, περιουσία του πρώτου των εφεσίβλητων (οφειλέτη) αρκεί για την ικανοποίηση της ήδη εκκαλούσας", δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού στην αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα, με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται ακριβώς το αντίθετο, και επομένως, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί το πραγματικό του άρθρου 939 ΑΚ για την νομική βασιμότητα της αγωγής, η παράλειψη δε εκ παραδρομής της λέξης "δεν" πριν από την λέξη "αρκεί", στην παραπάνω αναφορά του, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή. Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (πρώτος), κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ.2 και 942 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., την διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, ως "υπόλοιπη περιουσία" του οφειλέτη θεωρείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές για ικανοποίησή τους, όχι δε η αφανής, η οποία είναι ανύπαρκτη γι' αυτούς. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ματαίωση του με τη διάρρηξη επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού της προστασίας των δανειστών από την καταδολίευση αυτών από τον οφειλέτη (βλ. ΑΠ 637/2001 Ελλ.Δ/νη 43.1410). Εξάλλου, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση. Περαιτέρω, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία. Επιπρόσθετα, από τις διατάξεις των άρθ. 939 και επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από τα άρθα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη του, που έγινε προς βλάβη του, πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρησή της. Κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της συμβάσεως, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθ. 112§2 του ΕισΝΑΚ, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου. Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαιτήσεως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη επ' ακροατήριω συζήτηση της αγωγής. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντος ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των υπολοίπων πιστώσεως και χρεώσεως, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διαρρήξεως, σε απαλλοτρίωση περιουσιακού του στοιχείου πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προς βλάβη του δανειστή του. Ετέρωθεν, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της υπ' αριθ. .../27-3-1992 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και με τους όρους που περιέχονται σ' αυτή, χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία " Ι. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." πίστωση δραχμών 5.500.000, το ύψος της οποίας με μεταγενέστερες αυτής διαδοχικές πρόσθετες συμβάσεις αυξήθηκε στο ποσό των 30.500.000 δραχμών, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις συμβάσεις αυτές. Ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) εγγυήθηκε ως πρωτοφειλέτης αφού παραιτήθηκε από την ένσταση της διζήσεως και των ενστάσεων και προθεσμιών των άρθρων 862-869 Α.Κ., θέτοντας την υπογραφή του στο τέλος της ως άνω αρχικής σύμβασης και των αυξητικών αυτής κάτω από τη λέξη με την ένδειξη "ΕΓΓΥΗΤΗΣ". Ως ομόρρυθμο δε μέλος της παραπάνω πιστούχου εταιρίας, δεδομένου ότι το όνομά του αναφέρεται στην επωνυμία της, ευθύνεται για τις οφειλές της και με την ατομική του περιουσία. Στις 23-10-1995 κλείσθηκαν νομότυπα οι λογαριασμοί που τηρήθηκαν στο πλαίσιο κα σε εξυπηρέτηση της παραπάνω συμβάσεως και των αυξητικών αυτής, με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της παραπάνω πιστούχου εταιρίας και του εγγυητή, πρώτου των εφεσιβλήτων, 11.238.332 δραχμές ή 32.981,16 ευρώ. Το κλείσιμο του λογαριασμού και το προκύψαν υπόλοιπο (κατάλοιπο) γνωστοποίησε η εκκαλούσα με την από 06-11-1995 έγγραφη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε νομότυπα στην πιστούχο και τον πρώτο των εφεσιβλήτων και με την οποία τους καλούσε να της καταβάλλουν το εν λόγω ποσό. Στη συνέχεια και λόγω αρνήσεως της καταβολής του παραπάνω χρεωστικού καταλοίπου, εκδόθηκε για την απαίτηση αυτή της εκκαλούσας εις βάρος της πιστούχου και του πρώτου των εφεσιβλήτων η υπ' αριθ. 15604/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιτασσόμενο προς πληρωμή το παραπάνω ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, δυνάμει του με αριθμό .../28-06-1995 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γιαννοπούλου-Τσωνοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπερχειάδας στις 31-01-1996, στον τόμο 6 και με αριθμούς ... και ..., μεταβίβασε στη δεύτερη των εφεσιβλήτων (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) κόρη του Μ. Ι. Α., η οποία αποδέχθηκε τη γονική παροχή, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 419,58 τ.μ. με ημιτελή διώροφη οικοδομή που βρίσκεται στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών και αποτελείται από ισόγειο και πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο και έχει επιφάνεια 84,50 τ.μ. ο κάθε όροφος, το δε οικόπεδο βρίσκεται μέσα στον οικισμό της κοινότητος Περιβολίου Φθιώτιδος, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται κατά θέση και όρια στην αγωγή. Η αξία του μεταβιβασθέντος ποσοστού του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν σε 20.542,92 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Κατά το χρόνο της προαναφερόμενης μεταβίβασης, που αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν διέθετε άλλο περιουσιακό στοιχείο, ενήργησε δε αυτός με πρόθεση βλάβης της δανείστριας αντιδίκου του, αφού γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του, που του απέμενε (μετά την εκποίηση και ενός ακόμη ακινήτου του, που αναφέρεται παρακάτω) θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει την ως άνω επίδικη απαίτηση. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα Τράπεζα είχε την ιδιότητα της δανείστριας, κατά τον χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αφού μπορεί η απαίτηση αυτή να τελεί και υπό αναβλητική προθεσμία αρκεί και μόνο μέχρι του χρόνου απαλλοτριώσεως να συντελέσθηκαν τα δικαιοπαραγωγά της απαίτησης γεγονότα και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της περί διαρρήξεως σχετικής αγωγής. Περαιτέρω, η κατά τα άνω αφερεγγυότητα και η πρόθεση βλάβης του πρώτου αναιρεσίβλητου αποδεικνύεται και από το ότι αυτός, προκειμένου να μην ανευρεθεί περιουσία στο όνομά του, έστω και προς μερική ικανοποίηση της επίδικης απαίτησης με το υπ' αριθ. .../28-06-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας παραπάνω Συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών στις 31-01-1996 στον τόμο 6 και με αριθμούς 52 κα 53, μεταβίβασε στον τρίτο των εφεσίβλητων (ήδη τρίτο αναιρεσείοντα) γιο του Ν. Α. του Ι. την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1650 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στον οικισμό της κοινότητος Περιβολίου Σπερχειάδος του νομού Φθιώτιδος. Η αξία του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν σε 10.271,46 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Σημειωτέον ότι τα άνω ακίνητα αποτελούσαν, και κατά το χρόνο μεταβίβασης και σήμερα, τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία. Στη μεταβίβαση προέβη ο πρώτος εφεσίβλητος, προκειμένου να μη διαθέτει προσωπική περιουσία, από την οποία στρεφόμενη εναντίον του η εκκαλούσα δανείστρια θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ένδικη απαίτησή της. Στην κρίση αυτή άγεται το δικαστήριο συνεκτιμώντας κυρίως την ηλικία της ανήλικης, 14 ετών κατά το χρόνο της μεταβίβασης, που δεν δικαιολογεί γονική παροχή για την οικονομική και κοινωνική της αυτοτέλεια και στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, σύμφωνα με την οποία η μεταβίβαση έγινε λόγω κακής οικονομικής κατάστασης του πρώτου των εφεσιβλήτων, ώστε να μη διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και πιέζεται από την εκκαλούσα δανείστριά του, προς ικανοποίηση μέσω αυτών. Ο καταδολιευτικός σκοπός του πρώτου των εφεσιβλήτων ήταν σε γνώση των συνεναγομένων τέκνων του, άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση έχουμε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία και δεν απαιτείται τέτοια γνώση. Αποδείχθηκε τέλος, ότι η ληξιπρόθεσμη απαίτηση της εκκαλούσας κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανερχόταν σε 32.981,38 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική διαταγή πληρωμής, η δε αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων σε 30.814,38 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται, η δε υπόλοιπη περιουσία του πρώτου των εφεσιβλήτων και συγκεκριμένα η αξία της επικαρπίας των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε 8.802,14 ευρώ (6.284,17 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και 2.571,97 ευρώ για το δεύτερο ακίνητο), γεγονός που δεν αμφισβητείται. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω οι προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες πρέπει να διαρρηχθούν ως καταδολιευτικές για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αόριστη, έκανε δεκτή την τελευταία και διέταξε την διάρρηξη των προαναφερόμενων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) οι απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες του πρώτου των εναγομένων οφειλέτη έγιναν προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριάς του, β) υφίστατο αφερεγγυότητα του οφειλέτη, ενόψει του ότι τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία αυτού (επικαρπία στα άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα) δεν επαρκούσαν προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας, γ) γνώριζαν τα συνεναγόμενα τέκνα του οφειλέτη, προς τα οποία έγινε η γονική παροχή, ότι ο εναγόμενος πατέρας τους ενήργησε τις άνω απαλλοτριώσεις προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας, αν και οι απαλλοτριώσεις αυτές ήταν χαριστικές και δεν απαιτείτο τέτοια γνώση, και δ) είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής η απαίτηση της ενάγουσας από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος κλείσθηκε στις 23-10-1995. Το τελευταίο δε (υπό στοιχ. δ') πραγματικό γεγονός, δικαιολογούσε, την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, ως δανείστριας για την έγερση της κατά την έννοια των άρθρων 939 επ ΑΚ περί διαρρήξεως αγωγής, ως και την παραδοχή της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, αρκούσε εν προκειμένω το γεγονός ότι το οριστικό κλείσιμο του παραπάνω αλληλόχρεου λογαριασμού, είχε συντελεσθεί στις 23-10-1995 πριν από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (19-01-2006). Εξάλλου, δεν υφίσταται ασάφεια η αντιφατικότητα στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του εναγομένου οφειλέτη δεν αρκούσε προς ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, αφού με πληρότητα εκτίθεται σ' αυτήν, ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη εναγομένου μετά τις ως άνω απαλλοτριώσεις συνίσταται στην επικαρπία που διατήρησε κατά την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των άνω ακινήτων, η αξία της οποίας (επικαρπίας) ανέρχεται στο ποσό των 8.802,14 ευρώ, ενώ η προς ικανοποίηση απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε 32.981,16 ευρώ, γεγονός που καθιστά σαφές, ότι η υπόλοιπη περιουσία του εναγομένου οφειλέτη δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τον δεύτερο λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμες, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-10-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5383/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις.11 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ