1815/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/8/2005 και 19/1/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7414/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1815/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι τοποθετήσεις των Υποδιευθυντών Διοικήσεως καθώς και των λοιπών Στελεχών Διευθύνσεως Διοικήσεως και Δικτύου διενεργούνται μετά από αξιολόγηση των υποψηφίων, ασχέτως βαθμού και αρχαιότητας αυτών και σύμφωνα με τον Κανονισμό Τοποθετήσεως Στελεχών (ο Κανονισμός αυτός μέχρι τη συζήτηση στο Εφετείο της κρινόμενης υποθέσεως δεν είχε θεσπισθεί).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1815 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1815/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/8/2005 και 19/1/2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7414/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9/3/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, " πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως.
Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλείται σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους εργασίας έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Τέτοια περίπτωση μονομερούς μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος συντρέχει και όταν ο εργοδότης τοποθετεί τον μισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση με εκείνη που είχε τοποθετηθεί προηγουμένως και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άμεση ή έμμεση υλική ζημία ή ηθική βλάβη με την προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική του αξία .
Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει, εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό του. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς, δεν είναι όμως καταχρηστική η καταγγελία όταν δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν ο μισθωτός αρνείται να αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων εργασίας του, υπολαμβάνοντας αυτήν ως βλαπτική, η οποία όμως, αφενός δεν είναι βλαπτική γι' αυτόν και αφετέρου επιβάλλεται από το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία από την άρνηση αυτή σοβαρών προβλημάτων, εξαιτίας των οποίων ο εργοδότης εξαναγκάζεται να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, του οποίου όμως η μη βασιμότητα καθιστά την καταγγελία άκυρη, με συνέπεια ο εργοδότης να υποχρεούται σε καταβολή μισθών υπερημερίας. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι και η σύμβαση ως προς την οποία προβλέπεται από κανονισμό αποχώρηση του μισθωτού αυτοδικαίως από την υπηρεσία του λόγω ορίου ηλικίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12/3/2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9/3/2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, με αριθμό 5/12/3/2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε δε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Οι όροι δε του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ.Α.Π. 42/2002). Εξάλλου, στον Κανονισμό της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ορίζονται και τα εξής:
Το προσωπικό της Τράπεζας κατανέμεται στους Υπηρεσιακούς Κλάδους Κύριου Προσωπικού, Τεχνικού Προσωπικού και Υποστηρικτικού Προσωπικού. Οι βαθμοί του Κλάδου Κύριου Προσωπικού, Διευθυντής, Υποδιευθυντής Α', Υποδιευθυντής Β' και Τμηματάρχης Α' είναι στην Α' Ζώνη (άρθρο 5). Οι τοποθετήσεις και οι ανακλήσεις τοποθετήσεων των λοιπών στελεχών Διευθύνσεων Διοικήσεως και Δικτύου γίνονται, με πράξη Διοικήσεως στα πλαίσια των οικείων Κανονισμών.
Οι τοποθετήσεις των Υποδιευθυντών Διοικήσεως καθώς και των λοιπών Στελεχών Διευθύνσεως Διοικήσεως και Δικτύου διενεργούνται μετά από αξιολόγηση των υποψηφίων, ασχέτως βαθμού και αρχαιότητας αυτών και σύμφωνα με τον Κανονισμό Τοποθετήσεως Στελεχών (ο Κανονισμός αυτός μέχρι τη συζήτηση στο Εφετείο της κρινόμενης υποθέσεως δεν είχε θεσπισθεί).
Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα των υπαλλήλων, ήτοι: α) Η επίδοσή τους στην Τράπεζα, με βάση το εκάστοτε ισχύον σύστημα υπηρεσιακής αξιολογήσεως. β) Οι θέσεις που εργάσθηκαν στο παρελθόν. γ) Οι σπουδές τους. δ) Οι ξένες γλώσσες, εφόσον η γνώση τους απαιτείται από τη συγκεκριμένη θέση.
Επίσης λαμβάνονται υπόψη τυχόν ειδικά προσόντα, εφόσον αυτά απαιτούνται για την προς πλήρωση θέση. Για τις τοποθετήσεις σε θέσεις, με την επιφύλαξη όσων παραπάνω ορίζονται, καθώς και για τις αναθέσεις υπηρεσιακών καθηκόντων δεν λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός, η αρχαιότητα και οι αποδοχές. Μέχρις ότου δε ρυθμισθούν από σχετικό Κανονισμό, οι τοποθετήσεις σε θέσεις κάθε επιπέδου Μονάδων της Διοικήσεως και του Δικτύου και η ανάκληση αυτών γίνονται με Πράξη Διοικήσεως ή του εξουσιοδοτημένου αρμοδίου οργάνου μετά από εισήγηση του προβλεπόμενου υπηρεσιακού οργάνου (άρθρο 9).
Η μετά του Προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση λύεται: α. Με το θάνατο του υπαλλήλου. β . Με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας. γ . Με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο. δ. Λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως .ε.
Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός. στ. Σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως, με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας, ενώ όταν ο υπάλληλος που συμπληρώνει το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο, τότε, τη συμπλήρωση του 62ου έτους από τον υπάλληλο (άρθρα 33, 21, 28 και 29).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον ως άνω αναιρετικό λόγο συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής αποφάσεως δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεώς του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.
Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά, γιατί αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα αναγκαία προς θεμελίωση κατά νόμο της αγωγής ή ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ή αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Χ. Κ., που γεννήθηκε στις 24/4/1959, απασχολήθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από τις 23/7/1981, στο βαθμό του Δόκιμου και υπηρέτησε με αυτό το βαθμό ως απλός υπάλληλος στη Διεύθυνση Καταθέσεων Εσωτερικού, Περιφερειακή Διεύθυνση Πειραιώς.
Μετά την πρόσληψή του έγινε πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (Πολιτικό Τμήμα) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εξελίχθηκε βαθμολογικά .Από την 1/1/2001 κατείχε το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και ήταν Στέλεχος με αντιστοιχία μισθού θέσεως ευθύνης 3ου κλιμακίου. Τα κλιμάκια είναι υπηρεσιακή ιεραρχία θέσεων ευθύνης, ανάλογα με την ευθύνη που συνεπάγονται, το μέγεθος των εργασιών, που περιλαμβάνουν και την έκταση των εποπτικών καθηκόντων, που από αυτές ασκούνται.
Οι θέσεις ευθύνης διαβαθμίζονται στο Δίκτυο Καταστημάτων της εναγομένης από το 10ο έως το 1ο (ανώτατο) και στις Διευθύνσεις Διοικήσεως αυτής, από το 7ο έως το 1ο (ανώτατο). Ο ενάγων γνωρίζει, προς όφελος της εναγομένης, τις ξένες γλώσσες αγγλική και γερμανική σε επίπεδο " πολύ καλά ". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, με τοποθετήσεις σε Διευθύνσεις Διοικήσεως (άρθρο 9 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Ε.Τ.Ε.
Α.Ε.), συγκεκριμένα, α. στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως, από την 9/1/1988, ως Βοηθός Επιθεωρητής Αντιστοιχία 7ου κλιμακίου ευθύνης και, από την 12/10/1992, ως Δόκιμος Επιθεωρητής/Επιθεωρητής Β' αντιστοιχία 5ου κλιμακίου ευθύνης, " επικεφαλής κλιμακίων, για τακτικούς και έκτακτους ελέγχους και έρευνες σε Μονάδες και καταστήματα εσωτερικού " της εναγομένης, β.
στη Διεύθυνση Εργασιών Δικτύου Εσωτερικού, από την 11/6/2001, ως Προϊστάμενος του Τμήματος Λειτουργικής Στηρίξεως θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης, Ισοτιμία Προϊσταμένου Τμήματος Διευθύνσεως Διοικήσεως και του χορηγή-θηκε δικαίωμα υπογραφής Α' για τη Διοίκηση (Πράξη Διοικήσεως 315/6/6/2001 ].Την πιο πάνω " τοποθέτησή του " στη Διεύθυνση Διοικήσεως Εργασιών Δικτύου Εσωτερικού, από την 11/6/2001, ως Προϊστάμενος του Τμήματος λειτουργικής Στηρίξεως, θεώρησε " υποβιβασμό ".
Έτσι, άσκησε κατά της εναγομένη, 1ον, την από 14/6/2001 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, " για την ακύρωση, άλλως την ανάκληση της 315/6/6/2001 Πράξεως Διοικήσεως, επί τω τέλει της μη τοποθετήσεώς του στη Διεύθυνση Δικτύου Εσωτερικού και 2ον, την από 14/6/2001 αίτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως, ήτοι " για να ανασταλεί η μετάθεσή του στη Διεύθυνση Διοικήσεως Εργασιών Δικτύου Εσωτερικού ".
Επί της από 14/6/2001 αιτήσεως εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η 7530/2001 απόφαση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία αυτή απερ-ρίφθη ως μη νόμιμη και η από 14/6/2001 αγωγή δεν συζητήθηκε . Κατά το έτος 1991, ο ενάγων για την " υποδειγματική " εκτέλεση των καθηκόντων του έτυχε " επιβραβεύσεως, με εφάπαξ χρηματική αμοιβή " .
Επίσης στο Δελτίο Αξιολογήσεως και Αναπτύξεως Υπαλλήλου " έτους κρίσεως 2001, που τον αφορούσε, είχε τα ευμενή σχόλια. " Καταξιωμένο στέλεχος που διακρίνεται για την υπηρεσιακή του κατάρτιση και την ανεπτυγμένη οξυδέρκεια . Πρόσθετα, ξεχωρίζει για τη μεθοδικότητα, τη διερευνητικότητα, την ευθύτητα του χαρακτήρα του και το θάρρος της γνώμης του.
Η μέχρι σήμερα παρουσία του αξιολογούμενου, οι πλούσιες ελεγκτικές εμπειρίες του και η γενικότερη συγκρότησή του συνηγορούν για την ανάληψη ευρύτερων καθηκόντων. (Υποδιευθυντής Διοικήσεως) ". Την 1/2/2002, " σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού " της εναγομένης, τοποθετήθηκε ως " Στέλεχος 3ου κλιμακίου ευθύνης ", στο Γραφείο του Υποδιοικητή Θ.
Π. και, από την 20/12/2002 εκτελούσε καθήκοντα, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τους. " Συμβούλου του Υποδιοικητή Θ. Π. " . Ο " Σύμβουλος " δεν απολαύει ειδικών αποδοχών και η θέση του δεν είναι οργανική, δεν αντιστοιχεί σε κλιμάκια, δεν θεωρείται ως οργανική Υποδιευθυντή Διοικήσεως ή ισοδύναμη με θέση Διευθυντή Διοικήσεως ούτε αποτελεί την " κορυφή της πυραμίδας της υπηρεσιακής ιεραρχίας " της εναγομένης.
Μετά την αλλαγή της Διοικήσεως της εναγομένης και την αποχώρηση του Υποδιοικητή Θ. Π., ο ενάγων, τοποθετήθηκε, από 12/5/2005 (άρθρο 9 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης) στη Διεύθυνση Διοικήσεως Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού ως Υποδιευθυντής. Στέλεχος με αντιστοιχία μισθού θέσεως ευθύνης 3ου κλιμακίου και, από 13/5/2001, του ανατέθηκαν καθήκοντα εποπτείας της Υποδιευθύνσεως Χρηματικού .Η θέση του Υποδιευθυντή αυτής της Διευθύνσεως Διοικήσεως είναι οργανική 3ου κλιμακίου ευθύνης και ισότιμη, από πλευράς σπουδαιότητας για την εναγομένη, με όλες τις άλλες οργανικές θέσεις ευθύνης 3ου κλιμακίου.
Το αντικείμενο απασχολήσεως του ενάγοντος ήταν: 1. Η μέριμνα για τον εφοδιασμό των καταστημάτων της εναγομένης στην Αττική, με τα χρηματικά ποσά σε ευρώ, που απαιτούνταν για την εύρυθμη λειτουργία τους και την εξυπηρέτηση των πελατών της, καθώς και για την απαλλαγή των καταστημάτων της στην Αττική από πλεονάζοντα ποσά σε ευρώ και προώθησή τους στην Τράπεζα της Ελλάδος [διαχείριση ποσού περί τα 30.000.000 ευρώ] . 2.
Η διαχείριση και μέριμνα για τον εφοδιασμό ή απαλλαγή από πλεονάζοντα ποσά σε Ξένα Τραπεζογραμμάτια των Καταστημάτων της εναγομένης, στην Αττική, εκτός Πειραιά [διαχείριση ποσού περί τα 2.500.000 ευρώ] . 3. Ο εφοδιασμός με χρήματα σε ευρώ, η αποσυμφόρηση από πλεονάζοντα ποσά και η κατάθεση στο λογαριασμό [14] Μεγάλων πελατών της εναγομένης, πανελλαδικά, με [46] σημεία εξυπηρετήσεως.4.Ο καθορισμός της πολιτικής και η εποπτεία, πανελλαδικά, του τομέως των χρηματομεταφορών, που διενεργεί η εναγομένη. 5.
Η διαχείριση και ο εφοδιασμός των Καταστημάτων της εναγομένης πανελλαδικά, με ένσημα Ασφαλιστικών Οργανισμών. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η τοποθέτηση του ενάγοντα στην ως άνω θέση, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, ούτε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης .
Η εναγομένη, μετά την αλλαγή της Διοικήσεώς της και την αποχώρηση του Υποδιοικητή Θ. Π., απασχόλησε τον ενάγοντα στο πιο πάνω αντικείμενο, αντί των ίδιων αποδοχών, σύμφωνα με το νόμο και το περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας, με καλόπιστη άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, κατά τον προσδιορισμό των καθηκόντων του.
Η θέση στη Διεύθυνση Διοικήσεως Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού είναι οργανική και στον ενάγοντα, Τμηματάρχη Α', έγινε ανάθεση ευρύτερων καθηκόντων Υποδιευθυντή Διοικήσεως. Η θέση αυτή, στη Διεύθυνση Διοικήσεως Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού, δεν είναι υποδεέστερη της θέσεως Συμβούλου για την εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου του Υποδιοικητή.
Η τελευταία θέση [ Συμβούλου ] δεν είναι οργανική, δεν αντιστοιχεί σε κλιμάκια, ούτε θεωρείται ως οργανική Υποδιευθυντή Διοικήσεως ή ισοδύναμη με θέση Διευθυντή Διοικήσεως και δεν αποτελεί την " κορυφή της πυραμίδας της υπηρεσιακής ιεραρχίας " της εναγομένης. Την 21/11/2005 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο .
Ειδικότερα, στο έγγραφο καταγγελίας που απευθύνεται στον ενάγοντα αναφέρεται επί λέξει : " Σας γνωρίζουμε ότι από την ημερομηνία που θα σας επιδοθεί το παρόν έγγραφο, καταγγέλλουμε την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας που σας συνδέει με την Τράπεζα, κατ' άρθρο 33 παρ. 1γ του Κανονισμού Εργασίας της Τράπεζας και 672 του ΑΚ., για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνίσταται στη βαρύτατη και υπαίτια εκ μέρους σας παραβίαση των συμβατικών σας υποχρεώσεων έναντι αυτής, που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εργασιακής σας σχέσης ".
Στο πλαίσιο της δίκης που επακολούθησε για το κύρος της καταγγελίας η εναγομένη επικαλέσθηκε τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον σπουδαίο λόγο, δηλαδή " άρνηση του εργαζομένου της να αναλάβει τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν την 13/5/2005 και αδικαιολόγητη απουσία του από την υπηρεσία του, από 26/9/2005 συνεχώς μέχρι την 21/11/2005 ".O ενάγων απουσίασε αδικαιολόγητα από τα καθήκοντά του, στα χρονικά διαστήματα από 26/9/2005 μέχρι 17/11/2005 καθώς και από 19/11/2005 μέχρι 21/11/2005, αν και " πληροφορήθηκε " την 8774/2005 απόφαση (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) απορριπτική της από 26/5/2005 αιτήσεώς του.
Την 18/11/2005 ο ενάγων απουσίασε δικαιολογημένα από τα καθήκοντά του διότι κατέθεσε ως μάρτυρας στο Γ' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για κακουργήματα, εν γνώσει της εναγομένης. Στα χρονικά διαστήματα της αδικαιολόγητης απουσίας από τα καθήκοντά του, η εναγομένη με εξώδικα έγγραφα, κατ' επανάληψη τον " καλούσε να προσέλθει στην υπηρεσία του " .
Για το πειθαρχικό αυτό παράπτωμά του δεν τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι, από τη συνολική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των συγκρουομένων συμφερόντων των διαδίκων στην επίμαχη εργασιακή σύμβαση, η συμπεριφορά του ενάγοντος, υπό την πιο πάνω ιδιότητά του, του Τμηματάρχη Α', συνιστά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων [ αδικαιολόγητη απουσία από τα καθήκοντά του ] και ήταν δυνατόν να επιφέρει, όπως και επέφερε, αντικειμενικώς και κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την απώλεια της προσωπικής συνεργασίας και της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπό του, που συνεπάγεται την ακαταλληλότητά του γι' αυτή την εργασία, κατέστησε δε, αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως.
Υπάρχει, συνεπώς, σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί πλήρως την καταγγελία από την εναγομένη της συμβάσεως εργασίας. Τα περιστατικά δε αυτής της συμπεριφοράς του ενάγοντος καθιστούν αρνητική την πρόγνωση για τη μελλοντική βελτίωσή του, ως υπαλλήλου και για την περαιτέρω πορεία της συμβάσεως εργασίας.
Έτσι, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους της εναγομένης, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του κοι-νωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστική εξαιτίας της μη τηρήσεως, προηγουμένως της πειθαρχικής διαδικασίας .
Ακόμη η καταγγελία δεν έγινε για λόγους εκδικήσεως, συνεπεία της μη αποδοχής από τον ενάγοντα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του συμβάσεως . Έτσι, η καταγγελία αυτή δεν ενέχει καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης . Επίσης, ενόψει της βαρύτητας του πιο πάνω παραπτώματος του ενάγοντος, ούτε η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται, ως περαιτέρω εξειδίκευση της καλής πίστεως και της απαγορεύσεως στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ώστε το επαχθέστερο μέσο της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας να αποτελεί πρόσφορο μέσο και την αναγκαία έσχατη λύση για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης.
Τέλος η καταγγελία δεν συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, έτσι αυτός δεν υπέστη ηθική βλάβη. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε τις δύο αγωγές του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερθεισών διατάξεων [ των άρθρων 648, 652, 672, 281, 25 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9, 21, 28, 29 και 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που έχει ισχύ νόμου ] και στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της.
Ειδικότερα, πλήρεις και σαφείς είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη μη ύπαρξη βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος [ η θέση στην οποία τοποθετήθηκε ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη μετά την αλλαγή της Διοικήσεως αυτής και την αποχώρηση του υποδιοικητή Θ.
Π. είναι οργανική 3ου κλιμακίου ευθύνης και ισότιμη, από πλευράς σπουδαιότητας για την αναιρεσίβλητη με όλες τις άλλες οργανικές θέσεις και δεν είναι υποδεέστερη της θέσεως του Συμβούλου του Υποδιοικητή, αφού η τελευταία θέση δεν είναι οργανική και δεν αντιστοιχεί σε κλιμάκια ούτε θεωρείται ως οργανική Υποδιευθυντή Διοικήσεως ή ισοδύναμη με θέση Διευθυντή Διοικήσεως και δεν αποτελεί την " κορυφή της πυραμί-δας της υπηρεσιακής ιεραρχίας " ], την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την αναιρεσίβλητη [ αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του συνεχώς από 26/9/2005 μέχρι 17/11/20011 και από 19/11/2011 μέχρι 21/11/2005, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός, την ανυπαρξία λόγων εκδικητικότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, τη μη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και τη μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την ως άνω καταγγελία.
Επομένως οι πρώτος, μέρη πρώτο και δεύτερο, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του Κ. Πολ. Δ. με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας " ...
εφόσον κατά κοινή αντίληψη ο Σύμβουλος Διοίκησης είναι αυτός που συμβουλεύει το Διοικητή, είναι αποδέκτης προτάσεων Διευθυντών, ακόμη δε και Γενικών Διευθυντών, που σημαίνει ότι πρόκειται για στέλεχος του πλέον υψηλού επιτελείου της αναιρεσίβλητης ..." είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι κανόνες δικαίου στους οποίους η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων έγινε κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και ο τρόπος κατά τον οποίο έγινε η παραβίαση .
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ . γ' του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, μέρος τέταρτο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα, ήτοι α) το από 5/5/2004 σημείωμα της αναιρεσίβλητης, το οποίο αυτή κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 18/2/2004 αιτήσεώς του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, β) το από 23/3/2004 ενημερωτικό σημείωμά του προς το νέο Διοικητή της Τράπεζας Τ.
Α., γ) το από 28/5/2004 νέο υπηρεσιακό του σημείωμα προς τον Τ. Α., για την υπόθεση και την πρότασή του να διαβιβασθεί ο φάκελος με το πορισματικό υλικό και τις υπάρχουσες αναφορές στη δικαιοσύνη, δ) το από 12/4/2005 υπηρεσιακό ενημερωτικό σημείωμά του, στο οποίο υπενθύμιζε στον Τ. Α. την υπόθεση, σε σχέση μάλιστα με πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας το " ΠΑΡΟΝ " της Κυριακής της 10/4/2005, ε) το με αριθμό 189/28/9/2005 σημείωμα έγγραφο της Διεύθυνσης Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού της αναιρεσίβλητης προς τη Διεύθυνση Προσωπικού αυτής, στο οποίο αναφέρεται ότι, " Την 23/9/2005 (ημέρα Παρασκευή) έληξε η κανονική άδεια του προαναφερόμενου (ενν.
του αναιρεσείοντος), ο οποίος στη συνέχεια από τη Δευτέρα 26/9/2005 προσέρχεται στις εγκαταστάσεις της Διεύθυνσης επί της οδού ... και στη συνέχεια αποχωρεί, αρνούμενος όπως είναι γνωστό να αναλάβει τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί ...", στ) το 28/27/10/2005 έγγραφο της Διευθύνσεως Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού προς τη Διεύθυνση Προσωπικού και με την υποσημείωση εμπιστευτικό, στο οποίο αναφέρεται ότι " Αναφερόμενοι στο στέλεχος της επικεφαλίδας και σε συνέχεια προηγούμενης αλληλογραφίας σας πληροφορούμε ότι συμπληρώθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 33 του κανονισμού εργασίας διάστημα 1 μηνός αδικαιολόγητης αυθαίρετης απουσίας του στελέχους αυτού ...", ζ) το από 16/6/2005 κοινό έγγραφο των διευθύνσεων Ειδικών Λειτουργιών και Χρηματικού και Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, με το οποίο δίδεται απάντηση στο από 14/6/2005 έγγραφό του, η) την από 25/10/2005 κατάσταση υποβολής δικαιολογητικών για την καταβολή των εξόδων παράστασης μηνός Οκτωβρίου 2005, τα οποία ουδέποτε του χορηγήθηκαν και θ) αντίγραφο της από 21/11/2005 αιτήσεώς του για καταβολή εξόδων περιποίησης πελατείας σε συνδυασμό με τις σχετικές πρωτότυπες αποδείξεις, καθώς και την 40889/6/12/2005 αίτησή του για χορήγηση βεβαιώσεως προϋπηρεσίας του και υπολοίπου ημερών κανονικής του άδειας .
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Ι. Π. και Ε. Ν., τις .../2/2/2009 και .../2/2/2009 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχουν ληφθεί μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/3/2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της 7414/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ