1815/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος", ως καθολικού διαδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 24 Ιανουαρίου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1815/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η αίτηση ως προς τους τελευταίους αυτούς λόγους δεν θα συζητηθεί για ελλείπει θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. και άρα δεν εισάγεται κατά το μέρος της αυτό (άρθρ. 41 Ν. 2721/1999).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1815 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1815/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
A. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος", ως καθολικού διαδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 24 Ιανουαρίου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ - Βιομηχανία Υφαντουργίας Ταινιών - Εμπόριον - Τουρισμός Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Μαρία Μπασδέκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 24 Ιανουαρίου 2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ - Βιομηχανία Υφαντουργίας Ταινιών - Εμπόριον - Τουρισμός Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Παρασκευόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-9-2001 και 10-10-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3663/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7553/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με τις από 15 Δεκεμβρίου 2005 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε τις από 17 Ιανουαρίου 2007 δύο εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς εκδίκαση η από 15-12-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Ανώνυμης Εταιρείας για την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ-Βιομηχανία Υφαντουργίας Ταινιών-Εμπόριον -Τουρισμός Α.Ε. και η από 15-12-2005 επίσης αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος" κατά της ίδιας πιο πάνω αναιρεσίβλητης, για αναίρεση της 7553/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικαστούν γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Α. Επί της από 15-12-2005 αναιρετικής αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Ι. Παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ο πρώτος λόγος της κρινόμενης από 15-12-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 7553/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την 450/2006 θετική γνωμοδότηση του Ε΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτού (άρθρ. 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999. Κατά τη γνώμη του Ν.Σ.Κ. οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (τελευταίος) λόγοι αναίρεσης χαρακτηρίζονται ως παραδεκτοί και αβάσιμοι.
Συνεπώς η αίτηση ως προς τους τελευταίους αυτούς λόγους δεν θα συζητηθεί για ελλείπει θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. και άρα δεν εισάγεται κατά το μέρος της αυτό (άρθρ. 41 Ν. 2721/1999).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 601 ΑΚ ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.
Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός από των ανωτέρω αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 πε. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΚ 599 παρ. 1). Κατά συνέπεια η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης.
Επομένως, προϋποθέτει νόμιμα υφιστάμενο συμβατικό δεσμό που έληξε και για το λόγο αυτό ασκείται μόνο σε βάρος του μισθωτή, διότι αυτός είναι υποκείμενο της υποχρεώσεως απόδοσης του μισθίου και ενεχόμενος σε αποζημίωση στην περίπτωση της παράνομης κατακράτησής του μετά τη λήξη της μίσθωσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ν. 3149/2003, η ισχύς του οποίου άρχισε την 10-6-2003, ημεροχρονολογία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, "ιδρύεται ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος", κατά δε το άρθρο 15 παρ. 1 αυτού, η δημόσια υπηρεσία "Εθνική Βιβλιοθήκη", η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής δημόσια υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 814/1943 καταργείται, ενώ κατά την παρ. 9α του ίδιου άρθρου "α) η ΕΒΕ, ως Ν.Π.Δ.Δ., σε σχέση με την Εθνική Βιβλιοθήκη ως δημόσιας υπηρεσίας, που καταργείται με το νόμο αυτό, είναι καθολικός διάδοχος και:
αα) την υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς διατυπώσεις στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών εννόμων σχέσεων που είχε αυτή δημιουργήσει, ββ) αποκτά αυτοδίκαια και κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά της στοιχεία, χωρίς κάθε μορφής διατυπώσεις, εγκρίσεις, διαδικασίες αποφάσεις, γνώμες ή επιβαρύνσεις, γγ) συνεχίζει στο όνομά της τυχόν εκκρεμείς δίκες της χωρίς άλλη ειδικότερη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια".
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ως μισθωτή ακινήτου, προς στέγαση αποθήκης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος ασκούμενη από την ΑΚ 601 αξίωση, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης προϋποθέτει δε νόμιμα υφιστάμενο συμβατικό δεσμό που έληξε και δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου 3149/2003 με τις οποίες καταργήθηκε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος ως αυτοτελής δημόσια υπηρεσία και ιδρύθηκε ν.π.δ.δ.
με την ίδια επωνυμία, που ως καθολικός διάδοχος εκείνης την υποκαθιστά στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών έννομων σχέσεων που εκείνη είχε δημιουργήσει, καθ' όσον αυτή, προ της κατά τα άνω ισχύος του νόμου αυτού, ως αυτοτελής δημόσια υπηρεσία ουδεμία ανάμειξη είχε στον από τη μισθωτική σύμβαση νόμιμα υφιστάμενο μεταξύ εκμισθώτριας και Ελληνικού Δημοσίου συμβατικό δεσμό, ο οποίος έληξε, το τελευταίο δε και μόνο αυτό δύναται να εναχθή κατά την άσκηση της πιο πάνω αξίωσης, η οποία αποτελεί μετενέργεια της λήξασας συμβάσεως μισθώσεως, στην οποία συμβλήθηκε αυτό ως μισθωτής, ακόμη και στην περίπτωση άσκησης αυτής μετά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου, εφόσον αφορά χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της λήξης της μίσθωσης και συνεπώς δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός περί της πιο πάνω επελθούσας διαδοχής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, δέχθηκε τα εξής: Με το υπ' αριθμ. 28/15-7-1997 μισθωτήριο η ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη) εκμίσθωσε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την από 11-3-1997 μειοδοτική δημοπρασία, ένα ενιαίο κτίριο, αποτελούμενο από υπόγεια αίθουσα, ισόγειο κατάστημα, ημιόροφο, Α και Β ορόφους, που βρίσκεται επί των οδών ....και ...., στη ...
και μία συνεχόμενη υπόγεια αίθουσα του συνορεύοντος κτιρίου, με είσοδο επί της...., συνολικής ωφέλιμης επιφανείας 1550 τ.μ., ιδιοκτησίας της, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση Αποθήκης της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας. Η διάρκεια της μίσθωσης αυτής, που υπάγεται στις διατάξεις του 19/19-11-1932 π.
δ/τος, συμφωνήθηκε για τρία έτη, ήτοι από την 14-8-1997, ημερομηνία υπογραφής του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής του μισθίου, μέχρι την 14-8-
2000 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο συνολικό ποσό των δρχ. 1.550.000, αντίστοιχο με 4.548,79 Ευρώ. Μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης στις 14-8-2000, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν ζήτησε την παράτασή της, κατά την προβλεπόμενη, στο άρθρο 29 του ως άνω π. δ/τος, διαδικασία και για το λόγο αυτό η ενάγουσα του επέδωσε στις 6-9-2000 την από 28-8-2000 εξώδικη δήλωση -εναντίωσή της, που είχε ήδη επιδώσει, την 5-9-2000, στη στεγαζόμενη υπηρεσία του, με την οποία, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί πλέον τη παράταση της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης, ζήτησε την άμεση απόδοση του μισθίου ακινήτου της, εναντιωθείσα έτσι ρητώς στην εξακολούθηση της επίδικης μίσθωσης αυτού, μετά τη λήξη της.
Το Ελληνικό Δημόσιο όμως, αθετώντας την υποχρέωσή του, ως μισθωτής, για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην ενάγουσα εκμισθώτρια, εξακολούθησε και μετά τη λήξη της μίσθωσης στις 5-9-2000, να παρακρατεί αυθαίρετα το μίσθιο, χρησιμοποιώντας τούτο, χωρίς δικαίωμα, αυτοβούλως, για την ίδια χρήση μέχρι την 5-9-2003.
Για το λόγο αυτό ευθύνεται έκτοτε, λόγω της υπερημερίας του, στην καταβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 601 ΑΚ αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει, εκτός από το συμφωνημένο μέχρι τη λήξη της σύμβασης μίσθωμα των δρχ. 1.550.000, ισόποσο με 4.548,79 Ευρώ, μηνιαίως, που έχει ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα και το επί πλέον ποσό, που θα μπορούσε να επιτύχει ως μίσθωμα η τελευταία, εκμισθώνοντας σε τρίτο το ακίνητό της, εάν είχε παραδοθεί εγκαίρως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σε αυτή το μίσθιο.
Ότι το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο μετά πιθανότητας, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε η ενάγουσα, εάν εκμίσθωνε το ακίνητό της σε τρίτο, θα ανερχόταν στο ύψος α) των 5.700 Ευρώ από 6-9-2000 μέχρι 5-9-2001, β) των 5.850 Ευρώ από 6-9-2001 μέχρι 5-9-2002 και γ) των 6.000 Ευρώ από 6-9-2002 μέχρι 5-9-2003. Συνέπεια τούτων είναι να ζημιωθεί η ενάγουσα από υπαιτιότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου μηνιαίως κατά τα ποσά α) των 1.151,21 (5.700-4.548,79) Ευρώ από 6-9-2000 μέχρι 5-9-2001, β) των 1.301,21 (5.850-4.548,79) Ευρώ από 6-9-2001 μέχρι 5-9-2002 και γ) των 1.451,21 (6.000-4.548,79) Ευρώ από 6-9-2002 μέχρι 5-9-2003, αφού το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) για το ίδιο χρονικό διάστημα κατέβαλε σε αυτή το ποσό των 4.548,79 Ευρώ μηνιαίως, ανερχομένης συνολικά της ζημίας της στα ποσά α) 13.814,52 (1.151,21 Χ12 μ) Ευρώ από 6-9-2000 μέχρι 5-9-2001, β) 15.614,52 (1.301,21 Χ 12μ) Ευρώ από 6-9-2001 μέχρι 5-9-2002 και γ) 17.414,52 (1451,21Χ12μ) Ευρώ από 6-9-2002 μέχρι 5-9-2003, για την αποκατάσταση της ζημίας αυτής, προερχομένης από την αθέτηση της υποχρέωσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως μισθωτή, να αποδώσει στην ενάγουσα εκμισθώτρια τη χρήση του ακινήτου της, κατά τη λήξη της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης στις 5-9-2000.
Η υποχρέωσή του δε αυτή δεν επηρεάζεται ούτε μεταβιβάζεται από τη μεταγενέστερη ίδρυση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας" αφού τόσον το τελευταίο, όσο και η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας ουδέποτε συνδέθηκαν ενοχικά με την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ως προς το συγκεκριμένο ακίνητό της.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί συνεχώς, μέχρι και το Σεπτέμβριο 2003, να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα των 4,548,79 Ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης μηνιαίως και δεν αναιρείται από το άρθρο 15 παρ. 9α του ως άνω ν. 3149/2003, αφού η ως άνω αποζημίωση, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί μετενέργεια της από 15-7-1997 μισθωτικής σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, που έληξε στις 5-9-2000 και δεν μετείχε σε αυτή ούτε δημιούργησε ενοχικό δεσμό, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης (λόγω άσκησής της μετά την έναρξη ισχύος του άνω νόμου), την από 10-10-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού, ως μισθωτή, να της καταβάλει, για την περαιτέρω ζημία, που έχει υποστεί από τη μη απόδοση, κατά τη λήξη της μίσθωσης (14-8-2000), του μισθίου ακινήτου της, το ποσό των 207.029,28 ευρώ για το από 6-9-2001 έως 5-9-2003 χρονικό διάστημα και αφού δέχθηκε εν μέρει αυτή (την αγωγή), αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.029 ,04 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 15 του Ν. 3149/2003 και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης την πιο πάνω αγωγή της αναιρεσίβλητης και συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ για το λόγο ότι κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων δεν απέρριψε ως αβάσιμο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη απόρριψη της άνω αγωγής της ως παθητικά ανομιμοποίητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί αβάσιμος.
Β. Επί της από 15-12-2005 αναιρετικής αίτησης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος".
Ι. Φέρεται προς συζήτηση ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος" για αναίρεση της 7553/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μετά την 451/2006 θετική γνωμοδότηση του Ε΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αυτού (άρθρο 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 Ν. 2721/1999. Κατά τη γνώμη του Ν.Σ.Κ. οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως χαρακτηρίζονται ως παραδεκτοί αλλά αβάσιμοι.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ως προς τους τελευταίους αυτούς λόγους δεν θα συζητηθεί γιατί ελλείπει θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. και άρα δεν εισάγεται κατά το μέρος της αυτό (άρθρο 41 ν. 2721/1999).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν οι διάδικοι, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη ελλείψει έννόμου συμφέροντος το οποίο θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς από το περιεχόμενο της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ανωτέρω, δεν εμπεριέχεται σ' αυτή δυσμενής αιτιολογία η διάταξη σε βάρος του αναιρεσείοντος και συνεπώς η υπ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης με τον άνω λόγο της οποίας προβάλλεται η ίδια άνω αιτίαση η προβληθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος ως απαράδεκτη.
Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν τα αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης μειούμενη όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και πιο κάτω αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 15-12-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και την από 15-12-2005 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος", για αναίρεση της 7553/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα Ελληνικό Δημόσιο και Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος" στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ για το καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ