Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's factual assessment of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Nafplion's decision. The appellant argued that the lower court misread documentary evidence regarding a debt amount, but the court found this claim invalid. The court ruled that the lower court's decision relied on a comprehensive evaluation of all evidence, not just the disputed documents, and that factual assessments are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews cassation appeals only for legal errors, not factual assessments, and dismisses appeals based on alleged misinterpretation of evidence when the lower court considered the full evidentiary record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1814 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1814/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε για τον εαυτό του, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 36/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30-4-2014 έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 293/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 17-12-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 162/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ?Μετά από την αποκάλυψη της περιγραφείσας ανωτέρω πρώτης απάτης στην α' επίδικη αγοραπωλησία διά του 9267/21.7.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και την απόδοση εκ μέρους του ...
ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) της νομής του παραπάνω α' επίδικου ακινήτου, ο 1ος εναγόμενος (Ι. Ξ.) πρότεινε κατά μήνα Ιούνιο του 2007 στον... ενάγοντα, προς αποκατάσταση της ως άνω ζημίας του των 90.000 ευρώ, να αγοράσει έτερο ακίνητο εμβαδού 3.335,87 τ.μ., το οποίο ήταν όμορο με άλλο ακίνητο που είχε αγοράσει προηγουμένως αυτός (...ενάγων) με το ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Ν. Κ.. Ο 1ος εναγόμενος διαβεβαίωσε τον.... ενάγοντα πως το νέο αυτό ακίνητο ανήκε δήθεν στην κυριότητα του ..... 3ου εναγομένου (αναιρεσείοντος) και του πρότεινε το αγοράσει αντί του πραγματικού τιμήματος των 185.000 ευρώ, υποσχόμενος ταυτόχρονα ότι από το τίμημα αυτό το ως άνω ποσό της ζημίας του των 90.000 ευρώ θα το καταβάλει αυτός (ο 1ος εναγόμενος) εξ ιδίων χρημάτων.
Σε όλες δε τις σχετικές διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη της β' επίδικης αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου, ήτοι στην κατάρτιση του αμέσως παρακάτω αναφερόμενου ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ο 1ος εναγόμενος εμφανιζόταν επανειλημμένα στον... ενάγοντα, ως πληρεξούσιος και άμεσος εκούσιος αντιπρόσωπος του... 3ου εναγόμενου.
Πράγματι, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Ν. Κ. ο... 3ος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στον... ενάγοντα το ως άνω β' επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) ευρισκόμενο και αυτό στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. Ισθμίας του Δήμου Λουτρακίου-Περαχώρας Κορινθίας. Ο... 3ος εναγόμενος δήλωσε, πως την κυριότητα του ως άνω β' επίδικου ακινήτου, όπως τούτο περιγραφόταν στο εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο, την είχε δήθεν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία που είχε αρχίσει τάχα από την από 30.10.1970 άτυπη δωρεά του ως άνω ακινήτου σε αυτόν (...3° εναγόμενο) εκ μέρους του Ι.
Σ.. Η δήλωση αυτή του... 3ου εναγόμενου περιελήφθη στο προαναφερόμενο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω, ο... 3ος εναγόμενος και ο... ενάγων δήλωσαν εικονικά και στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφηκε εικονικά, πως το πωλούμενο ακίνητο είχε δήθεν έκταση 5.673,97 τ.μ., προκειμένου τούτο να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ στην πραγματικότητα οι ως άνω συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει να πωληθεί από τον πρώτο στον δεύτερο ακίνητο εκτάσεως 3.335.87 τ.μ.
Επίσης, οι ως άνω συμβαλλόμενοι... δήλωσαν και στο ίδιο παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφηκε ως εικονικό τίμημα το ποσό των 15.523.,98 ευρώ, το οποίο αποτελούσε την αντικειμενική αξία του ακινήτου, ενώ στην πραγματικότητα οι ως άνω συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει να καταβληθεί ως αληθινό τίμημα το ποσό των 185.000 ευρώ, το οποίο προσέγγιζε την πραγματική αγοραία αξία του ακινήτου, η οποία ανερχόταν σε 95.000 ευρώ.
Ο... ενάγων συμφώνησε στην καταβολή του ως άνω υψηλού τιμήματος, γιατί επειγόταν να αποκτήσει στην περιοχή ακίνητο, προκειμένου να κατασκευάσει οικήματα και να στεγάσει την επιχείρησή του εμπορίας καυσοξύλων και λοιπών δασικών προϊόντων. Η εικονικότητα της ως άνω πωλήσεως από τον... 3° εναγόμενο προς τον...
ενάγοντα ως προς την έκταση του ακινήτου και ως προς το τίμημα και η ύπαρξη της άλλης έγκυρης και ισχυρής πωλήσεως που καλύπτεται κάτω από την πρώτη, δηλαδή της πωλήσεως ακινήτου εκτάσεως 3.335,87 τ.μ. αντί τιμήματος 185.000 ευρώ, αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του...
ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.... Εξάλλου, από το παραπάνω πράγματι συμφωνηθέν τίμημα των 185.000 ευρώ ο 1ος εναγόμενος, όπως δήλωσε στον 1ο.... ενάγοντα, κατέβαλε το εκτός συμβολαίου ποσό των 90.000 ευρώ, ποσό το οποίο συμψηφίστηκε με τη συμφωνία αμφοτέρων με την ισόποση απαίτηση του ....
ενάγοντος κατά του 1° εναγόμενου περί αποζημιώσεως της ζημίας του από την απώλεια του α' επίδικου ακινήτου. Το εξ 95.000 ευρώ υπόλοιπο μέρος του πράγματι συμφωνηθέντος τιμήματος των 185.000 ευρώ ο ... ενάγων το κατέβαλε ως εξής: Το εκ 15.523,98 ευρώ μέρος του ως άνω υπολοίπου των 95.000 ευρώ το κατέβαλε ο.... ενάγων στον .... 3° εναγόμενο σε μετρητά εντός του συμβολαιογραφείου και ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου Λουτρακίου Ν.
Κ., όπως βεβαιώνει ο τελευταίος στο προαναφερόμενο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του. Για το γεγονός αυτό υπάρχει, πράγματι, πλήρης απόδειξη και δεν χωρεί "ανταπόδειξη" (ορθότερα κύρια απόδειξη περί του αντιθέτου), αφού το ως άνω συμβόλαιο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό από τον ... ενάγοντα κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ. Το υπόλοιπο του ως άνω ποσού των 95.000 ευρώ, ήτοι το εκτός συμβολαίου ποσό των 79.476,02 ευρώ το κατέβαλε ο .....
ενάγων τμηματικά σε δόσεις τοις μετρητοίς στον 1° εναγόμενο, ο οποίος το εισέπραξε εμφανιζόμενος σε όλες τις περιπτώσεις ως άμεσος εκούσιος αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του ..... 3ου εναγόμενου. Συγκεκριμένα, ο ... ενάγων κατέβαλε και ο 1ος εναγόμενος εμφανιζόμενος με την ως άνω ιδιότητα εισέπραξε σε μετρητά 15.000 ευρώ στις 17.1.2008, 15.000 ευρώ στις 2.2.2008, 15.000ευρώ στις 14.2.2008, 15.000 ευρώ στις 20.2.2008και 19.476,02 ευρώ το μήνα Απρίλιο του 2008.
Βέβαια, στο ως άνω ... συμβόλαιο ο προαναφερόμενος συμβολαιογράφος αναφέρει πως ο αγοραστής (.... ενάγων) εξόφλησε τον πωλητή (... 3° εναγόμενο) "πλήρως και ολοσχερώς, όπως μου εδήλωσαν αμφότεροι οι άνω συμβαλλόμενοι" και πως "ο αγοραστής δήλωσε ότι εξόφλησε το τίμημα με τον παραπάνω τρόπο", δηλαδή με την καταβολή ενώπιον του συμβολαιογράφου και εντός του γραφείου του των 15.523,98 ευρώ.
Εντούτοις, οι δηλώσεις αυτές του .... ενάγοντος και του... 3ου εναγόμενου ήταν εικονικές. Η εικονικότητα των δηλώσεων αυτών και η επιπλέον καταβολή εκτός του συμβολαιογραφείου του υπολοίπου του αληθινού τιμήματος αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του.... ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από τις προσκομισθείσες από αυτόν από 17.1.2008. 2.2.2008, 14-2.2008 και 20.2.2008 εξοφλητικές αποδείξεις των 15.000 ευρώ εκάστη.
Ειδικότερα, κατά της αναφοράς στο ... συμβόλαιο των δηλώσεων πωλητή και αγοραστή περί εξοφλήσεως του τιμήματος χωρεί "ανταπόδειξη" (ορθότερα κύρια απόδειξη περί του αντιθέτου) και χωρίς προσβολή του συμβολαίου αυτού ως πλαστού, γιατί τούτη αποτελεί αφηγηματική αναφορά γεγονότων που έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του συμβολαίου και εμπίπτει στο άρθρο 441 παρ. 2 εδ.
α' ΚΠολΔ (βλ....). Η ως άνω επιπλέον καταβολή αυτή δεν υπόκειται, ως υλική πράξη, στον ποσοτικό περιορισμό του άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ... Από όλα δε τα προ μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε πλήρως ότι η πραγματική αγοραία αξία του ως άνω μη αποκτηθέντος (κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα) β' επίδικου ακινήτου (η αξία της αδύνατης παροχής) ανερχόταν σε 95.000 ευρώ.
Εντούτοις, η αλήθεια ήταν ότι η κυριότητα του ως άνω β' επίδικου ακινήτου δεν ανήκε στον ... 3° εναγόμενο, αλλά στους Δ. Κ. και Α. Κ.. Την ως άνω αληθινή νομική κατάσταση του β' επίδικου ακινήτου την γνώριζαν καλώς (με βεβαιότητα και σιγουριά) τόσο ο 1ος εναγόμενος όσο και ο... 3ος εναγόμενος. Παρ' όλα αυτά, ο 1ος εναγόμενος κατά τις διαπραγματεύσεις από τις αρχές Ιουνίου του 2007 μέχρι τις 25.6.2007 και ο ... 3° εναγόμενος κατά την από 25.6.2007 υπογραφή του ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, παρέστησαν ψευδώς και εν γνώσει αμφότεροι της αναληθείας στον .... ενάγοντα, πως ο .... 3ος εναγόμενος είχε δήθεν την κυριότητα του προαναφερόμενου β' επίδικου ακινήτου, την οποία είχε δήθεν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία που είχε αρχίσει τάχα από την από 30.10.1970 άτυπη δωρεά του ως άνω ακινήτου στον ...... 3° εναγόμενο εκ μέρους του Ι.
Σ., ενώ η αλήθεια ήταν ότι η κυριότητα του ως άνω ακινήτου δεν ανήκε στον ..... 3° εναγόμενο, αλλά στους Δ. Κ. και Α. Κ.. Μάλιστα, την ως άνω ψευδή και εν γνώσει της αναληθείας διαβεβαίωση περί κυριότητάς του επί του β' επίδικου ακινήτου αποκτηθείσης δήθεν με έκτακτη χρησικτησία που άρχισε τάχα από την από 30.10.1970 άτυπη δωρεά προς αυτόν του ως άνω ακινήτου εκ μέρους του Ι.
Σ. ο .... 3ος εναγόμενος την δήλωσε και την καταχώρισε και στο ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το οποίο συνυπέγραψε ως πωλητής. Επιπλέον, το ως άνω αληθές γεγονός, ήτοι την έλλειψη κυριότητάς του επί του β' επίδικου ακινήτου, καθώς τούτο ανήκε στους Δ. Κ. και Α. Κ., το απέκρυψε από τον ... ενάγοντα αγοραστή του ο ... 3ος εναγόμενος πωλητής δολίως αλλά και αθεμίτως, παρότι δηλαδή είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να του το αποκαλύψει εκ του νόμου και δη εκ του 519 ΑΚ.
Με την ως άνω κατά συναυτουργία απατηλή συμπεριφορά τους ο 1ος εναγόμενος και ο .... 3° εναγόμενος δημιούργησαν στον ... ενάγοντα την αντίστοιχη πλάνη, αφού ο τελευταίος πίστεψε, πράγματι, εσφαλμένα ότι κύριος του β' επίδικου ακινήτου ήταν ο ... 3ος εναγόμενος, αλλά και ελαττωματική βούληση. Το αποτέλεσμα αυτό επιδίωξαν τόσο ο 1ος εναγόμενος όσο και ο ... 3ος εναγόμενος.
Έτσι τόσο ο 1ος εναγόμενος όσο και ο ... 3ος εναγόμενος παρέπεισαν από κοινού και με κοινό δόλο τον ... ενάγοντα να προβεί στη δήλωση αγοράς από τον ... 3° εναγόμενο του ως άνω β' επίδικου ακινήτου αληθινής εκτάσεως 3.335,87 τ.μ. αντί του πραγματικού τιμήματος των 185.000 ευρώ με το προαναφερόμενο εικονικό ως προς το τίμημα και την έκταση του ακινήτου ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Στην ως άνω δήλωση αγοράς με το ως άνω αληθινό περιεχόμενο δεν θα προέβαινε ο ... ενάγων χωρίς την ως άνω παραπλάνηση, εάν δηλαδή γνώριζε το ως άνω αληθές γεγονός, ήτοι την έλλειψη κυριότητας του ... 3° εναγόμενου. Με την ως άνω δεύτερη απάτη, η οποία συνιστά βέβαια και αδικοπραξία και την οποία τέλεσαν κατά συναυτουργία [άρα με "κοινή πράξη" με την έννοια του άρθρου 926 εδ.
α' περ. α' ΑΚ ......] τόσο ο 1ος εναγόμενος όσο και ο ... 3ος εναγόμενος, παρέσυραν τούτοι από κοινού τον ... ενάγοντα στη δήλωση αγοράς του β' επίδικου ακινήτου με το ως άνω αληθινό περιεχόμενο και στην κατάρτιση της β' επίδικης αγοραπωλησίας που περιλήφθηκε στο προαναφερόμενο ... συμβόλαιο. Την προεκτεθείσα αληθινή νομική κατάσταση του β' επίδικου ακινήτου την έμαθε εν τέλει ο ...
ενάγων το μήνα Δεκέμβριο του 2008, οπότε και ανακάλυψε την ως άνω εις βάρος του δεύτερη απάτη. Δηλαδή, τότε ο ... ενάγων ενημερώθηκε για το ότι η κυριότητα του β' επίδικου ακινήτου δεν ανήκε στον ... 3° εναγόμενο, αλλά στους Δ. Κ. και Α. Κ.. Ειδικότερα, στις 8.12.2008 επιδόθηκε στον ... ενάγοντα η από 26.11.2008 και υπ' αρ. εκθ.
καταθ. 809/2008 αίτηση των Δ. Κ. και Α. Κ., περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, η οποία στρεφόταν εναντίον αυτού (ενάγοντος) και απευθυνόταν στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Με την ως άνω αίτησή τους οι Δ. Κ. και Α. Κ. ζητούσαν να διαταχθεί ο ... ενάγων να τους αποδώσει προσωρινά τη συννομή τους στο β' επίδικο ακίνητο, ήτοι στο πραγματικό ακίνητο των 3.335,87 τ.μ., το οποίο ο ... 3ος εναγόμενος είχε πωλήσει στον ...
ενάγοντα με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο. Για το λόγο αυτό ο ... ενάγων άσκησε κατά του ... 3ου εναγόμενου, ως δικονομικού εγγυητή του, την από 10.12.2008 και υπ' αρ. εκθ. καταθ. 838/2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική (απλή) πρόσθετη παρέμβαση, απευθυνόμενη στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο. Επί της ανωτέρω αιτήσεως και προσεπικλήσεως εκδόθηκε η 194/2009 απόφαση του, η οποία, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της προσεπίκλησης (γιατί ο προσεπικαλέσας ενάγων δεν είχε επιδώσει στον 3° εναγόμενο τα πρακτικά της χορηγηθείσας ερήμην του αναβολής), έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε (υποχρέωσε) τον ...
ενάγοντα να αποδώσει στους Δ. Κ. και Α. Κ. προσωρινά τη συννομή τους στο ανωτέρω β' επίδικο ακίνητο. Πράγματι, ο ... ενάγων συμμορφούμενος προς την ως άνω απόφαση απέδωσε στους ως άνω αιτούντες προσωρινά τη συννομή τους στο ανωτέρω β' επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ... 3ος εναγόμενος (στον οποίον είχε επιδοθεί η ως άνω προσεπίκληση του ...
ενάγοντος) προέβη στις 7.4.2009 σε δημόσια κατάθεση του χρηματικού ποσού των 10.000 ευρώ υπέρ του ... ενάγοντος, με την αιτιολογία πως επρόκειτο για επιστροφή μέρους τιμήματος αγοραπωλησίας, συνταχθέντος σχετικώς του 605756/7.4.2009 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Κεντρική Υπηρεσία ...).
Το ως άνω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης ο... 3ος εναγόμενος δεν το κατέθεσε σε συμβολαιογράφο. Τη δημόσια κατάθεσή του αυτή ο ... 3ος εναγόμενος την γνωστοποίησε στον ...ενάγοντα με την από 7.4.2009 εξώδικη γνωστοποίηση του, την οποία και του επέδωσε στις 13.4.2009,.... Δεν προέκυψε ότι ο ... ενάγων εισέπραξε ποτέ το ως άνω γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης κα το ως άνω δημοσίως κατατεθέν χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ.
Με την ως άνω, όμως, δημόσια κατάθεση ο ... 3ος εναγόμενος παραδέχθηκε προφανώς ότι το προπεριγραφομενο β' επίδικο ακίνητο, που είχε πωλήσει στον ... ενάγοντα δεν του ανήκε κατά κυριότητα, ότι δηλαδή τούτο ήταν ξένο. Μάλιστα, το γεγονός ότι η κυριότητα του ως άνω β' επίδικου ακινήτου δεν ανήκε σε αυτόν αλλά στους Δ.
Κ. και Α. Κ., το συνομολογεί ο... 3ος εναγόμενος και με τις πρωτόδικες προτάσεις του, στις σελίδες 8 και 9 τούτων αλλά και με την κρινόμενη υπ' αρ.εκθ. καταθ. 100/7.5.2014 τρίτη (γ') έφεσή του, στις σελίδες 7 και 8 αυτής, όπου εκθέτει πως όταν πληροφορήθηκε (όχι απλώς την ως άνω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής αλλά) ότι οι Δ.
Κ. και Α. Κ. περιέλαβαν στην δήλωσή τους αποδοχής κληρονομιάς (που θα μετέγραφαν) και το ανωτέρω περιγραφόμενο και πράγματι πωληθέν β' επίδικο ακίνητο των 3.335,87 τ.μ. (το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αποτελεί τμήμα μόνον του πωληθέντος ακινήτου, το οποίο, κατ' αυτόν, έχει την αναγραφόμενη στο ... συμβόλαιο έκταση των 5.673,97 τ.μ.), όταν δηλαδή πληροφορήθηκε πως τούτοι αξιώνουν (όχι απλώς τη νομή αλλά) την κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, έκρινε ότι δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αντιπαρατεθεί στους ως άνω συγγενείς του και, για το λόγο αυτό, προέβη στην ως άνω δημόσια κατάθεση.
Εντούτοις, η ως άνω δημόσια κατάθεση του ποσού των 10.000 ευρώ δεν ήταν νόμιμη,... Έπρεπε, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε κατά την πρωτόδικη συζήτηση παραδεκτώς ο ... 3ος εναγόμενος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και απέρριψε την ως άνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν χρειάζονται συμπλήρωση με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την ταυτότητα του β' επίδικου ακινήτου, για το αν δηλαδή τούτο περιλαμβάνεται ή όχι στον προβαλλόμενο από τον ... 3ο εναγόμενο τίτλο κτήσεως κυριότητας.....
Εάν, πάντως, ο ... 3ος εναγόμενος δεν είχε δόλο, ως προς την έλλειψη της κυριότητας του επί του β' επίδικου ακινήτου αλλά βρισκόταν σε δικαιολογημένη αδυναμία ταυτοποιήσεις του, δεν θα έσπευδε να το πωλήσει στον ... ενάγοντα, αλλά, δρώντας καλόπιστα, θα ενημέρωνε προηγουμένως σχετικά τους συγγενείς του και δη τους Δ.
Κ. και Α. Κ. και δεν θα ανέμενε να διεκδικήσουν τούτοι το ανωτέρω ακίνητο.... Εξαιτίας, λοιπόν, της παραπάνω δεύτερης αδικοπραξίας και δη απάτης που τέλεσαν κατά συναυτουργία τόσο ο 1ος εναγόμενος όσο και ο ... 3ος εναγόμενος εις βάρος του ... ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη περιουσιακή ζημία ανερχόμενη σε 95.000 ευρώ, ίση δηλαδή με την πραγματική αγοραία αξία του ως άνω μη αποκτηθέντος β' επίδικου ακινήτου, ήτοι ίση με την αξία της αδύνατης (και μη εκπληρωθείσας) παροχής που του οφείλει ο ... 3ος εναγόμενος δυνάμει του ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Επομένως, ο ... ενάγων για την ως άνω περιουσιακή ζημία, που υπέστη από τη δεύτερη αδικοπραξία και δη απάτη που τελέσθηκε εις βάρος του από τον 1° εναγόμενο και τον ... 3° εναγόμενο, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση ύψους 95.000 ευρώ από τον ... 3° εναγόμενο, εις ολόκληρον ευθυνόμενο απέναντι του για το ποσό αυτό με τον 1° εναγόμενο.
Έπρεπε, επομένως, το υπό στ. α ι κύριο καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης... αγωγής να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και δέχθηκε εν όλω ως και κατ' ουσίαν βάσιμο το υπό στ. α ι κύριο καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι της κρινόμενης ...τρίτης (γ') έφεσης του 3ου εναγόμενου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ζητείται η ολική, άλλως η μερική, κατ' ουσίαν απόρριψη του υπό στ. α ι κύριου καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής, ήτοι η επιδίκαση μηδενικού, άλλως μικρότερου (απ' ό,τι πρωτοδίκως), ποσού από την παραπάνω αιτία (αποζημίωση για την ως άνω περιουσιακή ζημία), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όμως, αφού ληφθούν υπόψη οι παραπάνω περιγραφόμενες συνθήκες της επίδικης δεύτερης αδικοπραξίας, ο αξιόποινος χαρακτήρας αυτής, ο βαθμός του πταίσματος του... 3ου εναγόμενου, η έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του... ενάγοντος, το είδος και η έκταση της ζημίας και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση τόσο του...
ενάγοντος όσο και του... 3ου εναγόμενου και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (...), το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι ο ... ενάγων υπέστη από την παραπάνω δεύτερη αδικοπραξία και δη απάτη που τελέσθηκε εις βάρος του από τον 1° εναγόμενο και τον... 3ο εναγόμενο ηθική βλάβη και ότι ένεκα τούτου δικαιούται να απαιτήσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 1.500 ευρώ από τον... 3° εναγόμενο, εις ολόκληρον ευθυνόμενο απέναντι του για το ποσό αυτό με τον 1° εναγόμενο.....
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα προς τα ανωτέρω και προσδιόρισε την επιδικαστέα υπέρ του... ενάγοντος και εις βάρος του... 3ου εναγόμενου εύλογη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 3.000 ευρώ, δεχόμενο κατά μεγαλύτερο μέρος ως ουσιαστικά βάσιμο το υπό στ. β κύριο καταψηφιστικό αίτημα της ένδικης αγωγής, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος κατά το τελευταίο σκέλος του λόγος της κρινόμενης... τρίτης (γ') έφεσης του 3ου εναγόμενου,.... πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.... Ενόψει των ανωτέρω ο ... ενάγων δικαιούται εν τέλει να απαιτήσει 96.500 ευρώ (95.000 + 1.500) από τον ... 3° εναγόμενο, εις ολόκληρον ευθυνόμενο απέναντι του για το ποσό αυτό με τον 1° εναγόμενο..?.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 96.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του ΠΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος λόγω εξαπάτησης του αναιρεσιβλήτου, ήτοι η παράνομη και υπαίτια (με τη μορφή του δόλου) απατηλή συμπεριφορά αυτού, το ύψος της περιουσιακής ζημίας του παραπλανηθέντος εκ της απατηλής συμπεριφοράς αναιρεσιβλήτου και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της απατηλής αυτής συμπεριφοράς και της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο περιουσιακής βλάβης, πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αφού οι ως άνω παραδοχές καλύπτουν, με επάρκεια και σαφήνεια, την αποδιδόμενη με την αγωγή στον αναιρεσείοντα αδικοπρακτική ευθύνη.
Ειδικότερα, στηρίζουν την ως άνω κρίση του Εφετείου, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες παραδοχές: α) ότι ο αναιρεσείων, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με τον πρώτο εναγόμενο, παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας στον αναιρεσίβλητο ότι ήταν κύριος του πωληθέντος ακινήτου, έχοντας δήθεν αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η κυριότητα του ως άνω ακινήτου δεν ανήκε σ' αυτόν αλλά στους Δ.
Κ. και Α. Κ., β) ότι με την ως άνω κατά συναυτουργία απατηλή συμπεριφορά τους παραπλάνησαν τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος πίστεψε, πράγματι, ότι κύριος του επίδικου ακινήτου ήταν ο αναιρεσείων, και έτσι πείστηκε να προβεί στην αγορά αυτού, με συνέπεια να υποστεί περιουσιακή_ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 95.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά του ακινήτου, και γ) ότι ο αναιρεσείων και ο πρώτος εναγόμενος επεδίωξαν σκόπιμα, με κοινό δόλο, την παραπλάνηση του αναιρεσιβλήτου.
Η ως άνω παραδοχή, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με δόλο, δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, εάν αυτός "δεν είχε δόλο ως προς την έλλειψη της κυριότητας επί του ακινήτου, αλλά βρισκόταν σε δικαιολογημένη αδυναμία ταυτοποιήσεις του, δεν θα έσπευδε να το πωλήσει στον αναιρεσίβλητο, αλλά, δρώντας καλόπιστα, θα ενημέρωνε προηγουμένως σχετικά τους συγγενείς του και δη τους Δ.
Κ. και Α. Κ." και δεν θα ανέμενε να διεκδικήσουν αυτοί το ανωτέρω ακίνητο από τον αναιρεσίβλητο, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία αυτή παραδοχή αποτελεί απλό επιχείρημα και συνεπώς δεν είναι διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος, η αδυναμία εκ μέρους του αναιρεσείοντος ταυτοποίησης του επίδικου ακινήτου, η οποία ισοδυναμεί με πλήρη άγνοια αυτού σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αναιρεσείων διαβεβαίωσε τον αναιρεσίβλητο ότι ήταν κύριος αυτού, δεν αναιρεί το δόλο του αναιρεσείοντος ως προς την έλλειψη κυριότητας του τελευταίου επ' αυτού αλλά αντίθετα τον ενισχύει.
Επίσης, ουδεμία αντίφαση δημιουργεί η παραδοχή ότι το αληθινό συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του επιδίκου ακινήτου αντιστοιχούσε στο ποσό των 185.000 ευρώ, η οποία, σε συνδυασμό με την πραγματική καταβολή από τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 95.000 ευρώ στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, προς την παραδοχή ότι το ποσό αυτό προσέγγιζε την αληθινή αγοραία αξία του ακινήτου, ανερχόμενη στο ποσό των 95.000 ευρώ, αφού η τελευταία αυτή παραδοχή εκφέρθηκε εκ περισσού προς πληρέστερη αιτιολόγηση του πραγματικού τιμήματος που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για την αγορά του ακινήτου και, συνακόλουθα, της ζημίας αυτού και, επομένως, ως πλεοναστική δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης.
Συνεπώς, οι έκτος και όγδοος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτόν, με τον δεύτερο λόγο της από 30-4-2014 έφεσής του, ισχυρισμό του αναφορικά με την πλάνη του ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου, και ειδικότερα ως προς την ταυτοποίηση αυτού, που προκύπτει από το γεγονός ότι αρκετά χρόνια πριν την επίδικη πώληση ο αναιρεσείων είχε προσπαθήσει με σχετικές ενέργειές του στη ΔΕΗ να μεταφερθεί ο πυλώνας της ΔΕΗ που υπήρχε μέσα στο επίδικο ακίνητο, με την πεποίθηση ότι του ανήκει.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να αντικρούσει την ιστορική βάση της αγωγής και, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος καθόσον από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την αναφορά σ' αυτή.
Εάν πάντως ο εκκαλών .... και εναγόμενος δεν είχε δόλο ως προς την έλλειψη της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, αλλά βρισκόταν σε δικαιολογημένη αδυναμία ταυτοποιήσεώς του..., σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο ήταν αντίθετο προς τους επίμαχους ισχυρισμούς του περί άγνοιάς του σχετικά με την έλλειψη κυριότητάς του επί του επιδίκου πωληθέντος ακινήτου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 (και όχι11 β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτό ως αληθές το γεγονός της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα ποσού 19.476,02 ευρώ, που αποτέλεσε μέρος του εκτός συμβολαίου τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως να έχει προσκομιστεί από τον αναιρεσίβλητο μετ' επικλήσεως στην κατ' έφεση δίκη ισόποση εξοφλητική απόδειξη.
Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη σχέσης αντιπροσώπευσης ανάμεσα στον αναιρεσείοντα και στον Ι.
Ξ., χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για την ύπαρξη εντολής αντιπροσώπευσης και χωρίς να εκτίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίζεται το πόρισμα αυτό. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφαση, το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της κατάθεσης του μάρτυρα και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία συγκαταλέγονται και οι φωτογραφίες καθώς και οι μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο της οικείας ποινικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ειδικότερα δε, όσον αφορά το ζήτημα της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα ποσού 19.476,02 ευρώ, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ?η επί πλέον καταβολή εκτός του συμβολαιογραφείου του υπόλοιπου του αληθινού τιμήματος αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ...
ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από τις προσκομισθείσες από αυτόν από 17-1-2008, 2-2-2008, 14-2-2008 και 20-2-2008 εξοφλητικές αποδείξεις των 15.000 ευρώ εκάστη?, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το επίμαχο θέμα του συνολικού ύψους του εκτός συμβολαίου τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκτίμηση των εγγράφων, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αλλά εκτίμησε και την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επομένως, αναφορικά με τα αναφερόμενα στις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις ζητήματα, το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω, πρώτος και τέταρτος, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της ίδιας ως άνω διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα και χωρίς απόδειξη, έκρινε ότι η πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 95.000 ευρώ, καθόσον η αγοραία αξία του στρέμματος στην περιοχή όπου αυτό βρίσκεται δεν ξεπερνά τις 5.000-6.000 ευρώ το στρέμμα, γεγονός που προκύπτει από τα νομίμως προσαχθέντα συμβόλαια αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα:
α) το με αριθ. ... ΦΕΚ (ΣΧΕΤ.7), β)το ... ΦΕΚ (ΣΧΕΤ.7Α), γ) το με αριθ. πρωτ. ... αντίγραφο μερίδας της ΔΕΗ (ΣΧΕΤ.9), δ) το με αριθ. ... ΦΕΚ περί καταβολής αποζημιώσεως στους δικαιούχους του Β' Υποθ/κείου Κορίνθου (ΣΧΕΤ. 9Α) και ε) το με αριθ. ... έγγραφο της Περιφέρειας Πελοποννήσου (Δ/νση ΠΕΧΩ) (ΣΧΕΤ. 10) με συνημμένη την απάντηση της ΔΕΗ με αρ.
πρωτ. ... επί της με ημερομηνία 3-11-2005 αιτήσεώς μου προς αυτήν. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω τρίτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 184/2011, ΑΠ 886/2008).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της δεν καθιστά απλώς άκυρη, αλλά συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016) και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1092/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 7-7-2010 ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου και της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την από 7-7-2010 ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ. χωρίς, όμως, να αναφέρει το όργανο ενώπιον του οποίου ελήφθη και χωρίς να επικαλείται και να προσκομίζει την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή από την οποία να προκύπτει η κλήτευση του αναιρεσίβλητου για να παραστεί κατά τη λήψη της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η επίκληση με τις προτάσεις της ένορκης βεβαιώσεως και της εκθέσεως επιδόσεως της κλήσεως του αντιδίκου του διαδίκου που επιδιώκει τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως πρέπει να είναι ειδική, ώστε να προκύπτει από αυτή, εκτός των άλλων και ο μάρτυρας που εξετάστηκε και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, άλλως δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, αφού ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, εκτός από το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε και την ημερομηνία που ελήφθη η ως άνω ένορκη βεβαίωση, δεν αναφέρει ούτε το όργανο ενώπιον του οποίου ελήφθη, ούτε επικαλείται τη σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε χώρα νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του για να παραστεί κατά τη λήψη της, ορθώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω ένορκη βεβαίωση.
Συνεπώς, ο έβδομος αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, ισχύει κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ. 441, 445).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν' απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του.
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 50/2022, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 398/2020). Με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Λουτρακίου Ν. Κ., ως προς το συμφωνηθέν και εξ ολοκλήρου καταβληθέν από τον αναιρεσίβλητο ενώπιον του συμβολαιογράφου τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 15.523,98 ευρώ, τη δέουσα (πλήρη) αποδεικτική δύναμη αυτού και περαιτέρω, αν και αυτό δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, επέτρεψε την απόδειξη με μάρτυρες αναφορικά με το αληθές συμφωνηθέν και εν τέλει καταβληθέν τίμημα ποσού 95.000 ευρώ, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του Εφετείου και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο συνιστά πλήρη απόδειξη μόνο ως προς την καταβολή του βεβαιούμενου από τον συμβολαιογράφο ποσού των 15.523,98 ευρώ και όχι ότι μόνο αυτό το ποσό καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, γεγονός για το οποίο επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις από τον αναιρεσείοντα ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το πραγματικό τίμημα που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για την αγορά του επιδίκου ακινήτου, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 17-1-2008, 2-2-2008, 14-2-2008 και 20-2-2008 αποδείξεων, εκάστη ποσού 15.000 ευρώ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο Ι.
Ξ. εισέπραξε υπό την ιδιότητά του ως αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντα τα αντίστοιχα ποσά, παρά το γεγονός ότι στις εν λόγω αποδείξεις δεν αναγράφεται η αιτία της καταβολής και αν ο Ι. Ξ. ενεργεί ως αντιπρόσωπός του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: ?...το υπόλοιπο του ως άνω ποσού των 95.000 ευρώ, ήτοι το εκτός συμβολαίου ποσό των 79.476,02 ευρώ κατέβαλε ο...
ενάγων (αναιρεσίβλητος) τμηματικά σε δόσεις τοις μετρητοίς στον πρώτο εναγόμενο (Ι. Ξ.), ο οποίος το εισέπραξε εμφανιζόμενος σε όλες τις περιπτώσεις ως άμεσος εκούσιος αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του ... 3ου εναγόμενου (αναιρεσείοντα)..., η επί πλέον καταβολή εκτός του συμβολαιογραφείου του υπόλοιπου του αληθινού τιμήματος αποδείχθηκε πλήρως από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με την επιμέλεια του...
ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και από τις προσκομισθείσες από αυτόν από 17-1-2008, 2-2-2008, 14-2-2008 και 20-2-2008 εξοφλητικές αποδείξεις των 15.000 ευρώ εκάστη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ήτοι ότι το εκτός συμβολαίου ποσό για την αγορά του επιδίκου ανερχόταν σε 79.476,02 ευρώ και το κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος τμηματικά σε δόσεις τοις μετρητοίς στον Ι.
Ξ., ο οποίος το εισέπραξε ως αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των προαναφερόμενων εγγράφων, που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτών παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, υπό την προσχηματική δε επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον όλες οι λοιπές αιτιάσεις που είναι διάσπαρτες σε όλους του λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την επίκληση παραβάσεων των ως άνω αναιρετικών λόγων, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 977/2017), πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2017 αίτηση του Κ.Σ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.36/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ