1814/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1814/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1814 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1814/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων: 1) Σ. χήρας Σ. Β., το γένος Κ. Φ., 2) Α. Β. του Σ., 3) Κ. Β. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Χολέβα.
Των αναιρεσίβλητων-αναιρεσειόντων: 1) Π. Β. του Α., 2) Α. Β. του Π.,3) Ά. Β. του Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σ. Σταματάκη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2016 του Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 3-10-2016 και από 16-1-2017 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους αναίρεσης αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο, συζητήθηκαν 1) η από 3-10-2016 αίτηση αναίρεσης των Σ. χήρας Σ. Β. κλπ και 2) η από 16-1-2017 αίτηση αναίρεσης του Π. Α. Β. κλπ. Οι αιτήσεις αυτές, με τις οποίες διώκεται η, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σ’ αυτές αιτιάσεων, αναίρεση της υπ’ αριθμ. 35/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.- Ι) Επ’ αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Έτσι, η λέξη "ζητήθηκαν" στη δεύτερη περίπτωση της ως άνω διάταξης αναφέρεται σε κεφάλαιο της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Οι ήδη αναιρεσείοντες της πρώτης από 3-10-2016 αναίρεσης Σ. χήρα Σ. Β., Α. Σ. Β. και Κ. Σ. Β. με την από 25-10-2010 και με αριθμό πράξης κατάθ. ...10-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας κατά των ήδη με την άνω αναίρεση αναιρεσίβλητων Π.
Α. Β. κλπ , αφού ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί συγκύριοι, σε ποσοστό 2/16, 3/16 και 3/16 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, των λεπτομερώς περιγραφόμενων σ’ αυτήν κατά θέση, έκταση και όρια εννέα συνολικά ακινήτων, που βρίσκονται στα δημοτικά διαμερίσματα ... του Δήμου Πύλου Μεσσηνίας, περιελθόντα σ’ αυτούς με παράγωγο τρόπο (αποδοχή κληρονομίας νομίμως μεταγραφείσας), αλλιώς με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), ασκώντας επ’ αυτών τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς πράξεις νομής, και ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι αμφισβητούν την επ’ αυτών συγκυριότητά τους, τους απέβαλαν, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επ’ αυτών (επιδίκων) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τη νομή τους σ’ αυτά κατά τα πιο πάνω ιδανικά μερίδια.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ.32/2013 απόφασή του έκανε δεκτή κατ’ ουσία την αγωγή, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους κατά τα πιο πάνω ποσοστά και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να τους αποδώσει τη νομή των επίδικων ακινήτων κατά τα εν λόγω ποσοστά της συγκυριότητάς τους σ’ αυτά. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας την από 13-6-2013 έφεσή τους για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. ...11-2-2010 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μ. Γ. - Δ., που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών-του υποθηκοφυλακείου Χ. (στον ...
και με αριθμ. ...) και του Υποθηκοφυλακείου Πύλου (στον ... και με αριθμ. ...), οι ενάγοντες αποδέχθηκαν κατά ποσοστά 2/8 εξ’ αδιαιρέτου η πρώτη εξ’ αυτών και 3/8 εξ’ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς δύο (τέκνα της πρώτης) την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 4-9-1999 Σ. Β. του Α., συζύγου της πρώτης και πατέρα - των λοιπών δύο, χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, καθώς και του Α.
Β. του Σ., πατέρα του αμέσως ανωτέρω, ο οποίος απεβίωσε στις 6-1-1991, καταλείποντας την υπ’ αριθμ. .../8-9-1987 δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον του συμβ/φου ... Α. Μ., νομίμως δημοσιευθείσα με τα υπ’ αριθμ. 184Δ/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δυνάμει της οποίας εγκατέστησε ως κληρονόμους του τα τρία τέκνα του, Σ., Π. (πρώτο εναγόμενο,ήδη εκκαλούντα) και Ν.
στην υφιστάμενη κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομιαία περιουσία του, που κατά τους ενάγοντες περιλαμβάνει τα επίδικα ακίνητα. Ειδικότερα, με την ως άνω διαθήκη του ο διαθέτης διένειμε την περιουσία του ως εξής : α) Στον πρώτο εναγόμενο (υιό του Π.) κατέλειπε τα ακίνητα, που του είχε ήδη μεταβιβάσει λόγω δωρεάς (με το υπ’ αριθμ. .../13-2-1980 συμβόλαιο δωρεάς του αυτού ως άνω συμβ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου) και είχε παραδώσει τη νομή τους, δηλώνοντας ρητά ότι δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτά όσα του είχε παραχωρήσει να καλλιεργεί για δικό του λογαριασμό, β) στο υπό στοιχείο (9) αγρόκτημα στη θέση "..." του δημ.
διαμ. ... Μεσσηνίας, έκτασης 500 τετρ. μέτρων περίπου, με την εντός αυτού αγροικία (εμβαδού 35 τετρ. μέτρων) και γεώτρηση εγκατέστησε κληρονόμους και τα τρία τέκνα του, κατά ισομοιρία, χωρίζοντας το σε διακεκριμένα ισομερή τμήματα (το ανατολικό για τον Σ., το μεσαίο για το Ν. και το δυτικό για τον πρώτο εναγόμενο), με δικαίωμα χρήσης της υπάρχουσας γεώτρησης από όλους και γ) σε ολόκληρη τη λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία του εγκατέστησε κληρονόμους, κατά ισομοιρία, τα τέκνα του Σ. (άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων) και Ν., (χωρίς, ωστόσο, να περιγράφει και εξειδικεύει τα κληρονομιαία ακίνητα) ορίζοντας ότι αυτοί θα ευθύνονται για όσα προσωπικά χρέη του τυχόν υφίστανται κατά το χρόνο του θανάτου του.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι και τα τρία τέκνα του ανωτέρω διαθέτη, Α. Β. του Σ. γεννηθέντα το έτος 1903, που κατοικούσε όσο ζούσε στο ... και απεβίωσε στην Αθήνα (όπου διέμεινε σχεδόν μια πενταετία προ του θανάτου του, υπό την επίβλεψη και τη φροντίδα του υιού του Σ.) στις 6-1-1991 μετανάστευσαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, και δη στην Αυστραλία και τον Καναδά.
Ήδη, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970 τα τέκνα του Σ. και Π. επέστρεψαν μόνιμα στην Ελλάδα, ενώ ο Ν. κατοικεί μόνιμα στον Καναδά. Εκ των ανωτέρω, ο Π. Β. (πρώτος εναγόμενος, ήδη εκκαλών) κατοίκησε μόνιμα με την οικογένειά του στο ..., απασχολούμενος επαγγελματικά ως αγρότης (τυγχάνει ήδη συνταξιούχος του Ο.Γ.Α), αξιοποιώντας την πατρική τους περιουσία, ο δε Σ.
Β. δραστηριοποιήθηκε στην τοπική κοινότητα, διατελέσας πρόεδρος αυτής από το έτος 1976 μέχρι το έτος 1982, ότε μετοίκησε μόνιμα στην Αθήνα, όπου παρέμεινε και εργαζόταν (ως δημοτικός υπάλληλος) μέχρι το χρόνο του θανάτου του, που συνέβη στις 4-9-1999. Εν τω μεταξύ ο Α. Β., με νόμιμη άδεια που εκδόθηκε το έτος 1967 ανήγειρε διώροφη οικία σε οικόπεδο κυριότητάς του στο ....
Στον πρώτο όροφο κατοικούσε ο ίδιος με τη σύζυγο του Α., ενώ το ισόγειο, το οποίο ήταν ημιτελές, αποπεράτωσε ο πρώτος εναγόμενος με δικές του δαπάνες, μετά τη μεταβίβασή του λόγω δωρεάς με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. .../13-2-1980 συμβόλαιο, στον οποίο, επίσης, μεταβιβάσθηκαν : Α) το ήμισυ του υπογείου της οικοδομής αυτής, β) το ήμισυ αμπέλου (ανατολικό τμήμα) 300 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στο ... καθώς και γ) ένας αγρός ξηρικός, έκτασης πέντε περίπου στρεμμάτων, με συνεχόμενο προς δυσμάς ελαιοπερίβολο με 74 ελαιόδενδρα, έκτασης τεσσάρων περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "..." ... Πυλίας Μεσσηνίας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τα υπό στοιχεία (ε) και (ζ) αγροτεμάχια της αγωγής, και δη ο αγρός - σταφιδάμπελο στη θέση "...", έκτασης 6 στρεμμάτων περίπου καθώς και το ελαιοπερίβολο, στη θέση "...", έκτασης 3,5 στρεμμάτων περίπου (αντί 6.300 τετρ.
μέτρων, που εσφαλμένα αναγράφεται στην αγωγή) ουδέποτε ανήκαν στην κυριότητα του διαθέτη Α. Β. του Σ. και κατ’ επέκταση στην κληρονομιαία περιουσία του, αλλά κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο Π. Β. από το έτος 1969, λόγω άτυπης αγοράς από την αδελφή του πατέρα του Γ. Ζ., στην οποία είχαν παραχωρηθεί ενόψει του τελεσθέντος γάμου της ως προικώα περί το έτος 1928 και στη συνέχεια εκποιήθηκαν από αυτήν και παραχωρήθηκαν κατά πλήρη κυριότητα, στον ανωτέρω Π.
Α., λόγω μετοίκησης της ίδιας και του συζύγου της στους ... Μεσσηνίας, προς αγορά γης στην περιοχή αυτή, όπως επιβεβαιώνει ο υιός της Φ. Ζ. του Δ. και Γ. στην υπ’ αριθμ. .../21-1-2013 ένορκη βεβαίωσή του άλλωστε, οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν με ακρίβεια τα κληρονομιαία ακίνητα, καθόσον, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης η πρώτη ενάγουσα βρισκόταν σε διάσταση από πολλών ετών με τον σύζυγο της Σ.
Β. και ουδέποτε μετέβη στο ..., τα δε τέκνα της (δεύτερος και τρίτος ενάγοντες) ήταν ηλικίας 20 και 18 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους και ανέκαθεν μόνιμοι κάτοικοι Αττικής. Ακολούθως, προέκυψε ότι μετά τον επελθόντα κατά το έτος 1991 θάνατο του Α. Β., ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Σ.
Β. υπεισήλθε στη νομή της κληρονομηθείσας σ’ αυτόν οικίας στο ..., στον πρώτο όροφο της οποίας διέμενε κατά τις αραιές ομολογουμένως επισκέψεις του, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητάς του επ’ αυτής από τους εναγόμενους, και δη τον πρώτο εξ αυτών (αδελφό του), ο οποίος έχοντας ήδη κατοικήσει στον ισόγειο όροφο αυτής από το έτος 1980, κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα τους μόνο του ορόφου αυτού, γνώριζε τη βούληση του τελευταίου, ο πρώτος όροφος της οικίας να κληρονομηθεί εξ αδιαιρέτου στους αδελφούς του κατ συνεπώς ουδέποτε παραχωρήθηκε σ’ αυτόν βάσει άτυπης προφορικής διανομής", όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται.
Το γεγονός δε ότι μόνο οι εναγόμενοι κατείχαν τα κλειδιά του πρώτου ορόφου της οικίας αυτής δεν συνιστά πράξη νομής επ’ αυτού, καθόσον, εκτός της κατοχής των κλειδιών και των πρόσφατων, μόλις κατά το έτος 2010, εκ μέρους των εναγομένων πράξεων συντήρησης και ανακατασκευής αυτού, για τις οποίες αντέδρασαν άμεσα οι ενάγοντες και διεκόπησαν, ουδέποτε κατοικήθηκε από αυτούς ή νεμήθηκαν καθοιονδήποτε άλλο τρόπο το ακίνητο αυτό, το οποίο μετά το θάνατο του ζεύγους Α.
και Α. Β. παρέμεινε κενό και χρησιμοποιείτο, μόνο κατά διαστήματα, από τους Σ. και Ν. Β., όταν αυτοί επισκέπτονταν το ..., ως εξοχική κατοικία. Ακολούθως, οι ενάγοντες, ήδη εφεσίβλητοι υπεισήλθαν στη νομή της κατοικίας αυτής μετά το θάνατο του προκατόχου τους Σ. Β., αποδεχόμενοι την εν λόγω κληρονομιά με την υπ’ αριθμ. ...11-2- 2010 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μ.
Γ. - Δ., που είχε νόμιμα μεταγραφεί, έχοντας προηγουμένως υποβάλλει στις 24-2-2005 στην αρμόδια ... την υπ’ .../2005 δήλωση φόρου κληρονομιάς, καταβάλλοντος τον αναλογούντα φόρο και καταστάντες, με τον τρόπο αυτό, συγκύριοι του ορόφου αυτού της οικίας, καθώς και του 1/4 εξ’ αδιαιρέτου του υπογείου της μετά του αναλογούντος οικοπέδου της εν λόγω διώροφης οικοδομής, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας παραγώγως (δυνάμει κληρονομικής διαδοχής) και πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Ωστόσο, καμία απολύτως πράξη νομής δεν εγένετο από τους ενάγοντες στην αγροτική κληρονομηθείσα σ’ αυτούς από τον Α. Β. περιουσία. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο προκάτοχος τους Σ. Β. υπεισήλθε καθοιονδήποτε τρόπο στη νομή των αγροτικών ακινήτων, αφού δεν απασχολήθηκε ποτέ με καλλιεργητικές επ’ αυτών πράξεις ή άλλες πράξεις επίβλεψης, καθαρισμού και εποπτείας αυτών, ούτε αποδέχθηκε, όσο αυτός ζούσε, την επαχθείσα σ’ αυτόν από τον πατέρα του αγροτική κληρονομιά, αν και ήταν αυτός που από την Αθήνα τον μετέφερε κατά το έτος 1987 στο συντάξαντα αυτή συμβολαιογράφο στο Χ.
Μεσσηνίας και γνώριζε το περιεχόμενο της, σε αντίθεση με τους εναγόμενους, οι οποίοι έλαβαν γνώση αυτής μόλις κατά το έτος 2003. Επίσης, και οι ενάγοντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κατοικούν μόνιμα στην Αθήνα, δεν επισκέπτονται και δεν διατηρούν επαφές με το ..., ουδέποτε ασχολήθηκαν ή καθοιονδήποτε τρόπο επιμελήθηκαν ή έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον για την αγροτική αυτή περιουσία, την ύπαρξη της οποίας μετέρχονται μόνο στη σχετική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και στο έντυπο φορολογίας ακινήτων Ε9 έτους 2005.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι τόσο οι ενάγοντες, όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχος τους Σ. Β. είχαν ανέκαθεν εκούσια αποξενωθεί από την αγροτική πατρική περιουσία, αφού καθόλο το χρονικό διάστημα που οι εναγόμενοι, και δη αρχικά ο πρώτος εξ αυτών, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 (ότε ο εν ζωή ακόμα πατέρας του Α. Β.
μετοίκησε μόνιμα στην Αθήνα) μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, άρχισαν να νέμονται την αγροτική αυτή περιουσία με εμφανείς διακατοχικές πράξεις, για δικό τους λογαριασμό, με διάνοια κυρίων υπό το βλέμμα και την ανοχή των ιδίων και του προκατόχου τους, ουδέποτε οι τελευταίοι προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας ή ήγειραν οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ακόμη και μετά τον επελθόντα, κατά το έτος 1991 θάνατο του διαθέτη Α.
Β. του Σ. και του αμέσου δικαιοπαρόχου τους κατά το έτος 1999, την κληρονομιά του οποίου φέρεται να αποδέχθηκαν σιωπηρά, αποξενωθέντες ωστόσο, εμφανώς, από τη νομή τους, τη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση των οποίων ηθελημένα αγνοούσαν, μέχρι και το έτος 2010. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι διαθέτοντας αποκλειστικά δικά τους χρήματα και προσωπική εργασία αξιοποίησαν στο έπακρο το σύνολο της αγροτικής πατρικής περιουσίας, φυτεύοντας και καλλιεργώντας ελαιόδενδρα, συνολικά πάνω από 5.000 ελαιόδενδρα, όπως προκύπτει από το φορολογικό έντυπο Ε9 και το ελαιοκομικό τους μητρώο, αφού μόνο στο ακίνητο υπό στοιχείο (η) της αγωγής φύτευσαν πάνω από 2.000 νέα ελαιόδενδρα, ελάμβαναν τις σχετικές επιδοτήσεις, κατόπιν σχετικών κατ’ έτος δηλώσεών τους, δήλωναν αυτοί στον ΕΛΓΑ και ελάμβαναν αποζημιώσεις, λόγω φυσικών καταστροφών της φυτικής παραγωγής, καταστάντες κύριοι αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, και δη με ανενόχλητη 20 ετή τουλάχιστον άσκηση επ’ αυτών εμφανών διακατοχικών πράξεων, με διάνοια κυρίων, όπως αυτοί βασίμως ισχυρίζονται, αρξάμενη τουλάχιστον από το έτος 1984 (πριν τα επίδικα καταστούν κληρονομιαία ακίνητα), η οποία συνεχίστηκε αδιάλειπτα και ανενόχλητα ενόψει και της εκούσιας αποξένωσης των εναγόντων από αυτά, όπως προαναφέρθηκε και ολοκληρώθηκε πριν την άσκηση της αγωγής".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε εν μέρει ουσιαστικά δεκτή την αγωγή, ως προς τα τρία πρώτα επίδικα ακίνητα, και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου την πρώτη και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους λοιπούς :
α) σε ένα διαμέρισμα, εμβαδού 100 τ.μ., του πρώτου ορόφου διώροφης οικοδομής, β) στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου - αποθήκης - εμβαδού 100 τ.μ., της ίδιας οικοδομής και γ) στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 600 τ.μ., που βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα ... Μεσσηνίας, των οποίων τη νομή υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν σ’ αυτούς (ενάγοντες) κατά τα ως άνω ποσοστά, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα υπόλοιπα έξι επίδικα ακίνητα.
Με τον πρώτο λόγο και των δύο αιτήσεων αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β’ ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, γιατί ενώ με την αγωγή ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα των εναγόντων επί των επίδικων ακινήτων, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα τρία πρώτα επίδικα ακίνητα, ως προς τα οποία αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους σε ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, αντίστοιχα , δηλαδή πλέον των αιτηθέντων και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν τη νομή αυτών στους ενάγοντες κατά τα εν λόγω ποσοστά.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο, που δίκασε επί της κρινόμενης αγωγής, επιδίκασε στους ενάγοντες περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υποπέσαν έτσι στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. β’ ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, βάσιμοι ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος, λόγος της από 3-10-2016 αναίρεσης και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της από 16-1-2017 αναίρεσης, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων των ένδικων αναιρέσεων, που σχετίζονται με το κεφάλαιο αυτό της απόφασης ως προς το οποίο έγινε δεκτός ο αναιρετικός λόγος, λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας στο ίδιο κεφάλαιο, που καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων που σχετίζονται μ’ αυτό.
Ειδικότερα, αλυσιτελής είναι η έρευνα των αναφερόμενων αιτιάσεων στον πρώτο λόγο, με στοιχεία 1 α., β. και δ., της πρώτης αναίρεσης καθώς και στον πρώτο λόγο, δεύτερο σκέλος, της δεύτερης αναίρεσης.
ΙΙ) Επί της από 3-10-2016 αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ’ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Και αυτό διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 20/2005, 27/1998, 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ., λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την ακόλουθη αιτίαση : Με την από 25-10-2010 ένδικη αγωγή ζητήσαμε να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά μας επί των επίδικων ακινήτων, μεταξύ των οποίων τα υπό στοιχεία ε’ και ζ’ αγροτεμάχια, ήτοι αγρός - σταφιδάμπελος, έκτασης 6 στρεμμάτων περίπου, στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ και ελαιοπερίβολο, έκτασης 3,5 στρεμμάτων περίπου, στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ .
Επί της αγωγής αυτής, την οποία ερεύνησε το Εφετείο, μετ’ αποδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσίβλητων και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως προς τα εν λόγω ακίνητα, με την αιτιολογία ότι : "ουδέποτέ ανήκαν στην κυριότητα του διαθέτη Α. Β. του Σ.
και κατ’ επέκταση στην κληρονομιαία περιουσία του, αλλά κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο Π. Β. από το έτος 1969, λόγω άτυπης αγοράς από την αδελφή του πατέρα του Γ. Ζ., στην οποία είχαν παραχωρηθεί ενόψει του τελεσθέντος γάμου της ως προικώα περί το έτος 1928 και στη συνέχεια εκποιήθηκαν από αυτήν και παραχωρήθηκαν κατά πλήρη κυριότητα, στον ανωτέρω Π.
Α., λόγω μετοίκησης της ίδιας και του συζύγου της στους ... Μεσσηνίας, προς αγορά γης στην περιοχή αυτή, όπως επιβεβαιώνει ο υιός της Φ. Ζ. του Δ. και Γ. στην υπ’ αριθμ. .../21-1-2013 ένορκη βεβαίωσή του". Όμως, με την παραδοχή αυτή, καταλήγουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο, δεχθέν ότι εχώρησε άτυπη αγοραπωλησία, χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, των άνω ακινήτων το έτος 1969 από τη Γ.
Ζ. προς τον Π. Β., παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1033 Α.Κ., κατά τον οποίο για την έγκυρη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για τη μεταβίβαση της κυριότητας, η οποία πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί στα οικεία βιβλία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται σ’ αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση της άνω διατάξεως ένεκα της μη εφαρμογής της, ούτε διαλαμβάνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, αφετέρου δε διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής του πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ’ εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, και όχι όταν τους απέρριψε ως αβασίμους, εφόσον η περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα με πρωτοβουλία των διαδίκων καθώς και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι το Εφετείο την κρίση του περί της ως άνω άτυπης αγοραπωλησίας το έτος 1969 των δύο ανωτέρω επίδικων αγροτεμαχίων από τη Γ. Ζ. προς τον Π. Β.
τη στήριξε αποκλειστικά στην υπ’ αριθμ. .../21-1-2013 ένορκη βεβαίωση του Φ. Ζ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. - Κ. και με βάση αυτή την κατάθεση απέρριψε κατ’ ουσία την ένδικη αγωγή ως προς τα εν λόγω επίδικα αγροτεμάχια, δεχόμενο έτσι παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, 15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Τα επιχειρήματα αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.234/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αλλά και αντιφατικών αιτιολογιών για το ζήτημα της άσκησης νομής επί των υπό στοιχ. δ’ , στ’ , η’ και θ’ επίδικων αγροτεμαχίων, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, κατά το λόγο αυτόν οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι κατά λέξη, όπως διατυπώνονται στο αναιρετήριο, οι ακόλουθες: "α) "Ουδέποτε ο προκάτοχος τους Σ. Β. υπεισήλθε καθοιονδήποτε τρόπο στη νομή των αγροτικών ακινήτων, αφού δεν απασχολήθηκε ποτέ με καλλιεργητικές επ’ αυτών πράξεις ή άλλες πράξεις επίβλεψης, καθαρισμού και εποπτείας αυτών".
β) "Ούτε αποδέχθηκε, όσο αυτός ζούσε, την επαχθείσα σ’ αυτόν από τον πατέρα του αγροτική κληρονομιά, αν και ήταν αυτός που από την Αθήνα τον μετέφερε κατά το έτος 1987 στο συντάξαντα αυτή (εννοεί την διαθήκη) συμβολαιογράφο στο Χ. Μεσσηνίας και γνώριζε το περιεχόμενο της, σε αντίθεση με τους εναγόμενους, οι οποίοι έλαβαν γνώση αυτής μόλις κατά το έτος 2003".
γ) "Επίσης, και οι ενάγοντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κατοικούν μόνιμα στην Αθήνα, δεν επισκέπτονται και δεν διατηρούν επαφές με το ..., ουδέποτε ασχολήθηκαν ή καθοιονδήποτε τρόπο επιμελήθηκαν ή έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον για την αγροτική αυτή περιουσία, την ύπαρξη της οποίας μετέρχονται μόνο στη σχετική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και στο έντυπο φορολογίας ακινήτων Ε9 έτους 2005".
δ) "Προκύπτει, συνεπώς, ότι τόσο οι ενάγοντες, όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχος τους Σ. Β. είχαν ανέκαθεν εκούσια αποξενωθεί από την αγροτική πατρική περιουσία αφού καθόλο το χρονικό διάστημα που οι εναγόμενοι, και δη αρχικά ο πρώτος εξ αυτών, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 (ότε ο εν ζωή ακόμα πατέρας του Α.
Β. μετοίκησε μόνιμα στην Αθήνα) μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, άρχισαν να νέμονται την αγροτική αυτή περιουσία με εμφανείς διακατοχικές πράξεις, για δικό τους λογαριασμό, με διάνοια κυρίων υπό το βλέμμα και την ανοχή των ιδίων και του προκατόχου τους, ουδέποτε οι τελευταίοι προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας ή ήγειραν οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ακόμη και μετά τον επελθόντα, κατά το έτος 1991 θάνατο του διαθέτη Α.
Β. του Σ. και του αμέσου δικαιοπαρόχου τους κατά το έτος 1999, την κληρονομιά του οποίου φέρεται να αποδέχθηκαν σιωπηρά, αποξενωθέντες ωστόσο, εμφανώς, από τη νομή τους, τη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση των οποίων ηθελημένα αγνοούσαν, μέχρι και το έτος 2010". Οι παραδοχές όμως αυτές της απόφασης δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στη βασιμότητα του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους ότι ήταν βάσιμη η αγωγή τους ως προς τα υπό στοιχεία δ’ , στ’ , η’ και θ’ επίδικα αγροτεμάχια, που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559.
Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Ολ.Α.Π.2/2008, 13/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1εδ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία : α) ‘ ‘ η πυκνότητα φύτευσης ελαιοδένδρων είναι 20-30 δένδρα ανά στρέμμα και σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνά τα 30 δένδρα ανά στρέμμα’ ‘ και β) ‘ ‘ το τέκνο που συγκατοικεί με τον πατέρα και τελεί σε οικιακή σχέση εξάρτησης δεν αντιποιείται τη νομή του πατρός ενόσω εκείνος ζει’ ‘ , τα οποία διδάγματα χρησιμοποίησε εσφαλμένα με τις αντίστοιχες παραδοχές ότι :
α) "οι εναγόμενοι...αξιοποίησαν στο έπαρκο το σύνολο της αγροτικής περιουσίας, φυτεύοντας και καλλιεργώντας ελαιόδενδρα, συνολικά πάνω από 5.000 ελαιόδενδρα..., αφού μόνο στο ακίνητο υπό στοιχείο η’ ) της αγωγής φύτευσαν πάνω από 2.000 νέα ελαιόδενδρα...καταστάντες κύριοι αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, και δη με ανενόχλητη εικοσαετή τουλάχιστον άσκηση επ’ αυτών εμφανών διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίων" και β) "οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και δη με ανενόχλητη εικοσαετή τουλάχιστον άσκηση επ’ αυτών εμφανών διακατοχικών πράξεων, με διάνοια κυρίων, όπως αυτοί βασίμως ισχυρίζονται, αρξάμενη τουλάχιστον από το έτος 1984 (πριν τα επίδικα καταστούν κληρονομιαία ακίνητα), η οποία συνεχίστηκε αδιάλειπτα και ανενόχλητα, ενόψει και της εκούσιας αποξένωσης των εναγόντων από αυτά", ενώ είναι διδάγματα της κοινής πείρας αφενός το ανέφικτο φύτευσης των άνω αριθμών ελαιοδένδρων στα επίδικα υπό στοιχεία δ), στ), η) και θ) αγροτεμάχια, λόγω της εκτάσεως αυτών (3.000 τ.μ., 1.500 τ.μ., 30.000 τ.μ.
και 500 τ.μ., αντιστοίχως), αφετέρου το ότι κατά το έτη 1984-1991, ενόσω ζούσε ο πατέρας, ο εναγόμενος γιός του ασκούσε πράξεις νομής, αντιποιούμενος τη νομή του ζώντος πατρός του, εις βάρος αυτού, αν και βρισκόταν σε σχέση οικιακής εξάρτησης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, από την παραπάνω διάταξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα σ’ αυτόν ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι το δεύτερο απ’ αυτά δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης σχετικά με την άσκηση από τους εναγομένους εμφανών πράξεων νομής με την ως άνω φύτευση ελαιοδένδρων στις πιο πάνω επίδικες εκτάσεις, χρησιμοποιήθηκαν δε από το Εφετείο προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών. -
ΙΙΙ) Επί της από 16-1-2017 αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 , 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π.25/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, διότι "ενώ απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τα έξι επίδικα ακίνητα (αγροτεμάχια) με την αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τα υπό στοιχεία α’ , β’ και γ’ επίδικα ακίνητα και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν τη συγκυριότητα επ’ αυτών, ήτοι ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου διώροφης οικοδομής, εμβαδού 100 τ.μ., του 1/2 ενός υπογείου (αποθήκης) της ίδιας ως άνω οικοδομής, εμβαδού 100 τ.
μ. και του 1/2 ενός οικοπέδου, έκτασης 600 τ.μ., που βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ..., αφού στους ίδιους κανόνες έκτακτης χρησικτησίας θεμελιώσαμε ημείς (εναγόμενοι) δικαιώματα όπως και στα υπόλοιπα ακίνητα για τα οποία η προσβαλλομένη απέρριψε την αγωγή των αντιδίκων μας, οι δε παραδοχές της έρχονται σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό το οποίο εισφέρθηκε στο δικαστήριο, η απλή επισκόπηση του οποίου καθιστά εμφανή την αέναη και απρόσκοπτη νομή μας και επί των εν λόγω ακινήτων".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι πέραν του ότι δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δίκαιου, δεν εκτίθενται και δη με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα ως άνω τρία επίδικα ακίνητα, ενώ δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών της, παρεκτός του ότι είναι και απαράδεκτος καθόσον οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους περί απόκτησης ιδίας κυριότητάς τους επί των ως άνω επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το παραπάνω κεφάλαιο και να απορριφθούν αυτές κατά τα λοιπά. Στη συνέχεια, πρέπει, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ), να κρατήσει το Δικαστήριο αυτό την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατά το αναιρούμενο μέρος της, να δεχθεί εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 25-10-2010 αγωγή, να αναγνωρίσει τους ενάγοντες συγκυρίους κατά τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας που ζητήθηκαν απ’ αυτούς επί των υπό στοιχεία α’ , β’ και γ’ αναφερόμενων στην ένδικη διεκδικητική αγωγή και στο διατακτικό της παρούσας ακινήτων και να υποχρεώσει τους εναγόμενους να τους αποδώσουν τη νομή αυτών κατά τα εν λόγω ποσοστά.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες των κατατεθέντων από αυτούς παραβόλων (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 3-10-2016 αίτηση αναίρεσης των Σ. χήρας Σ. Β. κλπ και την από 16-1-2017 αίτηση αναίρεσης των Π. Β. του Α. κλπ..
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 35/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες των κατατεθέντων από εκείνους παραβόλων.
Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της .- Δέχεται εν μέρει την από 25-10-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων Σ. χήρας Σ. Β. κλπ. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες συγκυρίους : α) κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/32 την πρώτη και 6/32 τον καθένα από τους λοιπούς, επί ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου διώροφης οικοδομής, κειμένης επί οικοπέδου εμβαδού 300 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου ..., εμβαδού 100 τ.μ., β) κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/32 την πρώτη και 3/32 τον καθένα από τους λοιπούς, επί ενός υπόγειου χώρου (αποθήκης) της ίδιας, ως άνω, διώροφης οικοδομής εμβαδού 100 τ.μ., που αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο και γ) κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/32 την πρώτη και 3/32 τον καθένα από του λοιπούς, επί ενός οικοπέδου, εμβαδού 600 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται εντός των ορίων του ως άνω δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ....
Διατάσσει τους εναγόμενους να αποδώσουν τη νομή των ως άνω ακινήτων στους ενάγοντες, κατά τα ως άνω ποσοστά της συγκυριότητάς τους σε αυτά.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Π. Α. Β. κλπ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων Σ. χήρας Σ. Β. κλπ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Σ. χήρα Σ. Β. κλπ στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων Π. Α. Β. κλπ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ