Supreme Court partially allowed appeal on thermal insulation study requirement, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property defect claim. The appellant argued the lower court erred by not mandating a thermal insulation study for building permits, while the respondent contended the court properly evaluated evidence including the construction contract. The court found the appeal on the insulation requirement valid but dismissed the claim regarding insufficient reasoning for rejecting defect arguments, remanding the case for retrial before a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal if a specific legal ground is established, while dismissing other grounds based on the finality of factual assessments and the sufficiency of reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1814 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1814/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Δ. κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ανδρεάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-12-1997 και 27-10-1998 αγωγή και ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση των ήδη διαδίκων καθώς και με την από 11-11-1998 πρόσθετη παρέμβασή του Ε. Ι. που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3862/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4998/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2010 αίτησή της και τους από 30-7-20122 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος του τρίτου λόγου των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 4998/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 20-10-2005 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 3682/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 15-12-1997 αγωγή της αναιρεσείουσας για την καταβολή αποζημιώσεως από πραγματικά ελαττώματα πωληθέντος ακινήτου. Το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε μερικώς την αγωγή, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα 250 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους.
Με τον μόνο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι, ενώ κατά νόμον είναι υποχρεωτική, με βάση τις διατάξεις του π.δ. 362/1979, η σύνταξη μελέτης θερμομόνωσης για την έκδοση οικοδομικής άδειας, η οποία συνυποβάλλεται με τις λοιπές μελέτες (στατική και μηχανολογική), διαφορετικά δεν εκδίδεται η σχετική άδεια, το Εφετείο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δέχθηκε, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του π.δ/τος, ότι με βάση την εγκεκριμένη μελέτη κατασκευής της διώροφης οικίας (μεζονέτας), που πώλησε ο αναιρεσίβλητος στην ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε αν ήταν πράγματι υποχρεωτική η μελέτη θερμομόνωσης, ούτε ότι είχε συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των διαδίκων κάτι τέτοιο ή ότι είχε υποσχεθεί ο αναιρεσίβλητος την ύπαρξη αυτής της τεχνικής ιδιότητας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ως προς το ζήτημα τούτο έγιναν δεκτά κατά λέξιν τα ακόλουθα: "Στην αρμόδια Πολεοδομία, στην οποία απευθύνθηκε ο πιο πάνω διορισμένος από το παρόν δικαστήριο πραγματογνώμονας, δεν ανευρέθηκε εγκεκριμένη μελέτη θερμομόνωσης, και συνεπώς δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν έχει εφαρμοσθεί τέτοια μελέτη και αν έχει γίνει υγρομόνωση και θερμομόνωση στην οροφή της ένδικης οικίας.
Και ναι μεν κατά την αυτοψία που έκανε ο παραπάνω πραγματογνώμονας διαπιστώθηκε ότι τα κεραμίδια ήταν τοποθετημένα επάνω σε καδρόνια, χωρίς ενδιάμεση θερμομόνωση και υγρομόνωση, ενώ και οι δοκοί και οι κολώνες ολόκληρης της οικοδομής δεν είχαν θερμομονωθεί, όμως δεν αποδείχθηκε αν πράγματι ήταν υποχρεωτική αυτή η θερμομόνωση, με βάση την εγκεκριμένη μελέτη κατασκευής της οικίας αυτής, και πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι κάτι τέτοιο είχε ρητά συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων και είχε ο εναγόμενος υποσχεθεί την ύπαρξη αυτής της ορισμένης και συγκεκριμένης τεχνικής ιδιότητας, που η έλλειψή της δεν συνιστά πραγματικό ελάττωμα, αλλά αντίθετα η ύπαρξή της συνιστά προσόν της κατασκευής, το οποίο θα έπρεπε, ..., να είχε ρητά συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, πράγμα που από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε, ...".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος ήταν ο κατασκευαστής της οικοδομής, ενώ αυτός ήταν ο πωλητής του διαμερίσματος (μεζονέτας) που αγόρασε η αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι οι διατάξεις του ως άνω π.δ/τος "Περί εγκρίσεως κανονισμού διά την θερμομόνωσιν των κτιρίων" θεμελιώνουν υποχρεώσεις του κατασκευαστή και όχι του πωλητή μιας οικοδομής, εκτός αν οι δύο αυτές ιδιότητες συμπίπτουν στο αυτό πρόσωπο, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Εξάλλου, κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο με τις παραδοχές αυτές έκρινε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι δεν αποδείχτηκε ότι είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων μια τέτοια συμφωνία.
Με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3, 13 παρ. 1, 2 και 3 και 12 του κτιριοδομικού κανονισμού (Φ.Ε.Κ. 59/1989 τ. Δ') σχετικά: α) με τις ιδιότητες των τοίχων, και ειδικότερα σε ζητήματα υγρομόνωσης, β) με τον τρόπο κατασκευής των κλιμάκων μιας οικοδομής, και ειδικότερα ως προς τα ύψη και τα πατήματα των βαθμίδων (σκαλοπατιών), και γ) με την ηχομόνωση και ηχοπροστασία της οικοδομής, ενέργειες που είναι υποχρεωτικές για τον κατασκευαστή μιας οικοδομής, και συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι υπήρχαν υγρασίες σε διάφορα μέρη εξωτερικών τοίχων της οικοδομής, ότι πολλά από τα σκαλοπάτια των κλιμάκων που οδηγούν από το υπόγειο μέχρι τη σοφίτα είναι εκτός προδιαγραφών, είτε γιατί έχουν ανισομερή ύψη ή πατήματα, είτε γιατί έχουν κακή κλίση, και τέλος, ότι δεν εφαρμόσθηκε από τον κατασκευαστή η μελέτη ηχομόνωσης στην οικοδομή, έκρινε ότι η μεν υγρασία οφείλεται στη χρήση της οικοδομής επί μία 12ετία μέχρι τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, οι δε κακοτεχνίες στις σκάλες της οικοδομής δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο σε μια οικοδομή, για δε τη μελέτη της ηχομόνωσης ότι δεν είναι υποχρεωτική από την Πολεοδομία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος ήταν ο κατασκευαστής της οικοδομής, ενώ αυτός ήταν ο πωλητής του διαμερίσματος (μεζονέτας) που αγόρασε η αναιρεσείουσα, και οι αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις του κτιριοδομικού κανονισμού θεμελιώνουν υποχρεώσεις του κατασκευαστή και όχι του πωλητή μιας οικοδομής, εκτός αν οι δύο αυτές ιδιότητες συμπίπτουν στο αυτό πρόσωπο, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με τα άρθρα 534 και 535 Α.Κ., που έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, που άρχισε να ισχύει από τις 21-8-2002, χρόνο δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α-192), ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, ενώ κατά το άρθρο 540 ΑΚ στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος.
Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η προς το χειρότερο παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στη χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πωλήσεως.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 1544/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο επικαλείται ότι, αν και δέχθηκε το Εφετείο την ύπαρξη σειράς κακοτεχνιών στην οικοδομή, και συγκεκριμένα ότι: α) τα κεραμίδια της οικοδομής είναι τοποθετημένα στα καδρόνια, χωρίς ενδιάμεση θερμομόνωση και υγρομόνωση, β) οι δοκοί και οι κολώνες όλης της οικοδομής δεν έχουν θερμομονωθεί, γ) λόγω κακής τοποθετήσεως υπάρχουν διάσπαρτα "κούφια" πλακάκια στο μπαλκόνι, στον ακάλυπτο χώρο και στο δώμα του Α' ορόφου, συνολικής επιφάνειας 18,31 μ2, δ) στο κεντρικό κλιμακοστάσιο της κατοικίας που οδηγεί από το υπόγειο στη σοφίτα και διέρχεται από το ισόγειο και τον Α' όροφο, 12 σκαλοπάτια σε σύνολο 39 παρουσιάζουν κακή κλίση και ε) στις βεράντες του διαμερίσματος σχεδόν στο σύνολό τους έχουν δοθεί από τον κατασκευαστή λάθος κλίσεις για τη διαφυγή των υδάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συσσώρευση αυτών, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα ελαττώματα αυτά δεν είναι ουσιώδη, ότι είναι σύνηθες φαινόμενο στις κατασκευές και δεν εμποδίζουν τη χρήση τους, ούτε μειώνουν την αξία τους, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στις αρχές της εμπορικής πραγματικότητας και τις γενικές τεχνικές αρχές και επιστημονικές γνώσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι νεόδμητες οικοδομές, όπως η δική της, δεν εμφανίζουν σωρεία κακοτεχνιών στην πρώτη διετία της χρήσης τους ως σύνηθες φαινόμενο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για τις ελλείψεις αυτές και τα ελαττώματα που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Για το ζήτημα της θερμομόνωσης και υγρομόνωσης, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν υποχρεωτική η θερμομόνωση, με βάση την εγκεκριμένη μελέτη κατασκευής της οικίας αυτής, και πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι κάτι τέτοιο είχε ρητά συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, ούτε ότι ο εναγόμενος είχε υποσχεθεί την ύπαρξη αυτής της ορισμένης και συγκεκριμένης τεχνικής ιδιότητας, και κατά συνέπεια το δικαστήριο δέχθηκε ότι η μη ύπαρξη θερμομόνωσης στη στέγη, τους δοκούς και τις κολώνες καθώς και υγρομόνωσης στο διαμέρισμα της αναιρεσείουσας δεν συνιστούσε ελάττωμα, ούτε έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας.
Περαιτέρω, ως προς τα "κούφια" πλακάκια, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι λόγω κακής τοποθετήσεως υπάρχουν διάσπαρτα "κούφια" πλακάκια στο πίσω μπαλκόνι, στον ακάλυπτο του Α' ορόφου, στο δώμα του Α' ορόφου, στο λουτρό του Α' ορόφου, στο μπροστινό μπαλκόνι του Α' ορόφου, στο υπόγειο, στο σαλόνι του ισογείου, στην κουζίνα του ισογείου, στο πίσω μπαλκόνι του ισογείου, στη σοφίτα και στο μπροστινό μπαλκόνι της σοφίτας, συνολικής επιφάνειας 18,31 τ.μ.
Ως προς το χαρακτηρισμό ενός πλακιδίου ως "κούφιου", το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι από τεχνικής απόψεως και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας ως τέτοιο θεωρείται το πλακάκι στο οποίο η λάσπη επικολλήσεως στο δάπεδο δεν καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια, με αποτέλεσμα να παραμένουν κενά κάτω από το πλακάκι, αν τα κενά δε αυτά είναι ομοιόμορφα και το ποσοστό τους σε σχέση με την επιφάνεια είναι ίσο ή μεγαλύτερο του 30%, τότε το πλακάκι θέλει αντικατάσταση.
Εξάλλου, ως προς το συγκεκριμένο ελάττωμα το Εφετείο αποφαίνεται, με βάση και την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, ότι τα "κούφια" πλακάκια στη μεζονέτα της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνουν τα 18,31 τ.μ. σε σύνολο δαπέδου οικοδομής 118,76 τ.μ., για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κακοτεχνία αυτή δεν συνιστά κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες ελάττωμα, που να αναιρεί τη χρήση ή να μειώνει την αξία του διαμερίσματος, αφού, με βάση και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η πιθανότητα να χρειασθούν αλλαγή θα εμφανισθεί μετά από 30 έτη και αυτή θα αφορά μόνο το 10% του συνόλου τους, δηλαδή (18,31 Χ 10% = 1,83 τ.μ.) μόνο 2 τ.μ.
περίπου πλακάκια. Περαιτέρω, ως προς το κεντρικό κλιμακοστάσιο της οικοδομής το Εφετείο δέχθηκε ότι σε δώδεκα (12) από τα σκαλοπάτια, σε σύνολο 39 σκαλοπατιών, παρατηρείται κακή κλίση και ίσως αυτά χρειάζονται διόρθωση, πλην όμως κατά την κρίση του δικαστηρίου το ελάττωμα αυτό δεν είναι ουσιώδες, δεδομένου ότι σε όλες τις κατασκευές κάποια από τα σκαλοπάτια μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλήρως στο σχετικό τεχνικό τύπο και να μην έχουν την πλέον ευνοϊκή αναλογία μεταξύ πλάτους και ύψους, δεν αναιρούν όμως την ακώλυτη πρόσβαση και χρήση της σκάλας στο σύνολό της, και συνεπώς δεν μειώνουν την αξία της κατοικίας, την οποία άλλωστε χρησιμοποιούσε η ενάγουσα - αναιρεσείουσα για μια διετία πριν την έγερση της αγωγής.
Τέλος, ως προς τις βεράντες του διαμερίσματος, το Εφετείο δέχθηκε ότι πράγματι έχουν δοθεί λάθος κλίσεις από τον κατασκευαστή για τη διαφυγή των νερών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συγκέντρωση αυτών, πλην όμως κατά την κρίση του το πραγματικό αυτό ελάττωμα δεν είναι ουσιώδες και είναι σύνηθες φαινόμενο στις κατασκευές οικιών, των οποίων και δεν εμποδίζει τη χρήση, ούτε μειώνει την αξία τους, έστω και αν απαιτείται προς αντιμετώπισή του η επιμελέστερη απομάκρυνση των νερών που τυχόν συγκεντρώνονται λόγω βροχής και πλυσίματος των βεραντών, ενισχυτικό δε της κρίσεως αυτής του δικαστηρίου απετέλεσε το γεγονός ότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα είχε στην κατοχή της το διαμέρισμα επί μία διετία και δεν διαμαρτυρήθηκε για το πρόβλημα αυτό, γιατί και η ίδια δεν το θεωρούσε ουσιώδες.
Ωστόσο, οι κακοτεχνίες αυτές στα πλακάκια, το κλιμακοστάσιο και τις βεράντες, που εκτέθηκαν παραπάνω, αποτελούν ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα, αφού, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, συνιστούν παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση προς το χειρότερο, και η οποία οφείλεται στον ατελή τρόπο κατασκευής του διαμερίσματος (μεζονέτας) στα συγκεκριμένα σημεία και έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος και στη χρησιμότητα αυτού.
Κατόπιν αυτού, ο ως άνω λόγος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως τυγχάνει κατά ένα μέρος βάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του μόνο τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, υποχρεούται πάντως το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα και σε καταφατική περίπτωση ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 544/2005 - ΑΠ 1137/2001).
Με τον τρίτο εκ των πρόσθετων λόγων η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ενώ επικαλέσθηκε με την αγωγή της και επανέλαβε με τις προτάσεις της κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος της υποσχέθηκε και τη διαβεβαίωσε κατά το χρόνο παραδόσεως σ' αυτήν ότι η διώροφη μονοκατοικία (μεζονέτα) που της πώλησε ήταν χωρίς ελαττώματα και ότι είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη και την τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, που ήταν προσαρτημένη στο εργολαβικό συμβόλαιο, αλλά ότι η οικία αυτή είχε κρυμμένα ελαττώματα, τα οποία άρχισαν να εμφανίζονται σταδιακά από το καλοκαίρι του 1996, επικαλέσθηκε δε και προσκόμισε για την απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών το εργολαβικό συμβόλαιο και τη συνημμένη σ' αυτό συγγραφή υποχρεώσεων, μνεία των οποίων γινόταν και στο πωλητήριο συμβόλαιο, το Εφετείο ωστόσο, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες των ως άνω διατάξεων, δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό της αυτό, ούτε έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε και τα οποία αποδείκνυαν τη ρητή συνομολόγηση και τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου - αναιρεσίβλητου για τις συγκεκριμένες τεχνικές ιδιότητες και προδιαγραφές της οικοδομής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρέβλεψε τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας αλλά τον εκτίμησε, έθεσε σχετικό θέμα αποδείξεως στον πραγματογνώμονα και τελικά τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται όσα κατά λέξη αναφέρθηκαν παραπάνω κατά την ανάπτυξη του μόνου λόγου του κυρίως δικογράφου ενώ σε προγενέστερο σημείο της ίδιας αποφάσεως αναφέρεται ότι "ο εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα ...
διώροφη μονοκατοικία ..., την οποία ο ίδιος είχε αποκτήσει ... από τον εργολήπτη κατασκευαστή ..., σε εκτέλεση του με αριθμό .../23-12-1991 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου". Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται φανερό ότι το Εφετείο και έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό για την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωληθέντος διαμερίσματος και έθεσε στον πραγματογνώμονα συγκεκριμένο ερώτημα για την ύπαρξη ή όχι μελέτης για τη θερμομόνωση και υγρομόνωση του κτηρίου και εκτίμησε τον ισχυρισμό αυτό με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και το εργολαβικό συμβόλαιο με τη συνημμένη σ' αυτό συγγραφή υποχρεώσεων μεταξύ του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, ως οικοπεδούχου, και του εργολάβου κατασκευαστή, έγγραφο το οποίο ρητά αναφέρεται στην απόφαση.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11γ' ΚΠολΔ, τυγχάνει αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Δεν υπόκειται επίσης η εκτίμηση των αποδείξεων και στην περίπτωση ακόμη που η αιτιολογία που αναφέρεται σ' αυτήν είναι ελλιπής, εφόσον το συμπέρασμα που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι σαφές. Ενόψει τούτων ο τέταρτος πρόσθετος λόγος των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς που θεμελίωναν το αγωγικό της δικαίωμα για αποζημίωση λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων στην οικοδομή που αγόρασε από τον αναιρεσίβλητο, χρησιμοποιώντας επανειλημμένα τη φράση "είναι σύνηθες φαινόμενο σε κάθε κατασκευαστή" ή άλλες ανάλογες εκφράσεις, χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε πραγματικού περιστατικού, που να δικαιολογεί τις φράσεις αυτές και την υπαγωγή τους στα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πολλές φορές επικαλέσθηκε, για να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση της για την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων μειωτικών της αξίας και της χρησιμότητας της οικίας αυτής, πλήττει την ουσιαστική κρίση του εφετείου, χωρίς με τα προβαλλόμενα να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και κατόπιν τούτου ο τέταρτος πρόσθετος λόγος τυγχάνει απαράδεκτος.
Πρέπει επομένως να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (άρθρο 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
Αναιρεί μερικώς την 4998/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ