Legislator Case Law & Legislation
1814/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court judgment for failure to consider new facts affecting damages claim.

Case Number 1814/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal against the second defendant but allowed the appeal regarding the first defendant. The appellant argued that the appellate court erred by ignoring facts showing the first defendant owed significant damages for withheld apricot payments. The court found these facts material to the case outcome and ordered the case remitted to a new panel of judges for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those who were parties in the original trial and against whom the alleged error could have affected the judgment, and if new facts materially influence the outcome, the decision is remitted for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new facts consideration damages claim remittal for retrial appellate procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 383 of the Civil Code
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1814 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1814/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΒΕΡΜΙΟΥ" και κατά συντομογραφία "ΓΕΣΠΟΒ", που εδρεύει στη Σκύδρα Ν. Πέλλας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζηβασιλειάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14-5-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ..

Των αναιρεσιβλήτων : 1)Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Β. ΚΟΤΖΑΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΝΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΑΛΙΓΚΑΡ Α.Ε.", που εδρεύει στα Σεβαστειανά του Δήμου Σκύδρας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17-7-1995 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 79/1996 μη οριστική, 79/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1426/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουλίου 2003 αίτησή της και τους από 25 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνου του αντιδίκου του αναιρεσείοντος στην κατ' έφεση δίκη, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια, και ως προς τον οποίο, συνακόλουθα, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός.

Στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσίβλητος .... είχε εναχθεί πρωτοδίκως, από την αναιρεσείουσα, μετά της πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε. με την επωνυμία "ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΤΖΑΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" ως εις ολόκληρο ενεχόμενος από αδικοπραξία.

Η έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία είχε στραφεί και εναντίον του ως άνω ομοδίκου της αναιρεσίβλητης Α.Ε, έγινε δεκτή και κατά μερική παραδοχή της από 5.6.1995 αγωγής υποχρεώθηκε και με προσωπική του κράτηση να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό. Οι λόγοι της αναιρέσεως πλήττουν μόνο το κεφάλαιο εκείνο της απόφασης που αφορά την από 17.7.1995 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, η οποία συνεκδικάστηκε με την προηγούμενη και έγινε πρωτοδίκως κατά ένα μέρος δεκτή, η δε έφεση της τελευταίας κατ' αυτής απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Κατ' ακολουθία, η αναίρεση απαραδέκτως στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, τον οποίο δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες, γι' αυτό και κατά το μέρος της αυτό που στρέφεται κατά του εν λόγω 2ου αναιρεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 516, 340, 341, 383 και 385 ΑΚ, συνάγεται ότι στην αμφοτεροβαρή σύμβαση πώλησης, αν ο πωλητής εκπληρώσει μερικά την παροχή του και δεν την ολοκληρώσει, ο αγοραστής έχει ως προς το καθυστερούμενο τμήμα της παροχής δικαίωμα να τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή.

Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση όχι όμως να απαιτήσει την παροχή. Τα τελευταία αυτά δικαιώματα γεννιούνται υπέρ του αγοραστή και χωρίς να ορίσει προθεσμία εκπλήρωσης και να δηλώσει ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή στην περίπτωση που από την όλη στάση του πωλητή προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο.

Πότε συμβαίνει τούτο κρίνεται κατά τούς όρους τής συναλλακτικής καλής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως όταν ο πωλητής δηλώνει ρητά ότι δεν θα εκπληρώσει την παροχή του ή όταν κωφεύει στις επανειλημμένες οχλήσεις του αγοραστή ή γενικότερα δείχνει πλήρη αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής.

Το άρθρο 386 ΑΚ, εξάλλου, ρυθμίζει ειδικά την υπερημερία του οφειλέτη να εκπληρώσει ορισμένη τμηματική παροχή μιας ενιαίας σύμβασης. Ζήτημα εφαρμογής της διάταξης αυτής ανακύπτει σε συμβάσεις που είναι μεν ενιαίες, αλλά των οποίων η παροχή χωρίζεται σε περισσότερα από ένα - αυτοτελή μεταξύ τους - τμήματα, τα οποία εκπληρώνονται κατά διαδοχικά χρονικά διαστήματα, οπότε ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση ή να υπαναχωρήσει, αλλά μόνον για τη συγκεκριμένη παροχή ως προς την οποία ο οφειλέτης είναι υπερήμερος, ενώ ως προς τις υπολειπόμενες τμηματικές παροχές ο δανειστής έχει τα ίδια δικαιώματα εφόσον η καθυστέρηση ως προς την τμηματική παροχή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε ο δανειστής να μην έχει πλέον συμφέρον για το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης ή αν υπάρχει βάσιμος φόβος μη εκπλήρωσης των υπολειπόμενων παροχών.

Δεν υπάγεται όμως στην έννοια της περιοδικής ή διαδοχικής παροχής, και επομένως δεν εμπίπτει στην ρύθμιση της άνω διάταξης του άρθρου 386 ΑΚ, η περίπτωση κατά την οποία η μια παροχή θα εκπληρωθεί σταδιακά σε δόσεις, και συνεπώς ο χρόνος δεν έχει σημασία για το μέγεθος και το περιεχόμενό της. Έτσι επί συμβάσεως πωλήσεως πραγμάτων κατά γένος ορισμένων, όταν τα μέρη απέβλεψαν σε μια συνολική ποσότητα με μια συνολική τιμή και η ποσότητα αυτή συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικώς σε βραχύ χρονικό διάστημα ή όταν ο αγοραστής συμφωνήθηκε να καταβάλλει το τίμημα σε δόσεις, πρόκειται για στιγμιαία παροχή διότι η τμηματική καταβολή αφορά τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής και δεν επηρεάζει το μέγεθος της τελευταίας.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης Α.Ε., εκτιμώμενο από τον Άρειο Πάγο, ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ισχυρίσθηκε αυτή ότι η αναιρεσείουσα Γ.Ε.Σ.Π.Ο.Β. με το από 18.7.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό της πώλησε 2.500.000 κιλών συμπύρηνα ροδάκινα αντί 60 δρχ.

το κιλό προκειμένου να τα εμπορευθεί μετά από βιομηχανική επεξεργασία τους. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η αναιρεσίβλητη άρχισε να της παραδίδει καθημερινώς φορτία με ροδάκινα, της είχε δε παραδώσει 90 φορτία συνολικού βάρους 1.051.065 κιλών, μέχρι και την 20.8.1004. Έκτοτε αρνήθηκε να παραδώσει την υπόλοιπη ποσότητα, αδιαφορώντας για τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει.

Καθημερινώς επισκέπτονταν τις εγκαταστάσεις της στο Μαυροβούνι της Σκύδρας υπάλληλοι της για την παραλαβή ροδάκινων προκειμένου να συνεχιστεί η αποστολή, αλλά αυτή αρνείτο αδικαιολόγητα να εκτελέσει το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης, 1.448.935 κιλά, αν και διέθετε τεράστιες ποσότητες, τις οποίες απέσυρε, με την προσχηματική δικαιολογία ότι δεν είχε δυνατότητα πώλησής τους.

Ενόψει της συνεχιζόμενης άρνησής της, την 1.9.1994 η αναιρεσείουσα της απέστειλε έγγραφη διαμαρτυρία με την οποία ζητούσε να της παραδώσει την υπόλοιπη συμφωνημένη ποσότητα έως το τέλος της παραγωγικής περιόδου, τέλη Ιουλίου έως τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, της εφιστούσε την προσοχή ότι αυτή έπρεπε να επεξεργάζεται τα ροδάκινα κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, και ότι θα είχε "τεράστιες ζημίες" αν δεν παρέδιδε το βιομηχανοποιημένο προϊόν στους αγοραστές της, για τις οποίες θα ζητούσε από αυτήν [αναιρεσείουσα] πλήρη αποκατάσταση λόγω της αδικαιολόγητης άρνησής της.

Στη συνέχεια στην αγωγή η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι "...ουσιαστικά με την παραπάνω έγγραφη διαμαρτυρία της έταξε στην αναιρεσείουσα εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση της υποχρέωσής της και της δήλωσε ότι η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας αυτής θα καθιστούσε την παροχή της αδύνατη από αποκλειστική της υπαιτιότητα, και ότι η αναιρεσείουσα, παρά τις οχλήσεις της, εμμένοντας στην κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά της δεν εκτέλεσε τη σύμβαση, ούτε μέσα στην προθεσμία που της έταξε με την επιστολή της ούτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής...".

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την αγωγή της την καταβολή του ισάξιου σε δραχμές, κατά την 31.10.1994, 724.467 μάρκων Γερμανίας, ήτοι 193.814.87 δρχ., για την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους της από την μερική μη εκπλήρωση της παροχής της αναιρεσείουσας, διότι εξ αιτίας της υπερημερίας της δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις που είχε αναλάβει απέναντι σε γερμανικές εταιρείες με συμβάσεις μεταπώλησης των βιομηχανοποιημένων προϊόντων της, τα οποία έπρεπε να παραδώσει μέχρι την άνω ημερομηνία, 30.10.1994, από την εκτέλεση των οποίων το κέρδος της αυτό θα επερχόταν με βάσιμη πιθανότητα.

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, ορθώς αξιολογούμενα, η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε: α] σύμβαση στιγμιαία, δηλαδή πώληση συγκεκριμένης ποσότητας ροδάκινων με συγκεκριμένο τίμημα, η παράδοση της οποίας θα γινόταν τμηματικά [καθημερινώς] από την κατάρτιση της σύμβασης μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, την λήξη δηλαδή της συγκομιδής των ροδάκινων, β] μερική υπερημερία της αναιρεσείουσας λόγω της υπαίτιας μερικής μη εκπλήρωσης της παροχής της, και γ] το πραγματικό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 385 ΑΚ, αφού οι επικαλούμενες προφορικές διαμαρτυρίες από την πρώτη ημέρα που η αναιρεσείουσα σταμάτησε την τμηματική παράδοση, το περιεχόμενο του εξώδικου και η μεταγενέστερη στάση της δημιουργούν, κατά αντικειμενική αντίληψη, τη βεβαιότητα ότι δεν θα εκπληρώσει τη σύμβαση κατά το υπόλοιπο μέρος της, και ότι η άρνησή της αυτή είναι οριστική.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο εκτιμώντας την αγωγή, δέχθηκε ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω μερικής μη εκπλήρωσης της σύμβασης η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείτο τις προϋποθέσεις του άρθρου 383 ΑΚ [αφού με το εξώδικό της δεν όριζε κάποια προθεσμία], αλλά επικαλείτο πράγματι την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ, δηλαδή ότι από την συμπεριφορά της ήταν άσκοπο να τάξει προηγουμένως στην υπερήμερη αναιρεσείουσα εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως και να της δηλώσει ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος αποζημιώσεως λόγω μερικής μη εκπλήρωσης της σύμβασης, ορθά δε και σύμφωνα με το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο αυτής, λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της, και δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν σ' αυτή και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 8, ο τέταρτος από τον αριθ. 1, ο έκτος από τους αριθ. 1 και 8 και ο τέταρτος πρόσθετος από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδονται στην απόφαση οι άνω πλημμέλειες είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 288 και 374 ΑΚ, προϋπόθεση της αξίωσης από το δανειστή κατά του υπερήμερου οφειλέτη αποζημίωσης για τη μη εκπλήρωση αμφοτεροβαρούς σύμβασης είναι να τηρεί και αυτός πιστά τις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του και ιδίως να έχει προεκπληρώσει τη βαρύνουσα αυτόν αντιπαροχή, αν έχει την προς τούτο υποχρέωση, ή να είναι σε ετοιμότητα προς εκπλήρωση αυτής, ή να μην έχει καταστεί ήδη υπερήμερος ως προς την εκπλήρωσή της.

Αν ο δανειστής δεν εκπληρώνει τη δική του παροχή θα ήταν αντίθετο προς την καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ) και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 374 ΑΚ να ασκεί μονομερώς το ανωτέρω δικαίωμά του από την αμφοτεροβαρή σύμβαση [ΑΠ 883/2000]. Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ προκύπτει ότι ο κανόνας είναι πως τα μέρη υποχρεούνται σε ταυτόχρονη εκπλήρωση των παροχών τους, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο, πράγμα που επιτρέπεται λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης.

Επί συμβάσεως πωλήσεως, στην οποία τόσο η παροχή του πωλητή, όσο και η παροχή του αγοραστή εκπληρώνονται σταδιακά, κατά την εκτιθέμενη στην προηγουμένη σκέψη [υπό ΙΙ] έννοια, όταν ο αγοραστής καθυστερεί την πληρωμή μέρους του τιμήματος που αντιστοιχεί στην τμηματική παροχή που εκπληρώθηκε από τον πωλητή, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, αφού η υποχρέωση προς την τμηματική πληρωμή του τιμήματος εμπίπτει εντός του χρόνου εκτελέσεως της συμβάσεως.

Η ένσταση αυτή μπορεί να ασκηθεί και εξώδικα, ως απάντηση σε εξώδικη πρόσκληση [π.χ. όχληση] του δανειστή προς τον οφειλέτη της υπόλοιπης παροχής για εκπλήρωσή της, έχει δε ως συνέπεια, όπως και το συγγενές δικαίωμα επισχέσεως, α] την αποτροπή της υπερημερίας του οφειλέτη, δηλαδή η όχληση του δανειστή και η καθυστέρηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη δεν συνεπάγονται υπερημερία του, και β] την υπερημερία του δανειστή, αν είναι μεν πρόθυμος να δεχθεί την υπόλοιπη παροχή, αλλά δεν προσφέρει στον οφειλέτη την οφειλόμενη αντιπαροχή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την άνω έννοια, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σ' αυτούς δε εντάσσονται και οι ενστάσεις, και συνεπώς η μη λήψη υπόψη τούτων ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, πρόβαλε με τις προτάσεις της, κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, ότι το τίμημα [60 δρχ. κατά κιλό] της ποσότητας ροδάκινων [2.500.000 κιλά] που πώλησε στην αναιρεσίβλητη, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται σταδιακά, ανάλογα με τις ποσότητες που θα παρέδιδε κάθε μήνα, και συγκεκριμένα μέσα σε 15 ημέρες από το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου θα λάμβανε χώρα κάθε παράδοση, ότι η αναιρεσείουσα από τις 17.7.94 έως 20.8.94 είχε παραδώσει 1.051.065 κιλά ροδάκινα, το τίμημα των οποίων ανερχόταν σε 63.063.900 δρχ., από το οποίο 38.327.520 δρχ.

αναλογούσε στην ποσότητα ροδάκινων που είχε παραδώσει τον μήνα Ιούλιο, και το οποίο αν και έπρεπε κατά τη συμφωνία να καταβληθεί μέχρι την 16.8.1994, η αναιρεσίβλητη δεν είχε καταβάλει, ότι, ενόψει του γεγονότος αυτού, από την 21.8.94 διέκοψε την εκτέλεση της σύμβασης και τα αρμόδια όργανά της δήλωσαν στην αναιρεσίβλητη ότι δεν θα παρέδιδε την υπόλοιπη ποσότητα εωσότου της κατέβαλε το ανωτέρω οφειλόμενο και καθυστερούμενο τίμημα, το οποίο, καθώς και εκείνο που αναλογεί στις ποσότητες που παρέδωσε από 1.8.94 έως 20.8.94 η αναιρεσίβλητη εξακολουθεί να της οφείλει.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που συνιστούν πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και στο Εφετείο κατ' ορθή εκτίμηση των προτάσεών της, είχαν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, αληθών υποτιθεμένων, στερούν από την αναιρεσίβλητη τα δικαιώματα του άρθρου 383 ΑΚ, και συνακόλουθα καθιστούν αβάσιμες τις προς καταβολή διαφυγόντων κερδών αγωγικές αξιώσεις της, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, οποίος κατά το αντίστοιχο μέρος του πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών.

Γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το αφορόν την περί αποζημιώσεως αγωγή της αναιρεσίβλητης κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΙ. Απορρίπτει την από 21.7.03 αίτηση της δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΒΕΡΜΙΟΥ" για αναίρεση της 1426/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον δεύτερο εκ των αναιρεσιβλήτων .... .

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.

ΙΙ. Αναιρεί την 1426/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΤΖΑΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη αυτή στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων σαράντα [1.640] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ