Legislator Case Law & Legislation
1813/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing a dishonored check, ruling the lower court's reasoning sufficient for a typical offense.

Case Number 1813/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing a dishonored check. The appellant argued that the lower court's judgment lacked sufficient reasoning, but the court held that the crime is a typical offense requiring only a summary of facts. Consequently, the court found the lower court's reasoning adequate and rejected the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79 para. 1 of Law 5960/1933; Art. 510 para. 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure: The crime of issuing a dishonored check is a typical offense where the lower court's summary of facts in the reasoning satisfies the requirement for specific and detailed justification, rendering a separate detailed analysis unnecessary.

Keywords

AI generated
issuing dishonored check typical criminal offense lack of reasoning appeal Supreme Court dismissal Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 79 para. 1 of Law 5960/1933
Art. 510 para. 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1813 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1813/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Κ. του Γ., κατοίκου ...,που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Νικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 1312/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "... ΑΕΒΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 5509/24.5.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 738/2018.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 23-5-2018 (αριθμ. πρωτ.5509/24-5-2018) αίτηση του Λ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1312/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.

Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του v. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.

Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σ?\ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ" είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρα κατηγορίας και αναγνωθέντα έγγραφα), δέχθηκε, ανελέγκτως κατά λέξη ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων: "......οι κατηγορούμενοι (δεύτερος εξ αυτών ο αναιρεσείων), στις 15.4.2011, 30.4.2011 και 16.5.2011 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... S.A.εξέδωσαν εν γνώσει τους τις αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας επιταγές που δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων. Ωστόσο στην πράξη τους αυτή, ωθήθηκαν λόγω οικονομικής δυσχέρειας καθότι η εφημερίδα την οποία εξέδιδαν, δεν είχε τα αναμενόμενα έσοδα από διαφημίσεις και πρέπει για το λόγο αυτό να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 845 2β Π.Κ.".

Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα καθώς και τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενο του Σ. Κ. ενόχους του ότι: "Στην .. στις 15.4.2011, 30.4.2011 και 10.5.2011, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με δ.τ. "... S.A." με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα τις κάτωθι 3 επιταγές:

1. Με αριθμό ...42-5 με ημερομηνία εκδόσεως 15/4/2011 ποσού "50.677,13", με ημερομηνία εμφανίσεως 19/4/2011.

2. Με αριθμό ...47-6 με ημερομηνία εκδόσεως 30/4/2011 ποσού "83.846,84", με ημερομηνία εμφανίσεως 2/5/2011.

3. Με αριθμό ...48-4 με ημερομηνία εκδόσεως 10/5/2011 ποσού "50.677,12", με ημερομηνία εμφανίσεως 10/05/2011.

για να πληρωθούν από την Τράπεζα ... σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με δ.τ. "... Α.Ε.Β.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτών.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933.

Ειδικότερα, παρά ως περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, η μερική παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό της απόφασης, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας αφού το τελευταίο,εν όψει του ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι "τυπικό", περιέχει αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, έτσι ώστε η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού από το διατακτικό να καθίσταται περιττή.

Εξάλλου, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", τις ειδικότερα αναφερόμενες τρεις (3), τυπικά έγκυρες, τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντικρίσματος και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση.

Παρά δε τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της γνώσεως αυτού ως προς τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής των ενδίκων επιταγών, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί υποκειμενικά ο απλός δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στην παραγωή των περιστατικών που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη, χωρίς να ενέχει αντίφαση ως προς τη συνδρομή αυτού η αναφορά στην αιτιολογία της απόφασης της ζημιογόνου πορείας της εκδότριας εταιρίας ήδη και πριν την έκδοση και εμφάνιση των ένδικων επιταγών προς πληρωμή.

Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθ' ο μέρος δε, υπό την επίκληση του άνω λόγου, επιχειρείται διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Σημειωτέον ότι η συζήτηση της υποθέσεως προχώρησε παρά την απουσία της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε.", διότι όπως προκύπτει από το 19-6-2018 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων Ειρηνοδικείου Κρωπίας Μ. Β. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2018 (αριθμ. πρωτ.5509/24-5-2018) αίτηση του Λ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1312/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ