Legislator Case Law & Legislation
1813/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where new arguments merely follow the original claim's historical basis.

Case Number 1813/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling regarding property ownership disputes. The appellant argued the appellate court erred by failing to consider specific historical facts supporting their claim, but the court ruled these arguments were merely continuations of the original claim's basis. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the new points did not constitute independent grounds for a different outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Arguments that merely follow the historical basis of the original claim do not constitute 'facts' under Article 559(8)(b) and therefore do not justify an appeal for non-consideration.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility historical basis of claim independent grounds non-consideration error property ownership dispute Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of Law 3127/2003
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 22(18) of the Judicial Costs Law

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1813 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1813/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Θεοδωρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 32/2016 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 7-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στο άρθρο 4 του Ν.3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τΑ67/19.3.2003) ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ.1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2000 τμ, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2". Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

‘ Ετσι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, του άρθρου 4 του Ν.3127/2003, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τμ, εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα έτη εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α και β του ίδιου νόμου και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη, είτε με αποβολή του νομέα.

Διατάραξη της νομής (η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη) υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή σ’ αυτό, συνιστά δε κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα, είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.

Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέως, η οποία αντιμετωπίζεται με αναγνωριστική αγωγή (άρθρ. 70 ΚΠολΔικ). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ.

Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν.3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ ΑΠ 15/2011). Από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει υπόψη ότι υφίσταται παρενόχληση, από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημόσιου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως, αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαρειά αμέλεια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως καθώς και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινωνικών ή θρησκευτικών σκοπών, είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα, είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινόχρηστου πράγματος.

Συνεπώς τα προαναφερθέντα και ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν.3127/2003. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Συνεπώς η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής εφαρμογή του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της επίδικης περιπτώσεως. Εξ ετέρου με τον ίδιο λόγο είναι δυνατόν υπό την επίφαση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου να αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ως προς τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του αναιρεσείοντος λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ. 1β και 2 του Ν.3127/2003: "Από την δεκαετία του 1920 ο πατέρας του ενάγοντος Κ.

Δ. κατείχε ένα οικόπεδο εμβαδού 452 τ.μ. μετά της επ’ αυτού παλαιάς αποθήκης εμβαδού 190 τ.μ., που βρίσκεται στην νυν Τοπική Κοινότητα ... του Ν.Καστοριάς, το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ’ αριθμ…. οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 1041 τ.μ., όπως αυτό οριοθετείται λεπτομερώς στην αγωγή. Με την υπ’ αριθμ.Β6717/13-8-1925 απόφαση του τότε Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο το αγρόκτημα ...

και με την υπ’ αριμ…./1929 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της τότε περιφέρειας Καστοριάς παραχωρήθηκε, με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Νόμου, στον Κ. Δ., ως κληρούχο, από την απαλλοτριωθείσα ως άνω έκταση, κλήρος συνολικού εμβαδού 42 στρεμμάτων, συνυπολογιζομένων των 4 στρεμμάτων που του αναγνωρίζονταν ως ιδιόκτητα.

Οι κληρούχοι του αγροκτήματος ..., μεταξύ των οποίων και ο Κ. Δ. με αιτήσεις τους προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Καστοριάς (ΕΑΚ) αιτήθηκαν "την νομιμοποίησιν των επί των υπ’ αυτών κατεχομένων οικοπεδικών εκτάσεων και την προσαύξησιν τούτων δι’ επαρκούς χώρου δια την ανέγερσιν ή συμπλήρωσιν κατοικιών και απαραίτητων εξαρτημάτων αυτών".

Με την υπ’ αριθμ….1938 απόφασή της η ΕΑΚ ενέκρινε "αφενός μεν την νομιμοποίησιν των ως άνω κατόχων κληρούχων επί της υφ’ ενός εκάστου τούτων κατεχομένης οικοπεδικής εκτάσεως... αφ’ ετέρου δε την συμπλήρωσιν αυτής γενησομένην κατά την ρυμοτομίαν του συνοικισμού και κατά το δυνατόν εν συνεχεία της υφ’ ενός εκάστου των ανωτέρω κατεχομένης εκτάσεως μέχρι της συμπληρώσεως υπό πάντων των ανωτέρω δικαιουμένων του μέσου όρου του εμβαδού του εν τω υπό κρίσιν συνοικισμώ καθορισθησομένου υπό της Επιτροπής διανομών οικοπέδου..." και χορήγησε "εις τους κατωτέρω αναγραφομένους-μεταξύ των οποίων και ο Κ.Δ.- οικόπεδα εμβαδού καθορισθησομένου κατά την ρυμοτομίαν του συνοικισμού αναλόγου προς την διανεμητέαν οικοπεδικήν ζώνην..".

Ο Κ. Δ. απεβίωσε το έτος 1954. Στους κληρονόμους του και συγκεκριμένα στους Β. Δ., χήρα Κ., Λ. Δ. (ενάγοντα), Κ. Δ., Φ. Δ., Χ. Δ., Γ. Κ. Δ. και Ό. Χ., οι οποίοι κατείχαν ήδη το υπ’ ... οικόπεδο, εμβαδού 150 τ.μ., και προς συμπλήρωση του βιώσιμου οικοπεδικού κλήρου, που είχε ορισθεί σε 1.000 τ.μ., παραχωρήθηκε με το από 6-10-1969 πρακτικό της Επιτροπής Οριστικών Διανομών και κατόπιν κληρώσεως το υπ’ αριθμ….

οικόπεδο, εμβαδού 1031 τ.μ.. Με το ίδιο πρακτικό χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο, προοριζόμενο για κοινοφελείς σκοπούς και ειδικότερα για την κατασκευή κοινοτικού καταστήματος το υπ’ αριθμ…. οικόπεδο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο. Στο όνομα των ως άνω κληρονόμων του αρχικού κληρούχου Κ. Δ. εκδόθηκε από την Διεύθυνση Γεωργίας το υπ’ .../1973 παραχωρητήριο που αφορά στα ανωτέρω αναφερόμενα οικόπεδα με αριθμούς ..., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως.

Με τις από κοινού αιτήσεις τους οι 1.Ε. Δ. και Λ. Δ., και 2.Μ. Δ., Μ. Φ. και Μ. Σ. ζήτησαν να τους χορηγηθεί το υπ’ ... οικόπεδο, επικαλούμενοι ότι επί του οικοπέδου αυτού οι ίδιοι είχαν παλαιά κτίσματα, τα οποία προϋπήρχαν της ρυμοτομίας. Με την υπ’ .../1981 απόφασή του το τότε κοινοτικό Συμβούλιο ... απέρριψε κατά πλειοψηφία την ως άνω αίτηση "επειδή στους ενδιαφερομένους εχορηγήθησαν και άλλα οικόπεδα εντός του οικισμού ...

κατά την ρυμοτομία που έγινε το έτος 1969 και ως διεπιστώθη.... η έκταση που θέλουν οι ενδιαφερόμενοι είναι κοινοτικό οικόπεδο .....". Μετά την εξέλιξη αυτή οι Ε. χήρα Μ. Δ. και Λ. Δ. με κοινή τους αίτηση προς την ΕΑΚ ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί του υπ’ ... οικοπέδου και η ΕΑΚ με την υπ’ .../1982 απόφασή της απέρριψε την αίτηση.

Στην συνέχεια η Ε. χήρα Μ.Δ. υπέβαλε νέα αίτηση στην ως άνω Επιτροπή Απαλλοτριώσεων με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς της σε τμήμα του υπ’ ... οικοπέδου, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ....1987 απόφαση της Επιτροπής.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ενάγων δεν νεμήθηκε αδιατάρακτα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το επίδικο οικόπεδο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, αφού, τουλάχιστον από το έτος 1969, οπότε παραχωρήθηκε με το από 6-10-1969 πρακτικό της Επιτροπής Οριστικών Διανομών και κατόπιν κληρώσεως το υπ’ αριθμ… οικόπεδο, εμβαδού 1031 τ.μ.

στους κληρονόμους του αρχικού κληρούχου και με το ίδιο πρακτικό χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο, προοριζόμενο για κοινοφελείς σκοπούς και ειδικότερα για την κατασκευή κοινοτικού καταστήματος το υπ’ ... οικόπεδο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, καθώς και στην συνέχεια με τις ως άνω απορριπτικές αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Καστοριάς, υφίστατο παρενόχληση των κληρονόμων του αρχικού κληρούχου, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του επιδίκου δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με τις ανωτέρω ενέργειες εκδήλωσε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο την βούλησή του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας και συνακόλουθα της νομής του στο επίδικο.

Σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν προσέβαλε την πράξη κυρώσεως της οριστικής διανομής, ούτε αιτήθηκε την παραχώρηση του διεκδικούμενου τμήματος ως κατεχομένου προηγουμένως από τον Κ.Δ. επειδή γνώριζε ότι το επίδικο ως διαθέσιμο ανήκε στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου και το πρώτον υπέβαλε σχετική αίτηση προς την ΕΑΚ (από κοινού με την Ε.

χήρα Μ. Δ.) στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που έκρινε ότι "πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης κυριότητας έναντι του δημοσίου του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ν.3127/2003" και έκανε δεκτή την αγωγή, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις σχετικές διατάξεις του ν.3127/2003, και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις.

Επομένως οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ. 1β και 2 του Ν.3127/2003. Ειδικότερα έγινε δεκτό ότι κατά την Οριστική Διανομή του αγροκτήματος ...

του Ν. Καστοριάς, που είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέο με την υπ’ αριθμ. …/1929 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων της τότε Περιφέρειας Καστοριάς και με το από 6.10.1969 πρακτικό της Επιτροπής Οριστικών Διανομών, δεν παραχωρήθηκε στους κληρονόμους του αποβιώσαντος το 1954 αρχικού κληρούχου Κ. Δ., μεταξύ των οποίων είναι και ο ενάγων-αναιρεσείων το επίδικο ακίνητο, που εκείνος (αρχικός κληρούχος) κατείχε από το 1920, αλλά τούτο ως τμήμα του υπ’ ...

οικοπέδου, επιφανείας 1041 τμ χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο για κοινοτικούς σκοπούς και ειδικότερα για την κατασκευή κοινοτικού καταστήματος. Στο όνομα των κληρονόμων του αρχικού κληρούχου παραχωρήθηκαν άλλα οικόπεδα, ενώ οι αιτήσεις προς αποχαρακτηρισμό του όλου οικοπέδου (υπ’ ...), που ο ενάγων έκανε από κοινού με άλλους απορρίφθηκαν με την υπ’ αριθμ. 22/1982 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Καστοριάς (ΕΑΚ) και προσέτι με την υπ’ αριθμ. ...1987 απόφαση της ίδιας Επιτροπής απορρίφθηκε η αίτηση προς αναγνώριση κυριότητας του τμήματος του οικοπέδου αυτού (υπ’ ...), την οποία ο ενάγων είχε υποβάλει από κοινού με την Ε.

χα Μ. Δ.. ‘ Ότι ενόψει τούτων υφίστατο τουλάχιστον από το 1969 παρενόχληση από το Δημόσιο των κληρονόμων του αρχικού κληρούχου (νομή του επιδίκου ως διαθεσίμου, απόρριψη των προαναφερθεισών αιτήσεων) και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται αδιατάρακτη νομή του ενάγοντα επί του επιδίκου κατά την προηγηθείσα της 19.3.2003 τριακονταετία μη συντρεχουσών ως εκ τούτου των προϋποθέσεων αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου του ενάγοντα έναντι του Δημοσίου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και ανεξάρτητα από το ότι το ένδικο ακίνητο, εφόσον γίνεται ανέλεγκτα δεκτό ότι ήταν προορισμένο για την εξυπηρέτηση κοινοτικού σκοπού δεν καταλαμβανόταν κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη από τις επίμαχες διατάξεις του προαναφερθέντος Ν.3127/2003, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό την επίφαση της παραβιάσεως των άρθρων 984 και 989 ΑΚ, αιτιάσεις που αφορούν σε κακή εκτίμηση των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις και ιδιαίτερα από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικότερα κατά τις αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου θα έπρεπε κατ’ εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και κατά τα προκύπτοντα από τις αποδείξεις και την απόλυτα αξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, να γίνουν δεκτά διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία (διαφορετικά περιστατικά) περιγράφονται διεξοδικά και που, κατά τον αναιρεσείοντα, θα οδηγούσαν σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι σε αποδοχή της αγωγής.

Ο λόγος αυτός κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς και λυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που συνάπτονται με την ιστορική βάση της αγωγής κατά τις οποίες το επίδικο χαρακτηρίστηκε ως προορισμένο για την εξυπηρέτηση κοινοτικού σκοπού μετά τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντα, ενώ απέβαλε τον χαρακτήρα αυτό όταν ματαιώθηκε ο σκοπός για τον οποίο είχε προοριστεί, καθώς και ότι στο πρόσωπο του ενάγοντα συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του επικαλούμενου νόμου, αφού αυτός και ο δικαιοδόχος πατέρας του νέμονται επί δεκαετίες το επίδικο και συντηρούν και επισκευάζουν την αποθήκη που είναι σ’ αυτό, αδιατάρακτα και με καλή πίστη.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ανεξάρτητα από το ότι λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, καθόσον συνάπτονται με την ιστορική βάση της αγωγής και ενόψει τούτου δεν στοιχειοθετείται η ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.7.2016 αίτηση του Λ. Δ. του Κ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 32/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ