Appeal against final judgment suspended pending Full Bench ruling on equal pay principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible for three appellants who were absent and suspended the proceedings for the remaining six. The lower court had ordered the NGO to pay €176 monthly allowances to all staff meeting specific criteria, including those not covered by the public sector salary scale. The NGO argued this violated constitutional equality principles, a matter previously referred to the Full Bench for a definitive ruling. To prevent contradictory judgments, the court suspended the appeal until the Full Bench resolves the constitutional issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518(1), 553(1)(b), 564(1) of the Code of Civil Procedure; Article 249 of the Code of Civil Procedure: When a legal issue of exceptional importance regarding the application of constitutional principles has been referred to the Full Bench, the appeal must be suspended to ensure uniformity of jurisprudence and avoid contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1813 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1813/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Προσχολικής Αγωγής - Αθλητισμού και Πρόνοιας Δήμου Περιστερίου", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του (αρχικώς διαδίκου) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ", που έδρευε στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείτο νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουδούρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Ε., 2) Π. Τ. του Κ., 3) Σ. Μ. του Α., 4) Α. Κ. του Σ., 5) Α. Π. του Κ., 6) Α. Κ. του Χ. και 7) Γ. Χ. του Π., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 4η και 7ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρηγανιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3ος, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου.
Εκδόθηκε η 159/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το (αρχικώς) αναιρεσείον με την από 16-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 24-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1, 553 παρ. 1 εδάφιο β' και 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που κατέστησαν τελεσίδικες και ασκείται από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι επίσης, για τον διαμένοντα στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 16-1-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 666 έως 676 ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 159/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10421/19-11-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Δ., η παραπάνω πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, στις 19 Νοεμβρίου 2007, στο εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ".
Η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/2008 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέας του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, στις 18 Ιανουαρίου 2008, από δε το υπ' αριθμ. 589/2014 πιστοποιητικό της Γραμματέας του Ειρηνοδικείου Περιστερίου προκύπτει ότι, έως και τις 31-3-2014, δηλαδή έως και την προηγούμενη ημέρα της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (1-4-2014), εκτός από την αναίρεση αυτή, κανένα άλλο ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 159/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Περιστερίου.
Εντεύθεν συνάγεται, ότι η κατά την 18η Ιανουαρίου 2008 ασκηθείσα υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, νομοτύπως, μετά την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ασκήθηκε, συνάμα δε και εμπροθέσμως, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών, γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους, κατ' αρχήν, τους διαδίκους, καθόσον, κατά το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (1-4-2014). Από το σχετικό πινάκιο, τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, το Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ", ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς διαδίκου (εναγομένου - αναιρεσείοντος) Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ", εκπροσωπήθηκε νομίμως στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουδούρη, από δε τους αναιρεσιβλήτους, η Γ.
Τ. (1η), η Π. Τ. (2η), η Α. Κ. (4η) και ο Γ. Χ. (7ος) εκπροσωπήθηκαν από το νομίμως διορισθέντα προς τούτο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρηγανιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, δηλαδή ο Σ. Μ. (3ος), η 1(5η) και η Α. Κ. (6η), δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Το νομίμως παριστάμενο ως άνω αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει έκθεση επιδόσεως αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, από την οποία να προκύπτει ότι οι παραπάνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι (3ος, 5η και 6η) κλητεύθηκαν νόμιμα για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο της υποθέσεως (αν το ίδιο το αναιρεσείον επισπεύδει τη συζήτησή της), ούτε προσκομίζει τυχόν επιδοθέν σ' αυτό (αναιρεσείον) αντίγραφο κλήσεως για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (αν τη συζήτηση επισπεύδουν οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι).
Επίσης, δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρίστανται νομίμως, δεδομένου ότι κανένας από αυτούς δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αρμόδιου δικαστικού επιμελητή. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται (νομότυπη) κλήτευση των μη παρισταμένων αναιρεσιβλήτων Σ.
Μ., Α. Π. και Α. Κ., ούτε αποδεικνύεται ότι επέσπευσαν οι ίδιοι τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς και να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτησή της ως προς τους νομίμως παρισταμένους αναιρεσιβλήτους Γ.
Τ., Π. Τ., Α. Κ. και Γ. Χ., ενόψει του ότι μεταξύ αυτών και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων υφίσταται απλή ομοδικία.
Επειδή κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, διότι η απαρίθμηση στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της διαφοράς, η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση του νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επίδικου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Περιστερίου, με την υπ' αριθμ. 159/2007 απόφασή του, δέχθηκε, ότι η μη χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στις ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, Γ. Τ. και Π. Τ., οι οποίες εργάσθηκαν στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και στους ενάγοντες, ήδη αναιρεσιβλήτους Α.
Κ. και Γ. Χ., οι οποίοι εργάσθηκαν σ' αυτό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (ως προς τους οποίους, κατά τα προαναφερόμενα, ερευνάται μόνο η υπόθεση), αμειβόμενοι όλοι τους σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (από 1-1-1984 με το Ν. 1505/1984, από 1-1-1997 με το Ν. 2470/ 1997 και από 1-1-2004 με το Ν. 3205/2003), συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδάφ.
β' του Συντάγματος), εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί πληρούσαν τη μοναδική προϋπόθεση για την χορήγηση της επίδικης παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, που είναι η υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Ακολούθως δε το Ειρηνοδικείο, με την ως άνω απόφασή του, δέχθηκε (εν μέρει) την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
να τους καταβάλει την επίδικη παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002. Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 13 του Ν. 2738/1999 και 14 του Ν. 3016/2002 και, όπως εκτιμάται, και των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος. Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επεκτάσεως ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορηγήσεως της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος και έχει ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση, όπως αναβληθεί (ανασταλεί), κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η έκδοση αποφάσεως επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επίσης, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και για τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους καταλογίζεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι παρά το νόμο συνυπολόγισε την επίδικη παροχή και στα επιδόματα εορτών και αδείας των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τη νομίμως προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων αυτών, καθόσον η ευδοκίμηση ή μη και των ως άνω λόγων αναιρέσεως εξαρτάται από την κρίση επί του ως άνω ζητήματος της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-1-2008 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Σ. Μ. (3ο), Α. Π. (5η) και Α. Κ. (6η). Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους Γ. Τ. (1η), Π. Τ. (2η), Α. Κ. (4η) και Γ. Χ. (7ο), εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθμ. 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ