Legislator Case Law & Legislation
1813/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of arguments not raised in lower court proceedings.

Case Number 1813/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred by accepting claims not explicitly stated in the original lawsuit, violating procedural rules. The court ruled that the appellant had previously raised these specific arguments during the first instance proceedings, rendering the new appeal grounds inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Article 562(2) of the Code of Civil Procedure; Article 118(4) and 566(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if based on a claim not legally proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, an error inherent in the judgment, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure procedural history property ownership legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1813 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1813/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μαργώνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσώπηκαν από τους πληρεξούσιος δικηγόρους τους Αθανάσιο Συρράκο και Αντώνιο Σταθάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-10-1997 και 17-4-1997 αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6211/1998 προδικαστική, 3722/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7303/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδωνας Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει, κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001 ).

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 1609/1999). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, υπό τα στοιχεία 1α και 1β η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι, μολονότι με τις προτάσεις της που κατέθεσε στο Εφετείο πρόβαλε την αιτίαση ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής είναι αόριστη και νόμω αβάσιμη διότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται τα στοιχεία που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και πιο συγκεκριμένα πράξεις νομής τους επί του επιδίκου και ότι οι δικαιοπάροχοι τους ήταν κύριοι του επιδίκου, όμως το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό της αυτό, δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής, λόγω της αοριστίας αυτής, και ακόμη παραβίασε ευθέως και τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, αφού αξίωσε στοιχεία λιγότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την ύπαρξη του δικαιώματος και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 8, 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Όμως, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αναιρεσείουσα είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η τελευταία δεν αναφέρει σ' αυτό (αναιρετήριο), ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είχε προβάλλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.

Επομένως ο λόγος αυτός (κατά τα ως άνω τμήματα του) είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση του περιεχομένου της έφεσης κατά της 3722/2003 πρωτόδικης απόφασης, τέτοιοι ισχυρισμοί, δηλαδή αντίστοιχοι λόγοι έφεσης, δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτό.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αγωγής αναγνώρισης της κυριότητας ακινήτου, όταν η κτήση της κυριότητάς του έγινε με παράγωγο τρόπο είναι ότι στον ενάγοντα μεταβιβάστηκε η κυριότητα του ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν.

Περαιτέρω καθορισμός του τρόπου κτήσης της κυριότητας από εκείνον που μεταβίβασε το ακίνητο δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητος. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, ο ενάγων έχει υποχρέωση να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο ο άμεσος δικαιοπάροχός του ή αν χρειασθεί και άλλοι δικαιοπάροχοι εωσότου φθάσει σε πρωτότυπη κτήση.

Εξάλλου, αν ο ενάγων στηρίζει την κυριότητά του στην τακτική χρησικτησία πρέπει να επικαλεσθεί τα στοιχεία αυτής (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, τη νομή με καλή πίστη στο ακίνητο και το χρόνο-10ετία), αν δε στην έκτακτη χρησικτησία την επί 20ετία νομή του με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.

γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.

Τέλος, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο εξετάζει βάση αγωγής, που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 637/1989). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, υπό τα στοιχεία 1γ και 1δ, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στο Εφετείο την, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάση της ένδικης αγωγής και εκείνη της χρησικτησίας, παρόλο που τέτοια βάση δεν περιέχεται στην αγωγή αυτή.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση του περιεχομένου των από 16-3-1998 και από 17-3-1998 προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της εναγομένης-αναιρεσείουσας και των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, η εναγομένη αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και οι τελευταίοι παραδεκτά με τις προτάσεις τους καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, καταστάντες έτσι και οι ίδιοι κύριοι του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως ο λόγος αυτός, κατά τα ως άνω τμήματά του, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφο, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, νοείται αυτό που προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. (ΑΠ 2059/2007, ΑΠ 1698/1991).

Συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα θέτει θέμα παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της από 15-1-2001 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού ..., είναι απαράδεκτος.

IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 7303/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ