Legislator Case Law & Legislation
1812/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on interest calculation but remands case for further proceedings.

Case Number 1812/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment regarding interest on a disputed fund. The lower court had ordered the appellant to pay specific principal amounts plus interest from the date of the lawsuit's filing. The Court ruled that while the principal sum was correct, the legal basis for calculating interest from the filing date required further examination by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573(1) and 254(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further proceedings when the lower court's decision on the principal claim is correct but the legal reasoning regarding ancillary claims, such as interest calculation, requires additional examination.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance interest calculation remand for further proceedings principal and interest Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 254(1) of the Code of Civil Procedure
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 216(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 655 of the Code of Civil Procedure
Article 341 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1812 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νίκη Κατσιαούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΕΝΤΟΜΑΪΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "Bentomine S.A.", η οποία εδρεύει στο Δήμο Κιμώλου Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, Δημήτριο Ζερδελή και Παναγιώτη Παρφύρη, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ων η κλήση: 1.Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2.S. D. του G., κατοίκου ..., και 3.Ε. Ε. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Κατά τη δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2024, είχαν εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Μπαλτά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία είχε καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία διορθώθηκε με την από 405/2023 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 6-6-2023 αίτησή της, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16ης - 1-2024, και εκδόθηκε η 910/2024 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομιθούν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 8-10-2024 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η καλούσα-αναιρεσείουσα με την από 8-10-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΚΛ 150/9-10-2024 κλήση της επισπεύδει νόμιμα νέα συζήτηση της από 6-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 538-63/21-6-2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 314/31-5-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς - όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμό 405/27-7-2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου - μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 910/20-6-2024 παρεμπίπτουσας απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο διέταξε να επαναληφθεί η συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 254 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) για να προσκομισθούν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας έγγραφα για να αποδειχθεί ότι το διοικητικό της συμβούλιο είχε παράσχει νόμιμα πληρεξουσιότητα α) στο Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Βερβεσό και β) στο Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δημήτριο Ζερδελή να παραστούν νόμιμα και να την εκπροσωπήσουν ως πληρεξούσιοι Δικηγόροι της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Με την από 6-6-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 538-63/21-6-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 314/31-5-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς - όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμό 405/27-7-2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 7-5-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2544-210/9-5-2021 εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 824/14-4-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την επομένη της έκδοσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε (άρθρο 556 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ) - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 και 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Ε. Κ. του Σ., κάτοικος ..., S. D.

του G. και Ε. Ε. του Κ., κάτοικοι ..., στην από 13-11-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12040-5963/13-11-2017 αγωγή τους - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και είχαν στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΕΝΤΟΜΑΙΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΙΜΩΛΟΥ-ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", το διακριτικό τίτλο "BENTOMINE S.A." και έδρα το Δήμο Κιμώλου Κυκλάδων - εξέθεσαν τα εξής :

Ότι είχαν καταρτίσει ο πρώτος στις 5-4-1999, η δεύτερη στις 19-1-2021 και η τρίτη από αυτούς στις 11-11-1998 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε παρείχαν σε αυτή την εργασία τους ως υπάλληλοι στα γραφεία της στον Πειραιά. Ότι εργάζονταν οκτώ (8) ώρες την ημέρα και πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού ο καθένας τους.

Ότι η εναγομένη από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2012 και εφεξής άρχισε να παραβιάζει τη συμβατική της υποχρέωση έναντί τους για καταβολή μισθών και των λοιπών ληξιπρόθεσμων αποδοχών, τις οποίες μπορούσαν νόμιμα να απαιτήσουν από αυτή. Ότι στις 26-6-2017 η εναγομένη όφειλε στον πρώτο από αυτούς υπόλοιπο δεδουλευμένων μισθών και λοιπών αποδοχών συνολικού ποσού 38.772,57 Ευρώ, στη δεύτερη συνολικό ποσό 14.431,73 Ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα συνολικό ποσό 6.845,72 Ευρώ από τις ίδιες αιτίες.

Ότι για το λόγο αυτό άσκησαν νόμιμα εναντίον της - ο πρώτος και η δεύτερη από αυτούς στις 26-6-2017, ενώ η τρίτη στις 19-5-2017 - επίσχεση εργασίας με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας, η οποία μάλιστα δεν έπαυσε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Ότι η εναγομένη στις 2-10-2017 επέδωσε στον πρώτο και στη δεύτερη από αυτούς εξώδικη δήλωση με την οποία τους γνωστοποίησε ότι, επειδή απείχαν από την εργασία τους, είχαν αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτή, μολονότι οι ίδιοι δεν είχαν εκδηλώσει τέτοια βούληση.

Ότι η δήλωση συνεπώς αυτή της εναγομένης αποτελεί άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του πρώτου και της δεύτερης από αυτούς, η οποία όμως πάσχει από ακυρότητα, διότι α) η εναγομένη δεν είχε καταβάλει σε αυτούς τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (άρθρο 1 του ν. 2112/1920 και 3 παράγραφος 1 του β.δ. της 16/18-7-1920) και, επιπλέον, β) επειδή είχε γίνει από κακοβουλία της και από εκδικητικότητα προς το πρόσωπό τους, όπως ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό αιτήθηκαν Α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως τις συμβάσεις εργασίας του πρώτου και της δεύτερης από αυτούς, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο από αυτούς το υπόλοιπο δεδουλευμένων και λοιπών ληξιπρόθεσμων αποδοχών συνολικού ποσού 38.772,57 Ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα για τις ίδιες αιτίες συνολικό ποσό 14.431,73 Ευρώ και στην τρίτη από αυτούς για τις ίδιες επίσης αιτίες συνολικό ποσό 6.845,72 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο κάθε επιμέρους απαίτηση είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, επικουρικά, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει νομιμότοκα ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν παρείχαν την εργασία τους στην εναγομένη, επειδή είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας για τις καθυστερούμενες αποδοχές τους με τους νόμιμους τόκους που αναλογούσαν σε αυτό από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, επικουρικά, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Η εναγόμενη-εργοδότρια αρνήθηκε την αγωγή και, επικουρικά, επικαλέσθηκε α) ότι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας εναντίον της (άρθρα 281 του ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) με συνέπεια να μην μπορούν να θεμελιώσουν οποιαδήποτε συμβατική τους υποχρέωση έναντί της και β) ότι είχε καταβάλει στους ενάγοντες τις επίδικες αποδοχές με συνέπεια η αγωγή τους εναντίον της να πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (άρθρα 416 του ΑΚ, 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 218 παράγραφος 1, 219 παράγραφοι 1 και 2, 614 παράγραφος 3 και 621 επ. ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 824/14-4-2021 απόφαση, με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και, αφού απέρριψε σιωπηρά την ένσταση που είχε προβάλει η εναγομένη ότι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, όπως και την ένσταση καταβολής, την οποία είχε προβάλει η ίδια διάδικος, δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και, ειδικότερα, α) αναγνώρισε ότι η εναγομένη είχε απολύσει ακύρως τους δύο πρώτους ενάγοντες και περαιτέρω, πρώτον, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής στον πρώτο ενάγοντα συνολικό ποσό 38.772,57 Ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων και λοιπών ληξιπρόθεσμων αποδοχών, στη δεύτερη ενάγουσα για τις ίδιες αιτίες συνολικό ποσό 14.431,73 Ευρώ και στην τρίτη από αυτούς για τις ίδιες επίσης αιτίες συνολικό ποσό 6.845,72 Ευρώ και, δεύτερον, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν παρείχαν την εργασία τους σε αυτή και, συγκεκριμένα, από 27-6-2017 έως και 31-12-2007, επειδή είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας για τις καθυστερούμενες αποδοχές τους, στον πρώτο ενάγοντα ποσό 7.360 Ευρώ, στη δεύτερη από αυτούς ποσό 6.709,86 Ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα ποσό 420 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης που προαναφέρθηκε την από 7-5-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 210/9-5-2021 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς - για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή που είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες εναντίον της.

Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 591 επ., 614 παράγραφος 3 και 621 επ. ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 314/31-5-2023 τελεσίδικη απόφαση - όπως αυτή διορθώθηκε στη συνέχεια με την υπ' αριθμό 405/27-7-2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου - με την οποία έκρινε α) ότι η ένσταση από τα άρθρα 591 παράγραφος 1, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 648, 325 και 281 του ΑΚ που είχε προβάλει η εκκαλούσα ως εναγομένη ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - και είχε επαναφέρει νομότυπα με τις προτάσεις της και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου (άρθρα 591 παράγραφος 1, 240, 527 αριθμός 1, 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, 648, 652, 325 και 281 ΑΚ) - ήταν αβάσιμη για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην απόφαση, αλλά β) ότι η εκκαλούσα-εναγομένη είχε καταβάλει μέρος των επιδίκων οφειλών της προς τη δεύτερη και την τρίτη από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες.

Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη ως προς τους εφεσιβλήτους που προαναφέρθηκαν, αλλά για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση. Το ίδιο Δικαστήριο στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση στην ουσία της και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή που είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες κατά της εκκαλούσας-εναγομένης και ειδικότερα:

α) αναγνώρισε ότι η από 2-10-2017 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του πρώτου και της δεύτερης από τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες έπασχε από ακυρότητα και, επιπλέον, β) υποχρέωσε την εκκαλούσα-εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο εφεσίβλητο-ενάγοντα για καθυστερούμενες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας συνολικό ποσό 46.082,57 Ευρώ και για τις ίδιες αιτίες στη δεύτερη εφεσίβλητη-ενάγουσα συνολικό ποσό 20.769,93 Ευρώ και στην τρίτη από αυτούς συνολικό ποσό 5.797 Ευρώ νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο των απαιτήσεών τους κατά της εκκαλούσας-εναγομένης είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα ανέλεγκτα (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) τα εξής: "[αποδεικνύονται τα ακόλουθα]: Η εκκαλούσα - εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία και έχει ως αντικείμενο εξορυκτικές και λατομικές δραστηριότητες, καθώς και την εμπορία των μεταλλευμάτων που εξορύσσονται από το λατομείο της στην νήσο Κίμωλο.

Η έδρα της κατά το καταστατικό της είναι στην Κίμωλο του Ν. Κυκλάδων, αλλά στην πραγματικότητα εδρεύει στον Πειραιά [...]. Οι εφεσίβλητοι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εκκαλούσα εναγομένη με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 5.4.1999 ο πρώτος, την 19.1.2001 η δεύτερη και την 11.11.1998 η τρίτη, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ αυτήν ως υπάλληλοι γραφείου οι πρώτος και τρίτη και υπάλληλος - καθαρίστρια η δεύτερη, άπαντες με 8ωρη ημερήσια απασχόληση επί πενθήμερο εβδομαδιαίως.

Από την πρόσληψή του ο καθένας παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του [...] στην εκκαλούσα [...] ανάλογα με τις προκύπτουσες ανάγκες κάθε φορά και σύμφωνα με τις εντολές και τις οδηγίες της εκκαλούσης. Ειδικότερα, ο πρώτος των εφεσιβλήτων, εκτός από την εργασία που παρείχε στην εκκαλούσα, εργαζόταν μέχρι και το έτος 2016, (χωρίς προσθετή αμοιβή), και για λογαριασμό της ναυτιλιακής εταιρείας του ομίλου [...] έχοντας κυρίως την ευθύνη της αγοράς ανταλλακτικών και εφοδίων [...] και της μεταφοράς τους με δικό του όχημα στα ελλιμενισμένα πλοία της σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας ή και του εξωτερικού.

Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του διαμορφώθηκαν το 2009 στο ποσό των 2.184 ευρώ και παρέμειναν στο ποσό αυτό με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2016 έως την 31.12.2017, που με νέα τροποποιητική συμφωνία μειώθηκαν στο ποσό των 1.200 ευρώ μεικτά. Πέραν του ποσού αυτού ελάμβανε μέχρι το έτος 2016 και το ποσό των 300 ευρώ περίπου κατά μήνα από την εταιρεία [...] για έξοδα κινήσεως, κατά κανόνα χωρίς επίσημα παραστατικά [...] διότι δεν φαινόταν στα βιβλία της εταιρείας αυτής ως εργαζόμενος.

Με απλή απόδειξη, επίσης, ελάμβανε και διάφορα χρηματικά ποσά είτε για έξοδα κινήσεως που υπερέβαιναν το παραπάνω ποσό, είτε έναντι απόδοσης παραστατικών για δαπάνες που πραγματοποιούσε για την αγορά εφοδίων ή ανταλλακτικών των πλοίων και των εξορυκτικών δραστηριοτήτων της. Η δεύτερη [...] απασχολούνταν κατά κύριο λόγο ως καθαρίστρια των γραφείων της εκκαλούσας και της ναυτιλιακής εταιρείας [...], καθώς και με διάφορες εξωτερικές εργασίες [...].

Επιπλέον, απασχολούνταν εντός του ωραρίου της και με τον καθαρισμό των γραφείων του ταξιδιωτικού πρακτορείου της εταιρείας [...] έναντι πρόσθετης αμοιβής 200 ευρώ μηνιαίως, καθώς και, εκτός και πέραν του ωραρίου της, με τον καθαρισμό των κοινόχρηστων χώρων του όλου κτιρίου, έναντι ιδιαίτερης αμοιβής 250 ευρώ κατά μήνα, την οποία της είχαν αναθέσει ατομικά τα φυσικά πρόσωπα της διοίκησης της εκκαλούσης.

Για τις τελευταίες αυτές υπηρεσίες της [...] πληρωνόταν έναντι απλής αποδείξεως. Ο μισθός της για την παρεχόμενη εντός του ωραρίου της εργασία ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 31.5.2016 στο ποσό των 1.094 ευρώ μεικτά. Από τον Ιούνιο του 2016 έως και την 30.4.2017 συμφωνήθηκε με την εναγομένη να εργάζεται εκ περιτροπής για 15 ημέρες ανά μήνα, με αποτέλεσμα να μειωθεί αντίστοιχα και ο μισθός της, ο οποίος ανήλθε στο ποσό των 586 ευρώ μηνιαίως, προσαυξανόμενος ανάλογα, εφόσον προέκυπτε ανάγκη μέσα στον ίδιο μήνα για πλέον των 15 ημερών εργασία.

Μετά την 31.5.2017 συμφωνήθηκε ο μισθός της να επανέρχεται κανονικά στα 1.094 ευρώ με πλήρη απασχόληση. Η τρίτη των εφεσιβλήτων απασχολούνταν ως υπάλληλος γραφείου (γραμματεία) και ο μηνιαίος μισθός της για το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 13 Μαΐου 2016 ανέρχονταν στο ποσό των 2.094,96 ευρώ. Από την ημερομηνία αυτή και εφεξής (μέχρι την 30.5.2017), με σχετική τροποποιητική συμφωνία, ο μισθός της μειώθηκε σε 1.050 ευρώ μεικτά μηνιαίως.

Μέχρι το έτος 2012 η εργασιακή σχέση των εφεσιβλήτων εξελίχθηκε ομαλά, η δε εκκαλούσα ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις της, καταβάλλοντας κανονικά τις αποδοχές τους και στο ακέραιο. Από το έτος όμως αυτό και εφεξής η εκκαλούσα έπαψε να τους καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και προέβαινε σε τμηματικές έναντι του μισθού τους καταβολές, υποσχόμενη συνεχώς την σύντομη εξόφλησή τους, χωρίς όμως και να τηρούνται οι υποσχέσεις αυτές.

Οι έναντι του μισθού τους εκάστοτε καταβολές της εκκαλούσης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα γινόταν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποκλειστικά με κατάθεση στον τραπεζικό τους λογαριασμό για τον καθένα και αντίστοιχη καταχώρηση της καταβολής στην καρτέλα μισθοδοσίας τους - Γενικό Ημερολόγιο. Αντιθέτως, τα ποσά που έπρεπε να λαμβάνει ο πρώτος εξ αυτών για έξοδα κινήσεως ή για τις έναντι παραστατικών δαπάνες για την αγορά ανταλλακτικών και εφοδίων των πλοίων και των εξορυκτικών δραστηριοτήτων της, καθώς και αυτά των 250 και 200 ευρώ που ελάμβανε η δεύτερη εξ αυτών για τις επιπρόσθετες ως άνω υπηρεσίες της αποδίδονταν με απλή απόδειξη [...].

Συνεκτιμωμένων των παραπάνω, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου εφεσιβλήτου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.6.2017 διακυμάνθηκαν ως εξής: Από τον Ιανουάριο του 2012 έως τον Δεκέμβριο του 2012 στο ποσό των 1.533,69 ευρώ, τον Ιανουάριο του 2013 στο ποσό των 1.507,86 ευρώ, από τον Φεβρουάριο του 2013 έως τον Ιούνιο του 2014 στο ποσό των 1.500,82 ευρώ, από τον Ιούλιο του 2014 έως τον Δεκέμβριο του 2014 στο ποσό των 1.515,34 ευρώ, από τον Ιανουάριο του 2015 έως και τον Μάϊο του 2015 στο ποσό των 1.526,41 ευρώ, από τον Ιούνιο του 2015 έως και τον Μάιο του2016 στο ποσό των 1.527,56 ευρώ και από τον Ιούνιο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2017 στο ποσό των 924,33 ευρώ.

Με βάση τα ποσά αυτά οι καθαρές αποδοχές που έπρεπε να λάβει για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 92.497,18 ευρώ, για τους υπολογισμούς του οποίου δεν αντιλέγει η εκκαλούσα. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 4.601,07 που θα ελάμβανε για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2012, κατά το οποίο δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη λόγω ασθένειας του και επιδοτήθηκε από τον ΕΦΚΑ, καθώς και το ποσό των 1.272,89 ευρώ, που αντιστοιχεί στον μισθό του για τον μήνα Αύγουστο του 2014 (από 6.8.2014 έως 31.8.2014), κατά τον οποίο εργάσθηκε μόνο τέσσερις ημέρες, ενώ για τον υπόλοιπο μήνα επιδοτήθηκε από τον ΕΦΚΑ.

Επίσης, θα πρέπει να αφαιρεθεί και το ποσό των 147,75 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 26 έως 30 Ιουνίου 2017, κατά το οποίο βρισκόταν υπό επίσχεση εργασίας και δεν υπολογίζεται στους οφειλόμενους μισθούς από παροχή πραγματικής εργασίας. Για το χρονικό διάστημα 1.9.2014 έως 12.10.2014 αποδεικνύεται, ότι ο εφεσίβλητος εργάσθηκε προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες του στην εκκαλούσα με κατ' οίκον εργασία μέσω του ηλεκτρονικού προγράμματος [...] ή και με την φυσική του παρουσία στα γραφεία της εφεσιβλήτου, ιδίως, για το χρονικό διάστημα του Οκτωβρίου.

Δικαιούται, επομένως, να λάβει τις αντίστοιχες αποδοχές [...]. Επομένως, το συνολικό ποσό των μισθολογικών παροχών που έπρεπε να του καταβληθεί κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (1.1.2012 έως 2.6.2017) [...] ανέρχεται στο ποσό των 86.475,47 ευρώ. Επίσης, για δώρο Πάσχα (2012 - 2017), δώρο Χριστουγέννων (2012-2016) και επίδομα αδείας (2012-2016) έπρεπε να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των 14.623,34 ευρώ καθαρά (δώρο Πάσχα 792,62, 772, 14,772,14, 785,47, 785,78 και 477,71 ευρώ αντίστοιχα κατ' έτος, δώρο Χριστουγέννων 1.228,13, 1.544,30, 1.437,65, 1571,57 και 955,41 αντίστοιχα κατ' έτος και επίδομα αδείας 766.84, 750,41, 757,67, 763,78 και 461,72 αντίστοιχα κατ' έτος) [...].

Συνολικά δε οι εν γένει αποδοχές (μισθοί + δώρα + επιδόματα) που έπρεπε να του καταβληθούν για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχονται στο ποσό των 101.098,81 ευρώ. [...] αποδεικνύεται ότι η εναγομένη του κατέβαλε για το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 30.6.2017 [...] το συνολικό ποσό των 85.359,34 ευρώ [...]. Επομένως, εφόσον οι έναντι του παραπάνω οφειλομένου ποσού καταβολές της εκκαλούσης από 1.1.2012 μέχρι την 26.6.2017, που ο πρώτος εφεσίβλητος προέβη σε επίσχεση εργασίας, ανέχονται [...] στο ποσό των 85.359,34 ευρώ προκύπτει ανεξόφλητο υπόλοιπο μισθολογικών αποδοχών ποσού [...] 15.739,47 ευρώ καθαρά ή 22.227,65 ευρώ μεικτά [...].

Επομένως, δικαιούται αποζημίωση προσαυξημένη κατά 100% συνολικού ποσού [...] 14.694,92 ευρώ μεικτά [...]. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της δεύτερης ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.6.2017 διακυμάνθηκαν [...]. Επομένως, οι καθαρές αποδοχές της που έπρεπε να της καταβληθούν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.6.2017 ανέρχονται στο ποσό των 53.299,30 ευρώ.

Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 137,50 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα 26.6.2017 έως 30.6.2017, που βρισκόταν σε επίσχεση εργασίας. Επομένως, το συνολικό ποσό που έπρεπε να της καταβληθεί για μισθούς κατά το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 26.6.2017 ανέρχονταν σε 53.161,80 ευρώ καθαρά. Επίσης, για δώρο Πάσχα (2012 - 2017), δώρο Χριστουγέννων (2012-2016) και επίδομα αδείας (2012- 2016) έπρεπε να της καταβληθεί το συνολικό ποσό των 8.977,94 ευρώ καθαρά (δώρο Πάσχα 452,18, 441,87, 441,87, 447,73, 447,71 και 398,33 ευρώ αντίστοιχα κατ' έτος, δώρο Χριστουγέννων 904,37, 883,75, 892,56, 895,45 και 614,40 αντίστοιχα κατ' έτος και επίδομα αδείας 436,71, 427,16, 431,39, 432,77 και 429,67 αντίστοιχα κατ' έτος).

Με βάση τα ποσά αυτά οι καθαρές αποδοχές που έπρεπε να λάβει για το παραπάνω χρονικό διάστημα (μισθοί + δώρα + επιδόματα) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των [...] 62.139,74 ευρώ καθαρά [...] αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα της κατέβαλε για το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 30.6.2017 [...] το συνολικό ποσό των 54.197,48 ευρώ. Επίσης, της κατέβαλε και το ποσό των 300 ευρώ την 25.8.2015 σε μετρητά [...] Έτσι, το συνολικά καταβληθέν ποσό ανέρχεται σε 54.497,48 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 600 ευρώ που εμφανίζεται στην καρτέλα μισθοδοσία της την 8.4.2015 [...].

Επομένως, μέχρι την 26.6.2017, που η δεύτερη εφεσίβλητη προέβη σε επίσχεση εργασίας, υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο αποδοχών ποσού [...] 7.642,26 ευρώ καθαρά ή 9.493,08 μεικτά. Οφείλεται, επίσης, στην εφεσίβλητη αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια δέκα ημερών για το έτος 2016 [...] 562,56 και είκοσι δύο ημερών για το έτος 2017 (μισθός 1.096 ευρώ μικτά: 1.157,38.χ 100% = 2.314,76 και (562,56 + 2.314,76=) 2.877,32 ευρώ μεικτά [...].

Με βάση τον συμφωνημένο μηνιαίο μισθό της τρίτης ενάγουσας οι καθαρές αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.6.2017 διακυμάνθηκαν ως εξής: [...] Επομένως, οι καθαρές αποδοχές της που έπρεπε να της καταβληθούν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.5.2017 ανέρχονται στο ποσό των 87.728,82 ευρώ. [...]. Επομένως, το συνολικό ποσό που έπρεπε να της καταβληθεί για μισθούς κατά το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 19.5.2017 ανέρχονταν σε 85.982,48 ευρώ καθαρά.

Επίσης, για δώρο Πάσχα (2012 - 2017), δώρο Χριστουγέννων (2012-2016) και επίδομα αδείας (2012-2016) έπρεπε να της καταβληθεί το συνολικό ποσό των 14.433,61 ευρώ καθαρά (δώρο Πάσχα 766,31, 749,93, 749,93, 762,71, 763,3 6 και 427,74 ευρώ αντίστοιχα, κατ' έτος, δώρο Χριστουγέννων 614,40 1.532,64, 1.499,87, 1.514,3 8, 1.5266,73 και 778,78 ευρώ αντίστοιχα κατ' έτος και επίδομα αδείας 739,58, 730,95, 735,43, 741,50 και 413,76 αντίστοιχα κατ' έτος).

Με βάση τα ποσά αυτά οι καθαρές αποδοχές (μισθοί + δώρα + επιδόματα) που έπρεπε να λάβει για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των (85.982,48 + 14.433,61 =) 100.416,09 ευρώ καθαρά. Από την καρτέλα μισθοδοσίας και την κίνηση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας της τρίτης ενάγουσας, στον οποίο καταβάλλονταν οι εν γένει μισθολογικές παροχές, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα της κατέβαλε για το χρονικό διάστημα 1.1.2012 έως 30.6.2017 [...] συνολικό ποσό των 94.912,05 ευρώ [...].

Σύμφωνα με τα παραπάνω μέχρι την 19.5.2017, που η τρίτη εφεσίβλητη προέβη σε επίσχεση εργασίας, υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο αποδοχών ποσού [...] 5.504,04 ευρώ καθαρά, ήτοι 6.103,78 ευρώ μεικτά. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι οι εφεσίβλητοι συνέδραμαν με την υπομονή τους, αλλά και με σημαντικές παραχωρήσεις την εκκαλούσα, όπως με τη μείωση του μισθού τους κατά το ήμισυ και την εξ ιδίων πληρωμή μικροδαπανών, ώστε να την διευκολύνουν να ξεπεράσει την οικονομική δυσπραγία της.

Από το έτος όμως 2016 και εντεύθεν, λόγω σημαντικής καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων, διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα για την μη εξόφληση των οφειλόμενων αμοιβών και πάντοτε λάμβαναν υποσχέσεις για την διευθέτηση του ζητήματος, οι οποίες όμως δεν τηρούνταν, αλλά, αντιθέτως, μειώθηκαν και οι τμηματικές καταβολές.

Έτσι, την άνοιξη του έτους 2017 που οι διαμαρτυρίες των εναγόντων έγιναν πλέον έντονες, ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου Σ.Ρ. τους δήλωσε ότι για τα δεδουλευμένα τους θα πρέπει να απευθυνθούν σε δικηγόρους. Η παραπάνω καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων και η εν γένει αρνητική συμπεριφορά της εκκαλούσης, που εκφράστηκε με την παραπάνω προτροπή του νομίμου εκπροσώπου της, αποτέλεσε και την αιτία η οποία οδήγησε την τρίτη των εφεσιβλήτων να ασκήσει πρώτη δικαίωμα επίσχεσης εργασίας με την από 19.5.2017 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - άσκηση δικαιώματος επίσχεσης.

Η εξώδικη αυτή δήλωση, η οποία επεδόθη στην εναγομένη με την υπ' αριθμ. ....2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ. περιείχε και την δήλωση, ότι θα επιστρέψει στην εργασία της αμέσως μόλις εξοφληθούν οι ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές της, ποσού 6.930 ευρώ.

Η εκκαλούσα αντέδρασε με την απόλυσή της στις 30.5.2017, για την οποία της κατέβαλε και την νόμιμη αποζημίωση, όχι όμως και τα οφειλόμενα δεδουλευμένα. Ακολούθως, με την από 26.6.2017 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-άσκηση δικαιώματος επίσχεσης, η οποία επεδόθη αυθημερόν στην εκκαλούσα με την υπ' αριθμ. ....2017 έκθεση επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή, άσκησαν δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και οι πρώτος και δεύτερη των εφεσιβλήτων.

Ειδικότερα, με τα ως άνω εξώδικά τους οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι γνωστοποίησαν στην εκκαλούσα, ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας από την επίδοση της εξωδίκου του ο καθένας για τις ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες (μεικτές) αποδοχές, συνολικού ποσού 21.476 ευρώ ο πρώτος και 9.665,21 ευρώ η δεύτερη, τις οποίες προσδιόρισαν αναλυτικά κατά αιτία, ποσό και χρονικό διάστημα που αντιστοιχούσαν.

Δήλωσαν, επίσης, στην εκκαλούσα ότι δεν θα της παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέχρις ότου εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τις παραπάνω απαιτήσεις τους, καθώς και ότι θα επιστρέφουν στην εργασία τους αμέσως μόλις εξοφληθούν τα δεδουλευμένα. Μετά την εξέλιξη αυτή η εκκαλούσα δεν έκανε καμία προσπάθεια διευθετήσεως της διαφοράς μεταξύ τους, ώστε να τους καταβάλει, έστω, μέρος των οφειλομένων και οι εφεσίβλητοι να επανέλθουν στην εργασία τους.

Και ναι μεν επικοινώνησε δια των εκπροσώπων της με τον πρώτο εξ αυτών με τηλεφωνικά μηνύματα, πλην όμως αυτά είχαν μόνον επικριτικό και υποτιμητικό περιεχόμενο και τον καλούσαν να επιστρέφει στην εργασία του, χωρίς καμία απολύτως υπόσχεση για την εξόφληση ή έστω διευθέτηση εξόφλησης των οφειλομένων.

Ακολούθως, η εκκαλούσα στις 2.10.2017 επέδωσε στους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων την από ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους γνωστοποιούσε, αφενός μεν ότι δεν τους οφείλει κανένα ποσό, αλλά αντίθετα της οφείλουν εκείνοι, αφετέρου ότι θεωρεί παράνομη και καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας και, ότι "θα επέλθει η λύση της εργασιακής μας σχέσης δια της αναγγελίας της οικειοθελούς σας αποχώρησης στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ".

Οι ως άνω δηλώσεις των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, με τις οποίες άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, δεν ενείχαν ρητή ή σιωπηρή δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης και δεν συνάγεται τέτοια πρόθεσή τους ούτε από το γεγονός ότι αποχωρώντας παρέδωσαν τα κλειδιά των γραφείων τους, περί του οποίου άλλωστε είχαν υποχρέωση, εφόσον δεν ήταν βέβαιοι για την εξέλιξη της εργασιακής τους σχέσης, αλλά ούτε από το γεγονός, ότι δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές κλήσεις των εκπροσώπων της εκκαλούσας.

Και τούτο, διότι της γνωστοποιήθηκε ρητά με το εξώδικό τους η πρόθεσή τους να επιστρέψουν στην εργασία τους αμέσως μετά την ολοσχερή εξόφληση των καθυστερούμενών αποδοχών τους. Η άσκηση του άνω δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, όπως και της τρίτης εξ αυτών [...] είναι [...] νομότυπη.

Συνέτρεχαν δε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκησή του από τον καθένα, αφού η επίσχεση αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της ικανοποίησης των ως άνω αξιώσεών τους έναντι της εκκαλούσης, οι οποίες ανέρχονταν κατ' εκείνο το χρονικό σημείο [...] στα ποσά των 15.739,47, 7.642,26 και 5.504,04 ευρώ καθαρά αντίστοιχα, και ήταν βάσιμες, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.

Η εκκαλούσα επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, και ήδη επικαλείται και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με τις προτάσεις και την έφεσή της, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο των δικογράφων της, ότι δεν όφειλε κανένα ποσό στους εφεσιβλήτους, αλλά, αντιθέτως εκείνοι της όφειλαν τα ποσά των 9.528,72, 7.621,47 και 526,76 ευρώ αντίστοιχα ο καθένας, τα οποία υποστηρίζει ότι τούς κατέβαλε αχρεωστήτως, γεγονός όμως που κατά τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται αληθές.

Επικουρικά, και προς θεμελίωση ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλείται οικονομικά προβλήματα της ίδιας και του ομίλου της γενικότερα, οφειλόμενα, αφενός μεν στην από το έτος 2010 και εντεύθεν οικονομική κρίση, η οποία είχε ως συνέπεια την δραστική μείωση στις πωλήσεις της, αφετέρου δε στην, από το έτος 2012, ναυτιλιακή κρίση, η οποία στέρησε τους μετόχους της από σημαντικά εισοδήματα, με συνέπεια να αναγκαστούν να αντισταθμίζουν με τα μειωμένα πλέον εισοδήματά τους τις ζημίες των επιχειρήσεων της ίδιας και του ομίλου τους και ταυτόχρονα να καλύπτουν τις δαπάνες του επενδυτικού της σχεδίου εγκατάστασης στο λατομείο της στην Κίμωλο εξοπλισμού βιομηχανικής επεξεργασίας των εξορυσσομένων ορυκτών, έργο το οποίο άρχισε το 2010 και διήρκεσε μέχρι το 2013 με δαπάνη του εγγίζει τα 2.000.000 ευρώ.

Επιπλέον, υποστηρίζει, ότι κατά το έτος 2012, κορυφώθηκε η αντιδικία της σχετικά με το κύρος των αποφάσεων της έγκρισης των Περιβαλλοντολογικών Όρων λειτουργίας του λατομείου της, η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του ΣΤΕ, με συνέπεια να επικεντρωθούν οι εκπρόσωποί της στο εν λόγω σημαντικό για την λειτουργία της επιχείρησής της ζήτημα, γεγονότα που γνώριζαν οι εφεσίβλητοι και, λόγω και της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, των σχέσεων εμπιστοσύνης και της γνωστής φερεγγυότητάς της, όφειλαν να κατανοήσουν και να μην ασκήσουν καταχρηστικά το παραπάνω δικαίωμά τους, το οποίο συνεπαγόταν επιζήμιες συνέπειες για την ίδια, που στερήθηκε τις υπηρεσίες τους και δεν μπορούσε να λειτουργήσει την επιχείρησή της, λόγω αδυναμίας άμεσης αντικατάστασής τους.

Αποδεικνύεται, όμως, ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος επίσχεσης από τους εφεσιβλήτους, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν υπερέβαινε τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη όρια, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο άσκησής του υπήρχε καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών τους πλέον των πέντε ετών, τα δε οφειλόμενα ποσά στον καθένα ήταν, επίσης, πολύ μεγάλα για τα δεδομένα της οικονομικής καταστάσεώς τους ως εργαζόμενοι για τον βιοπορισμό τους.

Μετά δε και την δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσης, ότι για την είσπραξή τους θα πρέπει να απευθυνθούν στους δικηγόρους, δημιουργήθηκε εύλογα σε αυτούς η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα και ότι οι μέχρι τότε υποσχέσεις της εκκαλούσης ενείχαν την πρόθεση να εκμεταλλευτεί την περαιτέρω ανοχή τους, ώστε να εξακολουθήσουν να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους, χωρίς εκείνη να εκπληρώνει την αντίστοιχη υποχρέωσή της για την καταβολή των δεδουλευμένων.

Εξάλλου, πριν την άσκηση της επίσχεσης, οι εφεσίβλητοι είχαν οχλήσει επανειλημμένως τους εκπροσώπους της για την εξόφληση των δεδουλευμένων τους και είχαν αποδεχθεί ακόμα και την μείωση των αποδοχών τους στο ήμισυ για ένα έτος περίπου ο καθένας, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αντίστοιχη ανταπόκριση από την πλευρά της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν ήταν υποχρεωμένοι οι εφεσίβλητοι να απεμπολήσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα και να εξακολουθήσουν να συνδράμουν με την εργασία τους τα επενδυτικά σχέδια της εκκαλούσας, τα οποία, κατά την ομολογία της, άρχισαν και συνέχισαν να υλοποιούνται εν μέσω της οικονομικής κρίσης και σε βάρος των εργαζομένων της.

Ούτε ήταν υποχρεωμένοι οι εργαζόμενοι να την προειδοποιήσουν ή να κατανοήσουν τις ανησυχίες των εκπροσώπων της εκκαλούσης για τις αντιδικίες που προέκυψαν στα πλαίσια της ανάπτυξης των επιχειρηματικών της σχεδίων, τον κίνδυνο των οποίων είχαν αναλάβει οι ίδιοι. Πολύ περισσότερο δεν ήταν υποχρεωμένοι να απεμπολήσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα, χωρίς να υπάρχει ανάλογη προσπάθεια και ανταπόκριση από την πλευρά τους.

Αποδείχθηκε ότι, παρά ταύτα, επέδειξαν και ιδιαίτερη ανοχή και υπομονή στον χρόνο, αλλά και κατέβαλαν ειλικρινή προσπάθεια να την συνδράμουν με κάθε τρόπο, ακόμα και με την δραστική περικοπή του μισθού τους, ώστε να ξεπεράσει την ταμειακή δυσχέρεια, που υποστήριζε ότι είχε. Άλλωστε, και οι τρεις εφεσίβλητοι εργάζονταν για την εκκαλούσα επί είκοσι περίπου έτη, γεγονός που αποδεικνύει όχι μόνο την αποδοτικότητα, αλλά και την αφοσίωση και την εν γένει επαγγελματική συμπεριφορά τους, προσόντα τα οποία είχε εκτιμήσει και η ίδια, εφόσον δεν είχε λύσει μέχρι τότε την εργασιακή τους σχέση.

Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε και ότι η απουσία των εφεσιβλήτων από την εργασία τους κατά το διάστημα που τελούσαν σε επίσχεση, προκάλεσε στην επιχείρηση της εκκαλούσης δυσανάλογη ζημία, αφού, αν αυτή είχε την απόλυτη ανάγκη της εργασίας τους, θα είχε φροντίσει να προβεί στην εξόφληση έστω και μέρους των παλαιότερων αποδοχών τους ή, τουλάχιστον, να ορίσει συγκεκριμένη προθεσμία για την καταβολή τους, γεγονός που δεν έπραξε ούτε με τα τηλεφωνικά μηνύματα του αντιπροέδρου της Γ.

Κ. προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων. Αντ' αυτού προτίμησε να προσλάβει άμεσα άλλους υπαλλήλους, τουλάχιστον για το λογιστήριό της, όπως η ίδια παραδέχεται. Οι εφεσίβλητοι, εξ άλλου, οι οποίοι δεν προκύπτει ότι είχαν άλλες πηγές εισοδημάτων, και ο πρώτος εξ αυτών είναι οικογενειάρχης με ανήλικο τέκνο και με σοβαρά προβλήματα υγείας ο ίδιος, όπως και η τρίτη εξ αυτών, η οποία υποβλήθηκε σε μαστεκτομή, αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα βιοπορισμούς ένεκα της μη καταβολής των δεδουλευμένων τους, που αντιστοιχούσαν κατά το χρόνο της επίσχεσης στους μισθούς 14, 7 και 5 περίπου μηνών αντίστοιχα για τον καθένα.

Εν όψει αυτών [...] δεν παρίσταται ως καταχρηστική η εκ μέρους των εφεσιβλήτων άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας και από την άσκησή του την 26.6.2017 για του δύο πρώτους και την 19.5.2017 για την τρίτη η εκκαλούσα περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας τους. Μετά ταύτα, και η μεταγενέστερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των δύο πρώτων εξ αυτών με το πρόσχημα της οικειοθελούς αποχώρησης, που εκτιμάται ότι εμπεριέχεται στην επιδοθείσα στις 2.10.2017 εξώδικη δήλωση της εκκαλούσης που προαναφέρθηκε, η οποία έλαβε χώρα ενώ αυτοί βρισκόταν σε νόμιμη επίσχεση εργασίας χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, είναι [...] άκυρη, η δε εργασιακή σχέση των εφεσιβλήτων αυτών εξακολούθησε υφισταμένη και μετά από αυτήν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι τελευταίοι να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εκκαλούσα.

Αντιθέτως, η εκκαλούσα, η οποία έπαψε να καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές τους και βρισκόταν σε υπερημερία από την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως την 26.6.2017 για τους δύο πρώτους, εξακολούθησε και είναι υπερήμερη και μετά την άκυρη ως άνω καταγγελία. Κατ' ακολουθίαν, δικαιούνται οι εφεσίβλητοι αυτοί να απαιτήσουν από την εκκαλούσα τους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την 26.6.2017 μέχρι την 31.12.2017, αφού αποδείχθηκε ότι έως το χρονικό αυτό σημείο δεν είχε άρει την υπερημερία της [...].

Επίσης, δικαιούται και η τρίτη εφεσίβλητη να απαιτήσει τις αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως την 19.5.2017 μέχρι την 30.5.2017 που απολύθηκε νόμιμα και έπαψε η υπερημερία της εκκαλούσας και ειδικότερα : [ακολουθεί αναλυτικός υπολογισμός των μισθών υπερημερίας, τους οποίους οφείλει η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο].

Τα χρηματικά ποσά των 6.000 των 2.400 και 2.500 ευρώ που καταβλήθηκαν σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1561/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ασφαλιστικά μέτρα) δεν συμψηφίζονται με την παρούσα επί της κύριας δίκης απόφαση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, αλλά καταλογίζονται κατά την εκτέλεση, με βάση σχετικό ισχυρισμό του οφειλέτη [...].

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος επίσχεσης και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 2.10.2017 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν (σιγή) την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της τελευταίας, καθώς και την ένσταση εξόφλησης ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν υπέπεσε σε σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεώς της.

Ορθά, επίσης, επιδίκασε στον πρώτο των εφεσιβλήτων το συνολικό ποσό των 46.082,57 ευρώ και ορθά απέρριψε το αίτημα της εκκαλούσης να συμψηφίσει με τα επιδικασθέντα ποσά τα ποσά που καταβλήθηκαν σε καθένα των εφεσιβλήτων σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1561/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και ο πρώτος λόγος της εφέσεως κατά το σχετικό σκέλος του και τον πρώτο των εφεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Αντιθέτως, με το να επιδικάσει στις δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων μεγαλύτερα από τα ως άνω ποσά, απορρίπτοντας στο σύνολό της την ένσταση εξόφλησης της εκκαλούσης, ενώ αυτή ήταν εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της εφέσεως ως εν μέρει βάσιμου και στην ουσία του να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς την δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων και, για την ενότητα της αιτιολογίας και της εκτέλεσης να εξαφανιστεί στο σύνολό της, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί στην ουσία της να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της.

Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 2.10.2017 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των [...] 46.082,57 ευρώ β) στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των [...] 20.769,93 ευρώ και γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 5.797 Ευρώ νομιμότοκα όλα τα ποσά από τότε που έκαστο επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό [...]. 3.α.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ 19/2022). Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 591, 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α του ΚΠολΔ, 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή που ασκεί ο εργαζόμενος με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατά του εργοδότη του με αίτημα την επιδίκαση δεδουλευμένων ή και άλλων αποδοχών που οφείλονται από τη σύμβαση είναι ορισμένη, όταν αναφέρονται σε αυτή α) ο χρόνος κατά τον οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, β) η ειδικότητα του ενάγοντος και οι όροι της εργασίας που παρασχέθηκε, γ) ο συμβατικός ή ο μισθός που οφείλεται κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου με αναφορά στο βασικό μισθό και στα επιμέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του εργαζομένου, δ) η αιτία, η οποία δικαιολογεί κατά το νόμο την καταβολή των συγκεκριμένων παροχών στον ενάγοντα-εργαζόμενο, ε) το χρονικό διάστημα για το οποίο οφείλονται οι αποδοχές και το ποσό τους.

Ο ενάγων-εργαζόμενος περαιτέρω σε περίπτωση που επιδιώκει δικαστικά την καταβολή υπολοίπου περισσοτέρων χρηματικών αξιώσεών του κατά του εναγομένου-εργοδότη, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει στην αγωγή τα ποσά που έλαβε από τον εναγόμενο χωριστά για κάθε επί μέρους κεφάλαιο της αγωγής (βασικός μισθός, επιδόματα κ.λπ.), επειδή οι καταβολές αυτές αποτελούν περιεχόμενο ένστασης απόσβεσης της οφειλής με καταβολή (άρθρο 416 του ΑΚ), την οποία οφείλει να επικαλεσθεί - και σε περίπτωση αμφισβήτησης - να αποδείξει ο εναγόμενος-εργοδότης.

Αν ο ενάγων-εργαζόμενος εκθέτει ότι έλαβε από τον εναγόμενο-εργοδότη συγκεκριμένα χρηματικά ποσά για τις αιτίες που αναφέρει στην αγωγή αρνείται καθ' υποφορά την ένσταση που ενδεχομένως θα προβάλει ο εναγόμενος ότι είχε καταβάλει σε αυτόν και ποσά πέραν όσων ο ενάγων ομολογεί στην αγωγή του ότι είχε λάβει από τον εναγόμενο-εργοδότη του.

Η αγωγή επομένως δεν πάσχει από αοριστία, όταν ο ενάγων-εργαζόμενος αναφέρει σε αυτή το συνολικό ποσόν που έλαβε από τον εναγόμενο, χωρίς να επιμερίζει τις καταβολές στις επιμέρους αξιώσεις του κατά του εργοδότη (ΑΠ 1413/2024, ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 274/2023).

Επιπλέον ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, αν ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι αόριστη, επειδή, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός είναι προνομιακός, δεν αφορά στη δημόσια τάξη για να εμπίπτει για το λόγο αυτό στην εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 562 παράγραφος 3 γ του ΚΠολΔ και να προβάλλεται επομένως παραδεκτά ως λόγος αναίρεσης, χωρίς προηγουμένως να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παράγραφος 2 εδάφιο α του ΚΠολΔ, ΑΠ 118/2025, ΑΠ 61/2025).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 262 παράγραφος 1 α του ΚΠολΔ και ότι για το λόγο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ με συνέπεια να πρέπει να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε ότι η αγωγή - την οποία είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι εναντίον της - ήταν ορισμένη, μολονότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αιτηθεί με αυτή την επιδίκαση περισσοτέρων χρηματικών αξιώσεων από διαφορετικές αιτίες ο καθένας τους και ομολογούσαν ότι είχε καταβάλει σε αυτούς μέρος των επιδίκων ποσών, το οποίο όμως ανέφεραν στην αγωγή τους συγκεντρωτικά και όχι χωριστά για κάθε επιμέρους κονδύλιο της αγωγής.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε, αντίθετα, να κρίνει ότι η αγωγή έπασχε από ποσοτική αοριστία, επειδή ήταν ελλιπής ως προς την ιστορική της βάση, να εξαφανίσει στη συνέχεια για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων να την απορρίψει ως απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), επειδή η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά και νόμιμα με την έφεσή της τον ισχυρισμό ότι η αγωγή έπασχε από ποσοτική αοριστία και ότι επομένως έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή ο δικονομικός αυτός ισχυρισμός ερευνάται βέβαια αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο ως προνομιακός, αλλά δεν αφορά στη δημόσια τάξη για να εμπίπτει για το λόγο αυτό στην εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 562 παράγραφος 3 γ του ΚΠολΔ και να μπορεί επομένως να προβληθεί παραδεκτά ως λόγος αναίρεσης, χωρίς προηγουμένως να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, όπως βάσιμα επικαλούνται και οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους στην παρούσα δίκη. 3.β.1.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 103/2025).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο εργαζόμενος συνδέεται με τον εργοδότη του με έγκυρη και ενεργό σύμβαση εργασίας και έχει ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη αξίωση εναντίον του από τη σύμβαση αυτή μπορεί να ασκήσει επίσχεση εργασίας τόσο για να εξασφαλίσει την απαίτησή του κατά του εργοδότη, όσο και με σκοπό να τον αναγκάσει να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Η απαίτηση του εργαζομένου αφορά συνήθως στην καταβολή μισθολογικών παροχών, αλλά είναι δυνατό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις του, οι οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να απορρέουν από την υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί άδεια αναψυχής σε αυτόν, να λαμβάνει μέτρα πρόνοιας για την προστασία της ζωής, της υγείας και της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 662 του ΑΚ), από την υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση των εργαζομένων στην επιχείρησή του, από την υποχρέωσή του να χορηγεί στον εργαζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα για το μισθό κ.λπ.

Το δικαίωμα, εξάλλου, του εργαζομένου για επίσχεση εργασίας ασκείται και εξωδικαστικά με δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία αποτελεί άτυπη μονομερή δικαιοπραξία (άρθρο 158 του ΑΚ). Η δήλωση - που μπορεί να είναι είτε προφορική, είτε έγγραφη - παράγει έννομα αποτελέσματα, αφότου περιέλθει σε γνώση εργοδότη (άρθρο 167 του ΑΚ).

Η ίδια δήλωση περαιτέρω πρέπει να είναι σαφής ως προς τη βούληση του εργαζομένου να ασκήσει επίσχεση εργασίας και, επιπλέον, πρέπει να προσδιορίζει το είδος, την αιτία και το ποσό - έστω και κατά προσέγγιση - της αξίωσης ή των αξιώσεων του εργαζομένου κατά του εργοδότη του. Η νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο δανειστή (άρθρο 353 του ΑΚ).

Ο εργοδότης επομένως έχει υποχρέωση να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του εργαζομένου για όσο χρονικό διάστημα ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία σε αυτόν, επειδή άσκησε νόμιμα επίσχεση εργασίας (ΑΠ 1927/2024, ΑΠ 864/2024, ΑΠ 1123/2022). Στο πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου - με ανεπαρκείς αιτιολογίες - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου ορθώς 559 αριθμός 19 - και όχι 1 και 19 - του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προβάλλεται δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας και ότι συνεπώς μπορούσαν να αξιώσουν από αυτή τις επίδικες παροχές, μολονότι δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσδιορίσει και μάλιστα με σαφήνεια στις εξώδικες, έγγραφες, δηλώσεις τους - τις οποίες είχαν επιδώσει σε αυτή για να ασκήσουν επίσχεση εργασίας - το είδος, την αιτία και το ποσό - έστω και κατά προσέγγιση - των αποδοχών που καθυστερούσε να καταβάλει σε αυτούς.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι από τις ελλιπείς αυτές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλομένη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο. Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συνόλου των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), διαλαμβάνει σε αυτή πλήρεις αιτιολογίες ως προς το περιεχόμενο των εξωδίκων, εγγράφων, δηλώσεων για επίσχεση εργασίας, τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι είχαν επιδώσει στην αναιρεσείουσα.

Η αναιρεσιβαλλομένη, ειδικότερα, αναφέρει συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα καθυστερούσε να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους μισθούς περισσοτέρων μηνών, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδειών αναψυχής περισσοτέρων ετών, τα οποία επιπλέον προσδιορίζει αναλυτικά για κάθε εργαζόμενο, τόσο ως προς το ποσόν, όσο και ως προς τα χρονικά διαστήματα για τα οποία οφείλονταν οι αποδοχές, τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν νόμιμα να αξιώσουν από την αναιρεσείουσα και διέλαβαν με μικρές αποκλίσεις στις έγγραφες δηλώσεις τους για επίσχεση της εργασίας του, που τις απέδωσαν στις 26-6-2017 οι δύο πρώτοι και στις 19-5-2017 η τρίτη.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επομένως με πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους κατά της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου - και ειδικότερα με ανεπαρκείς αιτιολογίες - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

3.β.2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (...) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως, τέλος, και όταν υπήγαγε τα ίδια γεγονότα σε κανόνα δικαίου, στον οποίο όμως δεν μπορούσαν να υπαχθούν (ΟλΑΠ 5/2023, ΑΠ 97/2025).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 649, 655 του ΑΚ, 1 και 95 της Διεθνούς Σύμβασης εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, 416, 422, 341 παράγραφος 1 και 345 εδάφιο α του ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης έχει περισσότερα ομοειδή και εξίσου επαχθή χρέη προς τον εργαζόμενο, τα οποία μάλιστα αποτελούνται από κεφάλαιο, τόκους του κεφαλαίου και έξοδα και προβαίνει σε καταβολή που δεν καλύπτει το σύνολο του χρέους του, δηλαδή τόσο του κεφαλαίου, όσων και των τόκων επί του κεφαλαίου και των εξόδων, ο καταλογισμός γίνεται κατά τη σειρά του νόμου, δηλαδή πρώτα σύμφωνα με το άρθρο 422 του ΑΚ και στη συνέχεια ως προς κάθε χρέος χωριστά κατά τη διάταξη του άρθρου 423 του ΑΚ. Ο συγκεκριμένος όμως τρόπος καταλογισμού ισχύει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο θα ενεργηθεί ο καταλογισμός ή ο οφειλέτης-εργοδότης δεν προσδιόρισε μονομερώς, όπως είχε νόμιμο δικαίωμα, τον τρόπο καταλογισμού (ΑΠ 920/2023, ΑΠ 1653/2011).

Στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 422 εδάφιο β, 655 και 341 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου ορθώς 559 αριθμός 1 και όχι 1 και 19 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε ότι πράγματι είχε καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους έναντι των περισσοτέρων χρεών της προς αυτούς συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, δεν προσδιόρισε σε ποια ειδικά οφειλή της αφορούσε η κάθε επιμέρους καταβολή, την οποία μάλιστα δεν καταλόγισε πρώτα στους τόκους επί του κεφαλαίου και στη συνέχεια στο κεφάλαιο των απαιτήσεων κάθε αναιρεσιβλήτου, αλλά στο άθροισμά τους.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι παρά το γεγονός αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τόκους από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο των περισσοτέρων απαιτήσεών τους εναντίον της είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μολονότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να προσδιορισθεί συγκεκριμένα ποιο ποσόν κατά κεφάλαιο όφειλε να καταβάλει σε αυτούς για κάθε αιτία (μηνιαίους μισθούς, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα άδειας αναψυχής) και συνεπώς να υπολογισθούν περαιτέρω οι τόκοι που αναλογούσαν σε κάθε κονδύλιο αντί στο συνολικό επιδικασθέντος ποσό από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (αρ. 346 ΑΚ).

Η αναιρεσείουσα επικαλείται, τέλος, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το λόγο που προαναφέρθηκε την υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους ποσό τόκων μεγαλύτερο από εκείνο, το οποίο όφειλε να καταβάλει σε αυτούς, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα-εργοδότρια είχε πράγματι καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους-εργαζομένους έναντι των περισσοτέρων χρεών της προς αυτούς συγκεκριμένα χρηματικά ποσά.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, δεν προσδιόρισε σε ποια ειδικά οφειλή της αναιρεσείουσας αφορούσε η κάθε επιμέρους καταβολή, την οποία μάλιστα ούτε προσδιόρισε χρονικά ούτε καταλόγισε πρώτα στους τόκους και στη συνέχεια στο κεφάλαιο των περισσοτέρων απαιτήσεων κάθε αναιρεσιβλήτου εναντίον της, αλλά στο άθροισμά τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη συνέχεια - μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης - επιδίκασε σε κάθε αναιρεσίβλητο τόκους από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο των περισσοτέρων απαιτήσεών του κατά της αναιρεσείουσας είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μολονότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να προσδιορισθεί συγκεκριμένα ποιο ποσόν όφειλε η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητο για μηνιαίους μισθούς, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επιδόματα άδειας αναψυχής τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους κονδυλίου και συνεπώς να υπολογισθούν περαιτέρω οι τόκοι από τότε και όχι επί του υπολοίπου της συνολικής οφειλής της προς τους αναιρεσιβλήτους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπώς παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 422 εδάφιο β, 423, 655 και 341 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

4.γ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 648 ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Από τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ -η οποία εφαρμόζεται και στη σύμβαση εργασίας - σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 353 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του, όπως κατά κανόνα για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, έχει δικαίωμα να ασκήσει επίσχεση εργασίας και να απέχει για το λόγο αυτό από την εργασία του, ωσότου ο εργοδότης εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση έναντι του εργαζομένου.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης, ο οποίος για το λόγο αυτό έχει υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, χρονικό διάστημα δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές στον εργαζόμενο - αν βέβαια η επίσχεση ασκήθηκε για το συγκεκριμένο λόγο - να τις καταβάλει σε αυτόν, όπως θα συνέβαινε, αν ο εργαζόμενος παρείχε κανονικά την εργασία του στον εργοδότη.

Το δικαίωμα όμως επίσχεσης της εργασίας, η οποία επρόκειτο να παρασχεθεί, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Η άσκησή του επομένως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και συνεπώς παράνομη και δεν καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο.

Ο εργαζόμενος ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, όταν, ενδεικτικά, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς για αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Ο εργαζόμενος όμως δεν έχει υποχρέωση να συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να λαμβάνει τις αποδοχές που δικαιούται, οι οποίες αποτελούν συνήθως και το μοναδικό του εισόδημα για να καλύπτει τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, επειδή ο εργοδότης του αντιμετωπίζει χρονικά εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία, διότι στη περίπτωση το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα επιβάρυνε τους εργαζομένους.

Ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να μειώνει το συνολικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησής του. Η μείωση, ειδικότερα, του μισθολογικού κόστους μπορεί να επιτευχθεί και με την εκ περιτροπής εργασία ή, αν κριθεί αναγκαίο, και με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης (ΑΠ 1243/2024, ΑΠ 901/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2018, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).

Στον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 325, 648, 653, 656 και 281 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ και να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα α) ότι είχε προβάλει ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην αγωγή ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν ασκήσει καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, β) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά την ένστασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, γ) ότι είχε επαναφέρει ως εκκαλούσα την ίδια ένσταση και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο έφεσης, με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη για τη σιωπηρή απόρριψη της ένστασής της αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμης, δ) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσής της με την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ασκήσει καταχρηστικά επίσχεση εργασίας, δηλαδή κατά τρόπο που υπερέβαινε και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και ότι συνεπώς η ίδια ενεχόταν έναντί τους συμβατικά, ε) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και ότι συνεπώς η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτούς τις επίδικες παροχές, διότι α) οι αναιρεσίβλητοι είχαν καταρτίσει ο πρώτος από αυτούς στις 5-4-1999, η δεύτερη στις 19-1-2021 και η τρίτη στις 11-11-1998 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε, ωσότου είχαν ασκήσει εξώδικα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους και, ειδικότερα, στις 26-6-2017 ο πρώτος και η δεύτερη από αυτούς και στις 19-5-2017 η τρίτη, παρείχαν στην αναιρεσείουσα προσηκόντως την εργασία τους ως υπάλληλοι γραφείου, β) η αναιρεσείουσα από τον Ιανουάριο του έτους 2012 και εφεξής κατέβαλλε στους αναιρεσιβλήτους με μεγάλη συχνά καθυστέρηση μέρος μόνον των δεδουλευμένων και λοιπών αποδοχών τους, γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι, όταν άσκησαν επίσχεση εργασίας, είχαν ληξιπρόθεσμες, απαιτητές και εκκαθαρισμένες αξιώσεις κατά της αναιρεσείουσας συνολικού ποσού ο πρώτος 36.922 Ευρώ, η δεύτερη από αυτούς 12.370,40 Ευρώ και η τρίτη αναιρεσίβλητη ποσού 6.103,78 Ευρώ, δ) ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν άλλα εισοδήματα για να καλύπτουν τις τρέχουσες οικονομικές, προσωπικές και οικογενειακές, ανάγκες τους, ε) ότι η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας ήταν καλή ακόμη και κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης που άρχισε να διέρχεται η Χώρα ήδη από το έτος 2010 και εφεξής, επειδή είχε επεκτείνει την επιχειρηματική και επενδυτική της της δραστηριότητα και σε άλλους τομείς παραγωγής με αποτέλεσμα, όπως αυτό συνάγεται από το σύνολό των παραδοχών αναιρεσιβαλλομένης, να πρόκειται για γενικά φερέγγυο και αξιόχρεο εργοδότη, στ) ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να παρέχουν εργασία στην αναιρεσείουσα, ακόμη και χωρίς να αμείβονται ή να αμείβονται με μεγάλη καθυστέρηση και να αναλαμβάνουν με τον τρόπο αυτό και οι ίδιοι το κόστος μισθοδοσίας των υπαλλήλων της, αλλά και γενικά τον κίνδυνο των διαχειριστικών επιλογών της κατά την άσκηση της οικονομικής της δραστηριότητας, ζ) ότι οι αναιρεσίβλητοι, πριν ασκήσουν επίσχεση εργασίας, οχλούσαν διαρκώς προφορικά την αναιρεσείουσα να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντί τους, η) ότι οι αναιρεσίβλητοι, επιπλέον, είχαν επιδιώξει την προσωπική επιδίκαση των απαιτήσεών τους με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία είχαν απευθύνει του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ότι η αίτησή τους αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή, θ) ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε εκδηλώσει καμιά πρόθεση να διευθετήσει την οικονομική της διαφορά με τους αναιρεσιβλήτους με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά επέμενε στην αντισυμβατική της συμπεριφορά, ι) ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά από αυτό δεν είχαν πλέον άλλο νόμιμο, πρόσφορο και αποτελεσματικό μέτρο ούτε να εξασφαλίσουν ούτε να πιέσουν την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτούς τις αποδοχές τους που καθυστερούσε από υπαιτιότητά της και ια) ότι οι αναιρεσίβλητοι με την άσκηση του δικαιώματός τους δεν μπορούσαν και δεν προκάλεσαν ζημία σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία δεν εμποδίσθηκε καθόλου από το γεγονός αυτό στην άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και προσέλαβε μάλιστα άλλους υπαλλήλους τους οποίους απασχόλησε στο λογιστήριό της, όσο χρονικό διάστημα οι αναιρεσίβλητοι απείχαν από την εργασία τους, επειδή είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας.

Η αναιρεσιβαλλομένη συνεπώς απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας καταχρηστικά και, ειδικότερα, κατά τρόπο, ο οποίος υπερέβαινε και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου - με ελλιπείς αιτιολογίες - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 325, 648, 653, 656 και 281 ΑΚ με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της, με την οποία η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει: α) στον πρώτο αναιρεσίβλητο- ενάγοντα το συνολικό ποσό των 46.082,57 ευρώ β) στην δεύτερη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα το ποσό των 20.769,93 ευρώ και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα το ποσό των 5.797 Ευρώ νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο όλων αυτών των ποσών είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και όχι από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, όπως αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα. 6.

Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 580 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, αν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της με βάση την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση επί της ουσίας να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1262/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν ζητήσει να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα-εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το υπόλοιπο δεδουλευμένων και λοιπών αποδοχών από σύμβαση εργασίας την οποία είχαν καταρτίσει μαζί της, νομιμότοκα, κυρίως, από τότε που κάθε επιμέρους αξίωσή τους κατά της αναιρεσείουσας είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής τους.

Το παρεπόμενο αυτό αίτημα της αγωγής, κατά την κύρια βάση του, είναι αόριστο, διότι οι αναιρεσίβλητοι, μολονότι ομολογούν σε αυτή ότι η αναιρεσείουσα τους είχε καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά προς μερική εξόφληση των επιδίκων απαιτήσεών τους, δεν προσδιορίζουν στην αγωγή συγκεκριμένα ποιο ποσό εξακολουθεί να οφείλει η αναιρεσείουσα σε καθένα τους για μηνιαίους μισθούς, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επιδόματα αδείας αναψυχής, με συνέπεια να μην είναι δυνατό να υπολογισθεί το ακριβές ποσό κάθε επιμέρους κονδυλίου επί του οποίου αξιώνονται τόκοι από τη δήλη ημέρα καταβολής του (αρθ.591, 106, 216 παρ.1 α ΚΠολΔ, 655 και 341 ΑΚ, ΑΠ 1790/2023, ΑΠ 1795/2022) και να οφείλονται εν προκειμένω τόκοι από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κατ' άρθρο 346 ΑΚ.

Μετά από αυτό στην προκειμένη περίπτωση ως προς το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που αναιρέθηκε (της περί τοκογονίας του επιδικασθέντος σε κάθε αναιρεσίβλητο ποσού διάταξής της), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης.

Συνεπώς πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης που αναιρέθηκε. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα-εναγομένη να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων το επιδικασθέν ποσό (των 46.082,57 ευρώ στον πρώτο, των 20.769,93 ευρώ στη δεύτερη και των 5.797 ευρώ στην τρίτη), νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών νομίμων αιτημάτων τους, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των εφεσιβλήτων-εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) πρέπει να επιβληθούν εν μέρει σε βάρος της εκκαλούσας-εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) (αρθ.573 παρ.1, 106, 178 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρθηκε στο σκεπτικό, την υπ' αριθμό 314/31-5-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμό 405/27-7-2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Κρατεί και δικάζει κατά το ίδιο κεφάλαιο την από 13-11-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12040-5963/13-11-2017 αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης.

Υποχρεώνει την αναιρεσείουσα-εκκαλούσα-εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο-εφεσίβλητο-ενάγοντα το ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων ογδόντα δύο ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (46.082,57 ευρώ), στη δεύτερη αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη-ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων επτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (20.769,93 ευρώ) και στην τρίτη αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη-ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα επτά (5.797) ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας της παρούσας αναιρετικής δίκης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ

και

Καταδικάζει την εκκαλούσα-εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων-εναγόντων, για τις δίκες που διεξήχθησαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ