Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court correctly rejected the plaintiff's claim as unlawful.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the appellate court's decision. The appellant argued that the lower court erred in law regarding the unlawfulness of their civil action, while the appellees contended the claim was invalid. The court found the appeal inadmissible because the lower court had already ruled the action unlawful and did not address the appellant's minor proposal, and the remaining grounds for cassation were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §§1, 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines the appeal on the merits only if the lower court's decision is not based on a lawful ruling of unlawfulness and fails to address the appellant's minor proposal; otherwise, the appeal is dismissed as the lower court acted correctly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1812 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ι. του Σ. και της Ν., κατοίκου ... στην οδό ..., με Α.Φ.Μ. ... της Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, ως μοναδικός κληρονόμος της Ν. Χ., το γένος Χ. Ο. Α. και της Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μουσταφά Χατζή Χαφούζ, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. (επ) Χ. (ον) του Α. και της Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Χ. (επ) Α. (ον) του Χ. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Χ. (επ) Α. (ον) του Χ. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις, 4) Χ. (επ) Ν. (ον), σύζυγο Σ. Τ., το γένος Χ. Χ. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576§§1, 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διάδικους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζητήσεως έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 5/2024, Α.Π. 1308/2022, Α.Π. 1357/2021, Α.Π. 110/2020).
Στην ένδικη υπόθεση από τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με στοιχεία ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, Μ. Σ., προκύπτει ότι επικυρωμένο, νομίμως, φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη ορισμού ως δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε στον πρώτο και στην τέταρτη των αναιρεσίβλητων.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη σειρά που είχε στο πινάκιο, οι πρώτος και τέταρτη των αναιρεσίβλητων απουσίαζαν, μη παραστάντες μετά πληρεξουσίου δικηγόρου ή εκπροσωπηθέντες από τέτοιο.
Συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά η διαδικασία να διεξαχθεί ως εάν να ήσαν και αυτοί οι διάδικοι παρόντες.
Με την κρινόμενη από 27.10.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. ....2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την από 01.06.2021 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. ....2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο είχε απορρίψει την από 19.12.2019 αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων (Χ. Ι. του Σ. και της Ν.) ήγειρε κατά των αναιρεσίβλητων (Χ. Χ. του Α.
και της Φ., Χ. Α. του Χ. και της Τ., Χ. Α. του Χ. και της Τ., Χ. Ν. σύζυγος Σ. Τ., το γένος Χ. Χ. και της Τ.) την από 19.12.2019 αγωγή, την οποία απηύθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα δημόσιας διαθήκης. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνθηκε, ερήμην της τέταρτης αναιρεσίβλητης και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. ....2021 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η από 01.06.2021 έφεση, την οποία έστρεψε κατά των αναιρεσίβλητων και απηύθηνε στο Τριμελές Εφετείο Θράκης. Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνθηκε, ερήμην της τέταρτης αναιρεσίβλητης και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. ....2022 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 27.10.2022 αίτησή του, την οποία απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψε κατά των αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την άνω έφεση με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος παππού του, Α.
Χ. Ο. του Χ., ενεργώντας ως μοναδικός κληρονόμος της μητέρας του και θυγατέρας του ως άνω κληρονομουμένου, Ν. Χ., το γένος Χ. Ο. Α., της οποίας η ασκηθείσα αγωγή με το ίδιο ως άνω αίτημα, με την υπ' αριθμ. .../2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, απορρίφθηκε τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους ως απαράδεκτη.
Η κρινόμενη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα αρμοδίως εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι δε πλήρως ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων, τους οποίους επαναφέρουν με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τούτου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, πλην όμως κρίνεται νόμω αβάσιμη.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής του, ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος παππού του, για τον λόγο ότι ο τελευταίος ήταν μουσουλμάνος 'Ελληνας πολίτης και απαγορεύεται η σύνταξη δημόσιας διαθήκης εκ μέρους του, διότι οι κληρονομικές του σχέσεις δεν ρυθμίζονται από τον ΑΚ αλλά από το μουσουλμανικό κληρονομικό δίκαιο (φεραΐζ), το οποίο προβλέπει μόνο την εξ αδιαθέτου διαδοχή.
Ωστόσο όμως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η επιλογή του εν λόγω διαθέτη, 'Ελληνα πολίτη, μουσουλμάνου στο θρήσκευμα και μέλους της θρησκευτικής μειονότητας της Θράκης, να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο και να ζητήσει τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, επιλέγοντας ελευθέρως να καθορίσει αυτός τον τρόπο και τα πρόσωπα, στα οποία επιθυμούσε να περιέλθει η περιουσία του, συνιστά νόμιμο δικαίωμα του να διαθέσει την περιουσία του μετά θάνατον, υπό τους ίδιους όρους, όπως και οι υπόλοιποι 'Ελληνες πολίτες και δεν υφίσταται νομική υποχρέωση υπαγωγής του στο μουσουλμανικό δίκαιο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν ρυθμίζει ζητήματα δημόσιας διαθήκης.
Τυχόν αποδοχή του αγωγικού ισχυρισμού εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση μεταξύ των Ελλήνων πολιτών λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, καθόσον εάν γινόταν δεκτή η απαγόρευση που επικαλείται ο ενάγων, ο αποβιώσας παππούς του θα στερείτο , αποκλειστικά και μόνο λόγω της θρησκευτικής του συνείδησης , ένα αστικής φύσης δικαίωμα και δη αυτό (και μάλιστα το τελευταίο) της μετά θάνατον διάθεσης της περιουσίας του με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμούσε, το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι 'Ελληνες πολίτες.
Επομένως, η αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω δημόσιας διαθήκης ως απαγορευμένης από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο αποκλείεται ως αντικείμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επιπροσθέτως, την κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου ενισχύουν και οι τελευταίες τροποποιήσεις του άρθρου 5 του Ν. 1920/1991 (με τον οποίο κυρώθηκε η από 24-12-1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών"), με τις διατάξεις του Ν. 4511/2018 και του Ν.4569/2018 , σύμφωνα με τις οποίες:
α) οριοθετείται η δικαιοδοσία του Μ. στην έκδοση αποφάσεων, καθώς ορίζεται ότι ακόμη και οι εκδιδόμενες εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του Μ. αποφάσεις, οι οποίες κηρύσσονται εκτελεστές δεν πρέπει να αντίκεινται στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και β) ορίζεται ότι οι κληρονομικές σχέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης θα ρυθμίζονται πλέον αποκλειστικά από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με μόνη εξαίρεση την περίπτωση της ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωση του διαθέτη, κατά τον τύπο της δημόσιας διαθήκης, με αποκλειστικό περιεχόμενό της τη ρητή επιθυμία του να υπαχθεί η κληρονομική του διαδοχή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.
Μετά ταύτα πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις ίδιες παραδοχές, απέρριψε την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον ενάγοντα με τους λόγους της έφεσής του, οι οποίοι συγκλίνουν στο ότι ο διαθέτης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ισχύουσες διατάξεις, απαγορευόταν να συντάξει δημόσια διαθήκη λόγω του θρησκεύματός του, πρέπει να απορριφθούν.".
Στην παράγραφο 5§4 στοιχ. γ' της Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου 24/1990 (Φ.Ε.Κ. Α' 182 1990), που προστέθηκε με το άρθρο 1§1 του ν. 4511/2018 (Φ.Ε.Κ. Α' 2 της 15.01.2018), κυρώθηκε δε με το άρθρο μόνο του ν. 1920/1991 (Φ.Ε.Κ. Α' 182 της 04.02.1991) και καταργήθηκεμε το άρθρο 48§3 του ν. 4569/2018 (Φ.Ε.Κ. Α' 179 της 11.10.2018), όπως εν τέλει και ο ν. 1920/1991 με το άρθρο 162 περίπτ.
α' του ν. 4964/2022 (Φ.Ε.Κ. Α' 150 της 30.07.2022) ορίζονταν τα ακόλουθα: "Οι κληρονομικές σχέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εκτός εάν ο διαθέτης συντάξει ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωση τελευταίας βούλησης, κατά τον τύπο της δημόσιας διαθήκης, με αποκλειστικό περιεχόμενό της τη ρητή επιθυμία του να υπαχθεί η κληρονομική του διαδοχή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.
Η δήλωση αυτή είναι ελεύθερα ανακλητή, είτε με μεταγενέστερη αντίθετη δήλωσή του ενώπιον συμβολαιογράφου είτε με σύνταξη μεταγενέστερης διαθήκης, κατά τους όρους του Αστικού Κώδικα. Ταυτόχρονη εφαρμογή του Αστικού Κώδικα και του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στην κληρονομική περιουσία ή σε ποσοστό ή και σε διακεκριμένα στοιχεία αυτής απαγορεύεται.".
Έτσι, κατά το ενδιαφέρον χρονικό σημείο, ίσχυε η διάταξη του άρθρου 5§2 της άνω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου που όριζε τα ακόλουθα: "Ο Μ. ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών της περιφέρειάς του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.".
Πρόκειται για διάταξη που επαναλαμβάνει κατά ένα μέρος της το περιεχόμενο μιας σειράς διατάξεων που ίσχυσαν κατά καιρούς (άρθρο 11§9 της Συνθήκης των Αθηνών της 01.11.1913 μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον ν. ΔΣΙΓ(4213)/01/14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) "Οι Μουφτήδες, εκτός της αρμοδιότητος αυτών επί των καθαρώς θρησκευτικών υποθέσεων και της εποπτείας αυτών επί της διοικήσεως των Βακουφικών κτημάτων, ασκούσι την εαυτών δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και διαδοχής εις θέσιν ... (τεβλιέτ).", άρθρο 4 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ.
Α' 25 της 01.02.1914) "Τα του γάμου των εις το μουσουλμανικόν ή ισραηλιτικόν θρήσκευμα ανηκόντων, ήτοι τα αφορώντα εις την νόμιμον σύστασιν και διάλυσιν του γάμου και τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και τα των συγγενικών δεσμών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται κατ' αυτόν, Ως προς τους μουσουλμάνους ισχύουσιν προσέτι οι περί αυτών ειδικοί όροι της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τελευταίας συνθήκης.", άρθρο 10§1 του ν. 2345/1920 (Φ.Ε.Κ.
Α' 148 της 03.07.1920) "Οι Μουφτήδες, πλην των καθαρώς θρησκευτικών αυτών καθηκόντων κατά τον ιερόν νόμον εποπτεύουσι τους εν τη περιφερεία των θρησκευτικούς και εκπαιδευτικούς λειτουργούς των Μουσουλμανικών κοινοτήτων, ως και την υπό των κοινοτήτων τούτων διαχείρισιν των βακουφικών περιουσιών, ασκούσι δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφ' όσον διέπεται υπό του ιερού Μουσουλμανικού νόμου, και έχουσι γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος θρησκευτικού, κληρονομικού ή του οικογενειακού των Μουσουλμάνων δικαίου." και είχαν ως σκοπό την προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας των μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδος.
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 14§1 της Συνθήκης των Σεβρών του έτους 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29.09.1923 (Φ.Ε.Κ. Α' 311 της 30.10.1923) "Η Ελλάς συμφωνεί να λάβη αναφορικώς προς τους μουσουλμάνους πάντα τα αναγκαιούντα μέτρα όπως κανονίση, συμφώνως προς τα μουσουλμανικά έθιμα, τα του οικογενειακού δικαίου και της προσωπικής καταστάσεως αυτών.
Η Ελλάς αναλαμβάνει να προστατεύη τα τεμένη, νεκροταφεία και λοιπά μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα. Τα ευαγή αφιερώματα (βακούφια) και τα υπάρχοντα σήμερον μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα θέλουσι τύχει πλήρους αναγνωρίσεως και πάσα ευκολία θέλει παρασχεθεί αυτοίς, ουδεμίαν δε των αναγκαίων ευκολιών, των εξασφαλιζομένων εις τα άλλα του είδους τούτου ιδιωτικά ιδρύματα, θέλει αρνηθή η Ελλάς δια την σύστασιν νέων θρησκευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων." και των άρθρων 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης του έτους 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ.
της 25.08.1923 (Φ.Ε.Κ. Α' 238 της 25.08.1923) "Η Τουρκική Κυβέρνησις δύναται να λάβη απέναντι των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, όσον αφορά την οικογενειακήν ή προσωπικήν αυτών κατάστασιν, πάντα τα κατάλληλα μέτρα, όπως τα ζητήματα ταύτα κανονίζωνται συμφώνως προς τα έθιμα των μειονοτήτων αυτών. Τα μέτρα ταύτα θέλουσιν επεξεργασθή ειδικαί επιτροπαί, αποτελούμεναι εξ ίσου αριθμού αντιπροσώπων της Τουρκικής Κυβερνήσεως και μιάς εκάστης των ενδιαφερομένων μειονοτήτων.
Εν περιπτώσει διαφωνίας, η Τουρκική Κυβέρνησις και το Συμβούλιον της Κοινωνίας των Εθνών θέλουσι διορίσει, από κοινού, επιδιαιτητήν εκλεγόμενον μεταξύ των ευρωπαίων νομομαθών. Η Τουρκική Κυβέρνησις υποχρεούται να παρέχη πάσαν προστασίαν εις τας εκκλησίας, συναγωγάς, νεκροταφεία και λοιπά θρησκευτικά καθιδρύματα των ειρημένων μειονοτήτων.
Εις τα ευαγή καθιδρύματα ως και τα θρησκευτικά και φιλανθρωπικά καταστήματα των αυτών μειονοτήτων, των ήδη ευρισκομένων εν Τουρκία, θα παρέχηται πάσα ευκολία και άδεια, η δε Τουρκική Κυβέρνησις, προκειμένου περί ιδρύσεως νέων θρησκευτικών και φιλανθρωπικών καθιδρυμάτων, ουδεμίαν θέλει αρνηθή εκ των αναγκαίων ευκολιών, αίτινες έχουσιν εξασφαλισθή εις τα λοιπά ιδιωτικά καθιδρύματα ομοίας φύσεως.", "Τα αναγνωρισθέντα δια των διατάξεων του παρόντος Τμήματος δικαιώματα εις τας εν τη Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν των εδάφει αυτής ευρισκομένας μειονότητας.", εξασφαλίστηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου στους μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους.
Σημειωτέον, ότι το μουσουλμανικό κληρονομικό δίκαιο (φεραΐζ) προβλέπει, κατά βάση, μόνο την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και δεν αναγνωρίζει τη σύνταξη διαθήκης. Οι λόγοι της κληρονομικής διαδοχής είναι η εξ αίματος συγγένεια, ο γάμος και η επιτροπεία. Οι προϋποθέσεις της υλοποιήσεώς της είναι ο θάνατος του κληρονομουμένου, η εν ζωή ύπαρξη του κληρονόμου κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και η γνώση του λόγου της εξ αδιαθέτου διαδοχής εκ μέρους του ιεροδίκη, ώστε να δύναται να ελέγξει τη βασιμότητα του κληρονομικού δικαιώματος και να το αναγνωρίσει.
Κατ' εξαίρεση, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δυνατή η σύνταξη της λεγομένης ισλαμικής διαθήκης συνήθως υπέρ φιλανθρωπικών σκοπών και μόνο μέχρι του ποσοστού 1/3 της κληρονομίας. Αυτό συμβαίνει, διότι οι εξ αδιαθέτου κληρονομικές μερίδες των κληρονόμων και το μέγεθός τους περιέχονται στο Ιερό Κοράνιο και ειδικότερα στο κεφάλαιο Αλ Νίσα (Οι γυναίκες), η δε σύνταξη διαθήκης οδηγεί είτε σε εξαφάνιση είτε σε αλλοίωση αυτών των προβλεπόμενων κληρονομικών μερίδων και, συνεπώς, θεωρείται παραβίαση του περιεχομένου του ανωτέρω κεφαλαίου του Ιερού Κορανίου και απαγορεύεται.
Οι ισλαμικές διαθήκες διέπονται από το φεραΐζ, λόγω της ιδιαίτερης φύσεώς τους, όμως οι ρυθμιζόμενες από τον Α.Κ. διαθήκες, όπως προκύπτει από την επιφύλαξη "... εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο." (Α.Π. 526/2021) δεν διέπονται από το φεραΐζ και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται ο δικαστικός τους έλεγχος με βάση τους κανόνες αυτού.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και των διεθνών συμβάσεων συνάγεται με την αναγκαία σαφήνεια ότι είναι δυνατό Έλληνας μουσουλμάνος, ανήκων στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, να επιλέξει να συντάξει δημόσια διαθήκη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1724 επόμ. του Α.Κ., χωρίς να περιορίζεται στις προβλέψεις περί κληρονομίας του ιερού μουσουλμανικού νόμου, η υιοθέτηση των οποίων δεν απαγορεύεται.
Η διαθήκη αυτή επιφέρει έννομες συνέπειες, όπως κάθε άλλη νομίμως συνταγείσα διαθήκη, και σ' αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται το κοινό κληρονομικό δίκαιο κατά τον Α.Κ. και όχι ο ιερός μουσουλμανικός νόμος. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η διατήρηση της ισχύος του ιερού μουσουλμανικού νόμου και της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του μουφτή, με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οφείλεται στη βούληση του νομοθέτη να προστατεύσει την ιδιαίτερη θρησκευτική και πολιτισμική ταυτότητα της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.
Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν η στέρηση των αστικών δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας, αλλά η υποβοήθησή τους στη διατήρηση ορισμένων κανόνων δικαίου που άπτονται της προσωπικής και οικογενειακής τους καταστάσεως και των κληρονομικών σχέσεων τους. Βεβαίως, τα φυσικά πρόσωπα δεν δύνανται να επιλέγουν μεταξύ περισσότερων δικαίων το δίκαιο που θα ρυθμίζει τις προσωπικές και κληρονομικές σχέσεις τους, όπως αντιθέτως ισχύει με τις συμβατικές σχέσεις, πλην όμως οι μουσουλμάνοι πολίτες της Ελληνικής επικράτειας έχουν όλα τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008/2019 και την Ε.Σ.Δ.Α.
δηλαδή την εν Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσα υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων των ανθρώπων και των θεμελιωδών ελευθεριών", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53 της 19/2.09.1974, όπως και το Πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952, και μεταγλωττίσθηκε - αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π.
δ. 76/2022 έχει δε υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαίωμα της διαθέσεως της περιουσίας μετά θάνατο. Όταν επιθυμούν να ασκήσουν αυτό το αστικής φύσεως δικαίωμα που παρέχεται αδιακρίτως σε όλους τους Έλληνες πολίτες, δεν επιτρέπεται η στέρησή του, με την αιτιολογία ότι οι κληρονομικές σχέσεις τους διέπονται από το φεραΐζ.
Η εφαρμογή του φεραΐζ στα ανωτέρω πρόσωπα με τρόπο, ώστε να απαγορεύεται η διάθεση της περιουσίας τους μετά θάνατο εισάγει ανεπίτρεπτη δυσμενή διάκριση λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, δεδομένου, ότι, αν γινόταν δεκτή αυτή η απαγόρευση, τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας θα στερούνταν ένα αστικό δικαίωμα, το οποίο απολαμβάνουν οι λοιποί πολίτες, αποκλειστικό και μόνον λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ανεξάρτητα αν αυτοί θέλουν ή πιστεύουν στη θρησκεία τους.
Η λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων απαγόρευση συντάξεως δημοσίας διαθήκης αντίκειται τόσο στα άρθρα 4§2, 5§§1,2 και 13§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 ("Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη.
Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.", "Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη.
Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.") όσο και στα άρθρα 14 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής ("Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως.", "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων."), διότι αφαιρεί το δικαίωμα της ελεύθερης διαθέσεως της περιουσίας μετά τον θάνατο με βάση τη θρησκεία, δηλαδή, ένα κριτήριο που απαγορεύεται να λαμβάνεται υπόψη για τη χορήγηση ή την αφαίρεση δικαιώματος.
Συνεπώς, ακόμη και υπό την υποθετική εκδοχή, ότι οι κληρονομικές σχέσεις των μουσουλμάνων πολιτών διέπονται πάντοτε από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο και, ειδικότερα από το φεραΐζ, η εφαρμογή του πρέπει να γίνεται με τρόπο εναρμονισμένο προς το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008/2019 , την Ε.Σ.Δ.Α. και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής, που αποτελούν πηγή δικαίου υπερνομοθετικής ισχύος.
Διευκρινίζεται, ότι η ισχύς του φεραΐζ κρίθηκε σύμφωνη με το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008/2019 και την Ε.Σ.Δ.Α. και δη με τις διατάξεις των άρθρων 4§1, 17, 20§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Α.Π. 1097/2007). Άλλωστε, κάθε διάταξη του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου, που είναι αντίθετη προς τις ρυθμίσεις του Α.Κ., δεν είναι αντισυνταγματική εξαιτίας και μόνον αυτής της αντιθέσεως, πλην όμως προσκρούει στο περιεχόμενο των προαναφερθεισών διατάξεων του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 και της Ε.Σ.Δ.Α.
η ερμηνεία του φεραΐζ κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αφαιρούνται ατομικά δικαιώματα από τους Έλληνες πολίτες, παρά τη ρητή βούλησή τους να τα ασκήσουν. Δηλαδή, εν προκειμένω, θα ήταν αντίθετη στο Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008/ 2019 και στην Ε.Σ.Δ.Α. η ερμηνεία και εφαρμογή του μουσουλμανικού κληρονομικού δικαίου με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγηθεί η Ελληνική έννομη τάξη να θεωρεί άκυρες ή ανενεργές τις διαθήκες που συντάσσουν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Θράκης, κατά τις διατάξεις του Α.Κ., παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι, με μόνη τη σύνταξή τους, διατυπώνουν απερίφραστα τη βούλησή τους να ασκήσουν το δικαίωμα της μετά θάνατο διαθέσεως της περιουσίας τους και να απεμπολήσουν την υπαγωγή τους στον ιερό μουσουλμανικό νόμο.
Το γεγονός ότι η εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου καλύπτεται νομικά και από το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα από τα άρθρα 42 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης δεν είναι δυνατό να οδηγήσει στην ερμηνεία και εφαρμογή του φεραΐζ κατά τρόπο που οδηγεί στην περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων μουσουλμάνων, διότι ο σκοπός της Συνθήκης αυτής ήταν ο αντίθετος, δηλαδή, η ενίσχυση της μειονότητας, και όχι η στέρηση των αστικής φύσης δικαιωμάτων από τα μέλη της.
Η ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης προς την κατεύθυνση της απαγορεύσεως των προστατευόμενων από αυτή προσώπων να διαχειρίζονται ελευθέρως την περιουσία τους και, ειδικότερα, να καθορίζουν τους κληρονόμους τους έχει ως συνέπεια την κατάργηση βασικών ελευθεριών και, επομένως, άγει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώχθηκε με την υπογραφή της.
Μετά ταύτα, εφόσον Έλληνας πολίτης, μουσουλμάνος το θρήσκευμα, μέλος της θρησκευτικής μειονότητας της Θράκης, επιλέγει να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο και να ζητήσει τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης, υποδηλώνοντας σιωπηρώς την επιθυμία του για μη υπαγωγή του στον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ασκεί νομίμως το δικαίωμά του να διαθέσει την περιουσία του μετά θάνατο υπό τους ίδιους όρους, όπως και οι υπόλοιποι πολίτες, αποκλείεται η ακύρωση της διαθήκης, η αναγνώριση της ακυρότητάς της ή της μη επελεύσεως εννόμων συνεπειών από αυτήν ως απαγορευμένης από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο διότι το αντίθετο θα συνιστούσε παραβίαση των άρθρων 4§2, 5§§1, 2 και 13§1 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 όσο και των άρθρων 14 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Η άνω επιλογή της καταρτίσεως δημόσιας διαθήκης κατά τις διατάξεις του Α.Κ. έχει ως αποτέλεσμα και την εφαρμογή των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου του Α.Κ. (Α.Π. 526/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν χώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθώς, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανελέγκτως, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.Α.Π. 36/1988, Α.Π. 4/2006).
Με τον παρόντα λόγο ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν έγινε δεκτή ως νόμιμη κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (Α.Π. 897/2019). Για το ορισμένο του σχετικού αναιρετικού λόγου, στην περίπτωση αυτή, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται το περιεχόμενο, δηλαδή η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από αυτό να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 28/1998).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επικαλούμενος έξι λόγους αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο και προσδιορίζονται με τα γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ επιχειρείται δε να βρουν νόμιμο έρεισμα στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. .
Οι ανωτέρω λόγοι (Α λόγος β σκέλος, Β λόγος β σκέλος, Γ λόγος β σκέλος, Δ λόγος β σκέλος, Ε λόγος, ΣΤ λόγος) καθόσον επιδιώκεται να βρουν νόμιμο έρεισμα στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι και, τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη και δεν διέλαβε στο σκεπτικό της ελάσσονα πρόταση, πρόταση που ελέγχεται με την ανωτέρω νομική πλημμέλεια.
Επιπλέον, ο Γ λόγος α σκέλος, καθόσον επιχειρείται να βρει νομικό έρεισμα στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στην εκ μέρους του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένη ανάγνωση και ερμηνεία της υπ' αριθμ. ....2019 αποφάσεως του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Δ.Α.), είναι απαράδεκτος και, τούτο διότι η άνω απόφαση δεν συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. .
Επομένως, παραμένουν προς εξέταση οι λόγοι Α α σκέλος και Β α σκέλος για τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται ως νομικό έρεισμα τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και αφορούν την εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου παράβαση των διατάξεων 10 του ν. 2345/1920, 11§9 της Συνθήκης των Αθηνών, που κυρώθηκε με τον ν.
ΔΣΙΓ/1913, 4 του ν. 147/2014, 4511/2018 και 4569/2018. Από την επισκόπηση της μείζονος προτάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την εκφορά της κρίσεώς του επί της νομιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του εφαρμόζοντας την ορθή διάταξη του νόμου, ήτοι αυτή του άρθρου 5§2 της, νομίμως, κυρωθείσης ανωτέρω Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, την οποία ορθά επιπλέον είχε ερμηνεύσει, υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής νομοθεσίας όσο και των διεθνών συμβάσεων.
Η αναφορά των ν. 4511/2018 και 4569/2018 έγινε για να ενισχυθεί η επιχειρηματολογία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δεν έτυχαν εφαρμογής για την επίλυση του προκύπτοντος νομικού ζητήματος. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως που παρέμειναν προς εξέταση κρίνονται αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, (δεύτερου και τρίτου), ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), λόγω της ήττας του, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2022 αίτηση του Χ. Ι. του Σ. και της Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ....2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων (δεύτερου και τρίτου), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ