Legislator Case Law & Legislation
1812/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to raise proportionality argument at first instance regarding damages amount.

Case Number 1812/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision awarding 15,000 euros in damages. The appellant argued the amount was disproportionate, but this specific claim was not raised before the Second Instance Court. Consequently, the Court ruled that the error could not be corrected on appeal because it was not properly presented at the trial level.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a Civil Procedure Code; Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the grounds were not raised before the court of second instance, as such errors cannot be corrected on appeal unless an exception applies.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Proportionality Principle Damages Amount Failure to Raise Argument Second Instance Court Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a Civil Procedure Code
Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 495 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 Civil Procedure Code
Art. 934 Civil Code
Art. 25 para. 1 Constitution

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1812 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1812/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια και Παπαναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Η., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τζούλη. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Α., κατοίκου ... ...ς. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεννάδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4916/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 664/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-1-2020 αίτησή του και τους από 15-12-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 664/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της ως άνω αίτησης ορίστηκε η δικάσιμος της 31-1-2022, ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 15-12-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 16-12-2021.

Από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης (με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) Θ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 22-12-2021 , ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω. Kατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 706/2009).

Εξάλλου, μορφή υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στον δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Πρόσφορη δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υφίσταται, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά τον χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ: "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ "....το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου και συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής ή κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Στην έννοια της προσωπικότητας περιέχονται όλες εκείνες οι αστάθμητες αξίες, που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου και προστατεύονται όλα τα αγαθά που τη συγκροτούν, ήτοι, μεταξύ άλλων, α) στοιχεία αναφορικά με τη ζωή, σωματική ακεραιότητα και την υγεία του προσώπου (σωματικά αγαθά), β) στοιχεία αναγόμενα στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου (ψυχικά αγαθά), γ) στοιχεία σχετικά με την ελευθερία προς ανάπτυξη της προσωπικότητας, ήτοι να διαθέτει κανείς τον εαυτό του κατά βούληση, να απολαμβάνει προσωπική ασφάλεια και ελευθερία κίνησης, εγκατάστασης και επικοινωνίας, καθώς και να αναπτύσσει ακώλυτα κοινωνική, οικονομική, επιστημονική και γενικά κάθε είδους δραστηριότητα δ) στοιχεία συνδεόμενα με την τιμή του προσώπου, ε) στοιχεία του ιδιωτικού βίου και της σφαίρας του απορρήτου (ΑΠ 1095/2009, ΑΠ 543/2009, ΑΠ 261/2008).

Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Ειδικότερα, προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 532/2011).

Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για τον χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη (ΑΠ 1155/2021, ΑΠ 925/2021), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της παράβασης του άρθρου 184 του ΠΚ (που καταργήθηκε με τον ν. 4619/2019), χωρίς να είναι, κατ' ανάγκη, απαραίτητο, για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής του ως άνω εγκλήματος, αφού όπως προεκτέθηκε, παράνομη, κατά το αστικό δίκαιο, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 184 ΠΚ, που περιλαμβάνεται στο με τίτλο "επιβολή της δημόσιας τάξης" (ως δημόσιας τάξης νοουμένης της ειρηνικής και ήρεμης συνύπαρξης των πολιτών υπό την κυριαρχία του κράτους), στο έκτο κεφάλαιό του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, "Όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την νομοτυπική υπόσταση του θεσπιζόμενου μ` αυτήν εγκλήματος με το οποίο προστατεύεται το έννομο αγαθό της εσωτερικής ειρήνης της ολότητας, της γενικής ησυχίας των πολιτών και του αισθήματος ασφάλειας, απαιτείται δημόσια πρόκληση ή διέγερση σε διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και ο δόλος του δράστη, αρκεί οποιοσδήποτε βαθμός αυτού (και ενδεχόμενος δόλος), για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Ο δόλος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι με τις εκδηλώσεις του προκαλεί ή διεγείρει δημόσια αόριστο αριθμό ανθρώπων σε τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος και τη θέληση να προκαλέσει αυτό το αποτέλεσμα. "Πρόκληση", νοείται η δημιουργία απόφασης τέλεσης μη συγκεκριμένου κακουργήματος ή πλημμελήματος παραβατικής συμπεριφοράς σε αόριστο αριθμό ανθρώπων, η οποία είναι συνέπεια σαφούς νοητικής επικοινωνίας πομποδέκτη, δηλαδή συνέπεια της άμεσης, ευθείας και αποκαλυμμένης ως προς τον σκοπό της προτροπής του δράστη.

Έτσι η πρόκληση της απόφασης δημιουργείται μετά από την προτροπή του δράστη που απευθύνεται στη διάνοια των ακροατών ή αναγνωστών του και τους πείθει για την ορθότητα ή σκοπιμότητα της εν λόγω παραβατικής συμπεριφοράς, με ανάπτυξη επιχειρηματολογίας, προφορικά ή έγγραφα διατυπωμένης. "Διέγερση" - που νοείται μόνο κατ` αποτέλεσμα - θεωρείται η δημιουργία απόφασης όχι με άμεση, αλλά με έμμεση επιρροή πάνω στη βούληση του δέκτη, με τον ερεθισμό του συναισθηματικού του κόσμου, των παθών ή των ενστίκτων του.

Αυτή δημιουργείται με επίδραση στο συναίσθημα και όχι στη διάνοια. Έτσι, ο "διεγείρων" δεν προτρέπει απευθείας και απροκάλυπτα στα ως άνω και στον τρόπο εκδήλωσης τους, αλλά εξωθεί σ` αυτά με κατάλληλο ψυχολογικό ερεθισμό, δημιουργώντας ορισμένη ψυχική κατάσταση. Η πρόκληση και η διέγερση μπορεί να συντρέχουν, ενδεχομένως μάλιστα τα ίδια λόγια σε άλλους από τους αποδέκτες να επιφέρουν το αποτέλεσμα της πρόκλησης και σε άλλους εκείνο της διέγερσης.

Ακόμη, ενόψει του προαναφερθέντος σκοπού της θέσπισης της εν λόγω αξιόποινης πράξης, η πρόκληση ή διέγερση για να θεμελιώνουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αυτής πρέπει να δημιουργούν κατάσταση στον κοινωνικό χωροχρόνο, που έλαβαν χώρα, ικανή να προκαλέσει επικίνδυνη ατμόσφαιρα για το έννομο αγαθό της ευταξίας (δημόσιας τάξης) του συγκεκριμένου χώρου, ώστε παραπέρα να προκληθεί εξελικτικά ή από οποιονδήποτε εξωτερικό "σπινθήρα" η διασάλευση της ευταξίας με τη δημιουργία σοβαρών επεισοδίων, προσβολών κατά προσώπων και πραγμάτων. "Δημόσια τέλεση" υπάρχει όταν είναι δυνατό να υποπέσει στην αντίληψη αόριστου αριθμού προσώπων, άλλων εκτός από εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται, και μη συνδεόμενων προς τον δράστη με συγγενικές ή προσωπικές σχέσεις, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, ασχέτως αν πράγματι την αντελήφθησαν τρίτοι, αρκεί να υπήρχε η δυνατότητα να γίνει αντιληπτή. (ΑΠ (ΠΟΙΝ) 850/2019).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας που επήλθε με την τέλεση της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, μπορεί να επιδικαστεί σ' αυτόν που προσβλήθηκε χρηματική ικανοποίηση, για τον προσδιορισμό του ποσού της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι τον βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, ο δε καθορισμός του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού για την ικανοποίηση του παθόντος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1216/2014 , ΑΠ 931/2014 και ΑΠ 285/2012).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 106/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι είναι εκλεγμένος ... από τον Ιανουάριο του έτους 2011, ότι την 11-9-2013 ο εναγόμενος (αναιρεσείων) μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του στο ...

ίδρυμα στα πλαίσια της 48ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ως αρχηγός του πολιτικού κόμματος με την ονομασία "...", προέτρεψε αναρίθμητο πλήθος πολιτών, οι οποίοι αντιδρούσαν στη μεταλλευτική δραστηριότητα στη ..., να τον λιντσάρουν με τη φράση "Πρέπει ο ...ς να μην μπορεί να κυκλοφορήσει. Λιντσάρετέ τον! Εγώ μαζί σας", ότι η προτροπή αυτή βιντεοσκοπήθηκε από κάμερα τηλεοπτικού συνεργείου και αναμεταδόθηκε ως είδηση επικαιρότητας από όλα τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα (μεταξύ άλλων MEGA ANTENNA, ALPHA, ΣΚΑI) και ότι με τον τρόπο αυτόν ο εναγόμενος, ο οποίος προέβη στη δήλωση αυτή συνειδητά και σε πλήρη γνώση του περιεχομένου της και γνωρίζοντας το γεγονός ότι αυτός (ενάγων) ήδη είχε στοχοποιηθεί από μερίδα πολιτών με λεκτικές και έμπρακτες εκδηλώσεις βίας, διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 184 του ΠΚ και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, καθώς από την προτροπή σε αόριστο αριθμό πολιτών να προσβάλλουν έννομα αγαθά του και να τον καταστήσουν στόχο εγκληματικών ενεργειών υπέστη βαρύτατη ψυχική αναστάτωση και σωματικό στρες.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ποσού 100.000 ευρώ. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ` αυτήν τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την επίδικη αξίωση του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) κατά του εναγομένου (αναιρεσείοντος), και συγκεκριμένα τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσιβλήτου, με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο ειδικότερος τρόπος που επλήγη και εθίγη η τιμή και υπόληψη του αναιρεσιβλήτου, αφού το στοιχείο αυτό δεν είναι ίδιον και αυτοτελές, αλλά βοηθητικό και δύναται να προκύψει από τις αποδείξεις.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει αυτήν απαράδεκτη, λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11/9/2013 ο εναγόμενος με την ιδιότητά του ως Προέδρου του πολιτικού κόμματος με την ονομασία "..." απηύθυνε ομιλία σε πολίτες στο ... Συνεδριακό Κέντρο στα πλαίσια της 78ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων τα οποία βιντεοσκόπησαν την ομιλία του, προκειμένου να μεταδοθούν αποσπάσματά της σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Μετά την ολοκλήρωση της ομιλίας του και αφού ο εναγόμενος είχε κατέλθει του βάθρου των ομιλητών, επέστρεψε σε αυτό, κατόπιν προτροπής μερίδας των ακροατών του, που επιθυμούσαν να πληροφορηθούν τη θέση του κόμματός του για τις μεταλλευτικές εργασίες εξόρυξης χρυσού στα ... στη θέση ... και ανέφερε τα ακόλουθα: "Μη ρωτάτε για το χρυσό για τις ....

Εμείς δεν διαπραγματευόμαστε την ελληνική γη με κανέναν. Οι ... δεν είναι κωλοτούμπες. Ήρθαμε στην .... Σας προειδοποιούσαμε. Σήμερα ο Β. Κ. είναι στους άδικα κρατούμενους στις φυλακές .... Να απευθύνεστε στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ που σας είπαν ψέματα. Οι ... δεν αλλάζουν ποτέ απόψεις ...

Να πάτε τώρα στη ... και να μαζέψετε τον δήμαρχο ..., ο οποίος σας πρότεινε να μη πίνετε νερό. Όχι σε μας". Ακολούθως, εξερχόμενος από το συνεδριακό κέντρο συνάντησε στον εξωτερικό χώρο αυτού συγκεντρωμένους πολίτες, οι οποίοι συνέχισαν να τον ερωτούν για τις απόψεις του για τις εργασίες εξόρυξης χρυσού, διαμαρτυρόμενοι για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εργασιών αυτών στην περιοχή τους, οπότε προέβη στην ακόλουθη δήλωση: "Πρέπει ο ...ς να μη μπορεί να κυκλοφορήσει.

Λιντσάρετέ τον. Είμαι μαζί σας. Δεν είναι δυνατόν να βγαίνει και να λέει ότι το αρσενικό στο νερό είναι πάνω από τα επιτρεπτά όρια. Γιατί τότε ... τότε λαχανικά που βγαίνουν απ' αυτό το νερό . . . νερό. Το αρσενικό περνάει στα ... παντού. Δεν είναι δικαιολογία αυτό . . Πρέπει εάν θέλετε ... να κάνετε κινητοποιήσεις. . . .

θα 'ρθω και πάνω". Όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου και επικαλούμενου από τον ενάγοντα ψηφιακού δίσκου (CD-RΟΜ), που περιέχεται η δήλωση αυτή, το οποίο δεν αποτελεί παράνομο αποδεικτικό μέσο ως προϊόν υποκλοπής και παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, πρωτίστως διότι αφορά συνομιλία που διεξήχθη δημόσια, προοριζόμενη δηλ.

να ακουστεί από αόριστο αριθμό προσώπων (ΑΠ 611/2017, ΑΠ (ποιν) 453/2016, ΑΠ (ποιν) 1532/2013), ο εναγόμενος προέβη στη δήλωση αυτή ενώ εμφανώς βιντεοσκοπείται, όπως αυτό αποδεικνύεται από το δυνατό φως νυκτερινής λήψης το οποίο φωτίζει τόσο τον ίδιο όσο και τους παριστάμενους, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή αν η βιντεοσκόπηση γίνεται με τη χρήση κινητού τηλεφώνου, όπως ο εναγόμενος διατείνεται ή κάμερας τηλεοπτικού συνεργείου, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται.

Το εν λόγω βίντεο δόθηκε στη δημοσιότητα από την πρωτοβουλία "..." και αναμεταδόθηκε την 16/9/2013 από τις ειδησεογραφικές εκπομπές των τηλεοπτικών σταθμών πανελλήνιας εμβέλειας (ΣΚΑΙ, STAR, ΜΕGΑ, ΑΝΤ1) των οποίων αποτέλεσε ένα από τα κύρια θέματα και στο διαδίκτυο στις ενδεικτικά αναφερόμενες ηλεκτρονικές σελίδες www.iefimerida.gr και www.youtube.com όπου είναι έως και σήμερα αναρτημένο.

Στη δήλωση αυτή, η οποία συνδέεται λογικά και νοηματικά με την πιο πάνω δήλωσή του εντός του Συνεδριακού Κέντρου, ο εναγόμενος προέβη, ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι ήδη στην περιοχή της ...ς είχε διαμορφωθεί ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα μεταξύ κατοίκων της περιοχής και της εταιρείας "... Α.Ε.", η οποία εκτελούσε τις μεταλλευτικές εργασίες εξόρυξης χρυσού στα ..., αλλά και του εναγόμενου (ορθό ενάγοντος), στον οποίο καταλόγιζαν ότι ως Δήμαρχος του Δήμου ...

ανεχόταν τις θεωρούμενες από αυτούς παράνομες μεταλλευτικές εργασίες της εταιρίας, που, όπως υποστήριζαν, προκάλεσαν τη μόλυνση με αρσενικό των πηγών ... από τις οποίες υδροδοτείται ο οικισμός ... ...ς. Κατά την εκδήλωση των αντιδράσεων αυτών είχαν σημειωθεί επεισόδια επιθέσεων στους εργαζομένους στα μεταλλεία στις ...

αλλά και πρόκλησης υλικών φθορών τόσο στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω εταιρίας, όσο και σε βάρος του Α.Τ. ..., του Δημαρχείου της ... και των ατομικών περιουσιακών στοιχείων των δημοτικών συμβούλων και του ενάγοντος, που έλαβαν ευρεία δημοσιότητα όχι μόνο μέσω της καθημερινής ειδησεογραφικής κάλυψής τους από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο [μεταξύ άλλων στις ιστοσελίδες enet.gr (10/4/2013) newsbeast (10.4.2013), kathimerini.gr (30/4/2013), news.gr (29/4/2013), ethnos.gr (19/2/2013) κ.λ.π.], αλλά και λόγω των από 4/7/2013, 14/5/2013 και 8/2/2013 μηνυτήριων αναφορών του ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις οποίες γίνεται καταγραφή των πιο πάνω παράνομων ενεργειών και επίσης από τη διενέργεια προανακριτικής εξέτασης σε βάρος 29 κατοίκων της περιοχής ως υπόπτων διάπραξης εγκληματικών ενεργειών, η οποία επίσης έτυχε ευρείας δημοσιότητας (μεταξύ άλλων στο φύλλο της εφημερίδας ...

της 6/10/2013). Η επίμαχη δήλωση του εναγόμενου και μάλιστα με ενδυνάμωση της φωνής του, με τη χρήση της περιέχουσας έντονη νοηματική βαρύτητα και συναισθηματική φόρτιση φράσης "λιντσάρετέ τον", που συνοδευόταν από την προτροπή "πρέπει να μην μπορεί να κυκλοφορήσει", με την παράλληλη γνωστοποίηση της εκ μέρους του ψυχικής συμπαράστασης και πολιτικής κάλυψης στις ανωτέρω ενέργειες, εκφεύγει του ορθού πολιτικού λόγου και της διάθεσης συμπαράστασης στους κατοίκους της περιοχής, που καλόπιστα ή μη, εξέφραζαν τις ανησυχίες τους και την αντίθεσή τους στις εξορυκτικές εργασίες χρυσού και πληροί την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 184 του ΠΚ.

Τούτο διότι, διεγείροντας το συναίσθημα και ερεθίζοντας το θυμικό των αντιδρώντων κατοίκων, εν γνώσει του προέτρεψε όχι μόνο εκείνους προς τους οποίους απευθυνόταν, αλλά και αόριστο αριθμό ατόμων που είτε βρίσκονταν πλησίον του και γίνονταν κοινωνοί της δήλωσής του, είτε παρακολούθησαν τη δήλωσή του μέσω των ειδησεογραφικών εκπομπών, να διαπράξουν σε βάρος του ενάγοντος κακούργημα ή πλημμέλημα.

Με τον τρόπο αυτό και με δεδομένη την έντονα παράνομη και κοινωνικά απρόσφορη αυτή δήλωση, ο εναγόμενος πρόσβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθώς τον στοχοποίησε στα μάτια αόριστου αριθμό ατόμων ως συνυπαίτιο της μόλυνσης του ύδατος και έτσι περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του, τον υπέβαλε σε περιβάλλον διαρκούς απειλής της σωματικής ακεραιότητας τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του και κινδύνου των περιουσιακών αγαθών του και του στέρησε το δικαίωμα ελεύθερης βούλησης στην άσκηση των καθηκόντων του ως Δήμαρχος, παρέχοντας τους ταυτόχρονα πολιτική, τουλάχιστον, κάλυψη, σε οποιαδήποτε έκνομη ενέργεια σε βάρος του.

Η φράση "λιντσάρετέ τον" είναι σαφής και το ιστορικό και νοηματικό υπόβαθρό της γνωστό στον εναγόμενο, ενόψει του μορφωτικού επιπέδου του και της πολιτικής θέσης και εμπειρίας του, που του επιτρέπουν να αξιολογεί και να κατανοεί τη σημασία των δηλώσεων και των λέξεων που χρησιμοποιεί και επιβάλουν την αυτοσυγκράτησή του και την αποφυγή παράσυρσής του σε ποινικά κολάσιμες και ηθικά απαξιωτικές φράσεις, ακόμα και για να ικανοποιήσει πολιτικά τους συνομιλητές ή ακροατές του.

Επιπλέον δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως πολιτική αποδοκιμασία ή οξεία κριτική των ενεργειών του ενάγοντος ως Δημάρχου, ούτε να θεωρηθεί ότι με αυτή υπονοούσε την πολιτική εξόντωσή του εν όψει των επικείμενων τότε δημοτικών και περιφερειακών εκλογών όπως ισχυρίζεται, διότι η σαφώς εκφρασμένη βούλησή του "πρέπει να μην μπορεί να κυκλοφορήσει" παραπέμπει σε ευθεία προτροπή περιορισμού της ελευθερίας του ενάγοντος και μειωτική διατάραξη της προσωπικότητάς του και όχι σε παρότρυνση καταψήφισής του στις εκλογές.

Επομένως, υφίσταται αξίωση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου κατά του εναγόμενου -εκκαλούντος για χρηματική ικανοποίηση (ποσού 15.000 ευρώ), για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτός (ενάγων) υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ίδια έκρινε ορθά εκτίμησε τις απόδειξες, κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 4916/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη η λόγω προσβολής της προσωπικότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου, επιδικάζοντας στον τελευταίο το ποσό των 15.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 184 του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη συγκεκριμένη βλάβη, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές:

α) ότι ο αναιρεσείων, διεγείροντας το συναίσθημα και ερεθίζοντας το θυμικό των αντιδρώντων κατοίκων με τη φράση "Πρέπει ο ...ς να μη μπορεί να κυκλοφορήσει. Λιντσάρετέ τον", προέτρεψε, εν γνώσει του, όχι μόνο εκείνους προς τους οποίους απευθυνόταν, αλλά και αόριστο αριθμό ατόμων, που είτε βρίσκονταν πλησίον του και γίνονταν κοινωνοί της δήλωσής του, είτε παρακολούθησαν τη δήλωσή του μέσω των ειδησεογραφικών εκπομπών, να διαπράξουν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου κακούργημα ή πλημμέλημα, β) ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων στοχοποίησε τον αναιρεσίβλητο στα μάτια αόριστου αριθμού ατόμων ως συνυπαίτιο της μόλυνσης του ύδατος και έτσι περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του και τον υπέβαλε σε περιβάλλον διαρκούς απειλής της σωματικής ακεραιότητας, τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του, αλλά και κινδύνου των περιουσιακών αγαθών του, στερώντας του το δικαίωμα ελεύθερης βούλησης στην άσκηση των καθηκόντων του ως δημάρχου και παρέχοντας, παράλληλα, πολιτική, τουλάχιστον, κάλυψη, σε οποιαδήποτε έκνομη ενέργεια σε βάρος του, και γ) ότι το ιστορικό και νοηματικό υπόβαθρο της ανωτέρω επίμαχης φράσης ήταν γνωστό στον αναιρεσείοντα, ενόψει του μορφωτικού επιπέδου του και της πολιτικής θέσης και εμπειρίας του, και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως πολιτική αποδοκιμασία ή οξεία κριτική των ενεργειών του ενάγοντος ως δημάρχου, ούτε να θεωρηθεί ότι με αυτή υπονοούσε την πολιτική εξόντωσή του εν όψει των επικείμενων τότε δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, διότι η σαφώς εκφρασμένη βούλησή του "πρέπει να μην μπορεί να κυκλοφορήσει" παραπέμπει σε ευθεία προτροπή περιορισμού της ελευθερίας του ενάγοντος και μειωτική διατάραξη της προσωπικότητάς του και όχι σε παρότρυνση καταψήφισής του στις εκλογές.

Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και συγκεκριμένα ποιες παράνομες πράξεις προέτρεψε τους κατοίκους της περιοχής να διαπράξουν ο αναιρεσείων και αν η φράση αυτή ήταν αρκετή ώστε το κοινό να διαπράξει παράνομες πράξεις, καθόσον το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων καλύπτεται πλήρως από τις ως άνω παραδοχές της αποφάσεως και δεν καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να επιδέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση μομφή για ασάφεια ή ανεπάρκεια της παρατιθέμενης αιτιολογίας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αρ. 1 (κατ' εκτίμηση) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και ο οποίος εδράζεται επί εσφαλμένης βάσης, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις, δεν εφαρμόζονται επί αδικοπραξιών, ούτε άλλωστε στην προσβαλλομένη απόφαση περιέχονται παραδοχές περί εφαρμογής ή μη αυτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ 1 του Συντάγματος οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η πλήρης ανεξαρτησία του βουλευτή και η ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα και να ψηφίζει σύμφωνα με τη συνείδησή του, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές ή οδηγίες που τυχόν προέρχονται από τους εκλογείς του, διότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον.

Το δικαίωμα αυτό δεν σημαίνει ότι ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση να σέβεται το Σύνταγμα και την υπόλοιπη νομοθεσία. Η ελευθερία αυτή καθιερώνεται μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής. Εκτός Βουλής η ελευθερία καλύπτεται από το άρθρο 14 παρ 1 Σ και το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ.

Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".

Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρωθέντος με τον ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από τον νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Συνεπώς, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά το άρθρο 61 παρ 1 Σ, ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων. Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου θεσπίζεται εξαίρεση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατόπιν αδείας της Βουλής.

Οι ανωτέρω διατάξεις καλύπτουν μόνο τη γνώμη ή ψήφο που έδωσε ο βουλευτής κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή ή κατά την πρόταση νόμου, ή την τροπολογία που υποβλήθηκε στη Βουλή, ή σε έκθεση ή εισήγηση που υποβλήθηκε στη Βουλή ή κατά τις εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών ή κατά τις αγορεύσεις του στις συνεδριάσεις της Βουλής ή στις Επιτροπές ή κατά την κατάθεση ερωτήσεων ή επερωτήσεων και γενικώς σε όλες τις περιπτώσεις που εκφράζεται ο βουλευτής με τη βουλευτική του ιδιότητα.

Στην έννοια της γνώμης υπάγεται οποιαδήποτε εκδήλωση απόψεων ή ισχυρισμών στη Βουλή ή κατά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Κατ` εφαρμογή της διατάξεως αυτής ο βουλευτής είναι: α) ποινικώς ανεύθυνος και αποκλείεται η δίωξή του για γνώμη του, ακόμη και εάν συνιστά εξύβριση, β) αστικώς ανεύθυνος, δηλαδή αποκλείεται η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την ανωτέρω αιτία, γ) πειθαρχικώς ανεύθυνος, δηλαδή δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικώς ενώπιον οποιασδήποτε αρχής και δ) πολιτικώς ανεύθυνος, εφόσον ούτε οι εκλογείς μπορούν να ανακαλέσουν τη δοθείσα εντολή, ούτε το κόμμα μπορεί να του αφαιρέσει τη βουλευτική ιδιότητα.

Το ανεύθυνο δεν καλύπτει πράξεις που ενήργησε ο βουλευτής εκτός των καθηκόντων του, όπως είναι οι απόψεις που εκφράζει σε ιδιωτικές ή δημόσιες συζητήσεις, με εκλογείς του ή άλλους βουλευτές, ή ενώπιον οπαδών ή οργάνων του κόμματος, καθώς και αξιόποινες πράξεις, έστω και εάν τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οι οποίες δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της γνώμης ή της ψήφου.

Για τις πράξεις αυτές ισχύει το επόμενο άρθρο 62 παρ 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλον τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος, εκτός εάν κατά την παράγραφο 4 πρόκειται για αυτόφωρα κακουργήματα.

Η διάταξη αυτή εμποδίζει την ποινική δίωξη (αλλά και κάθε ανακριτική πράξη) για αξιόποινη πράξη εντός και εκτός Βουλής και δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής σε βάρος του βουλευτή για επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως για τέτοια πράξη (ΑΠ 1322/2021). Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης (αναφερόμενος στο αναιρετήριο ως έκτος λόγος), κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση μη νομίμως απέρριψε την ένστασή του που στηριζόταν στο άρθρο 61 παρ. 1, 2 του συντάγματος, που αφορά την ανεξαρτησία του βουλευτή και την ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα, που καθιερώνεται μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του ότι παραβίασε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι μη νόμιμος, καθόσον οι επίμαχες δηλώσεις αυτού, μετά το τέλος της ομιλίας του στο ... Συνεδριακό Κέντρο και έξω από αυτό, που απευθύνονταν σε αόριστο αριθμό πολιτών, οι οποίοι ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για τη μεταλλευτική δραστηριότητα της εταιρίας "... Α.Ε." στην περιοχή τους, αφορούν πράξεις που ενήργησε ο αναιρεσείων εκτός των βουλευτικών καθηκόντων του, αφού αποτελούσαν απόψεις, τις οποίες εξέφρασε δημοσίως, απευθυνόμενος σε εκλογείς του, και οι οποίες δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της ελευθερίας της γνώμης ή της κατά συνείδηση ψήφου του ως βουλευτή, επί πλέον δε, η προτροπή του προς τους προαναφερομένους να προσβάλουν την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου με τον περιορισμό της ελευθερίας του και της σωματικής του ακεραιότητας συνιστά παράνομη πράξη (αδικοπραξία), ο παράνομος χαρακτήρας της οποίας, σε κάθε περίπτωση, δεν αίρεται, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του θιγόμενου υπερβαίνει, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο ή όταν είναι φανερά δυσανάλογη και δεν ισοσταθμίζεται με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, στον οποίο αποβλέπει η ενέργεια του προσβολέα.

Ενόψει των ανωτέρω, η επίκληση της ελευθερίας εκφράσεως γνώμης του βουλευτή δεν συνιστά εκ του νόμου δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την άρση του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα, αφού, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρωθέντος με τον ν.2462/1997), το εν λόγω δικαίωμα υπόκειται σε περιορισμούς και κυρώσεις που προβλέπονται από τον νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος (κατά την αρίθμηση στο αναιρετήριο έκτος) της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με τον νόμο 4586/2019.

Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 640/2019, ΑΠ 1422/2017), αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.

Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 368/2021).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ` ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι.

Επίσης κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 734/2021, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Εξάλλου, ο, από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη (ΑΠ 735/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη ότι παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, στο οποίο τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 4410/19-3-2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκε από την αποδοθείσα σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 184 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με τον ν. 4619/2019), ήτοι ότι απευθυνόμενος σε αόριστον αριθμό ατόμων που ήταν συγκεντρωμένοι έξω από το ...

Συνεδριακό Κέντρο παρακίνησε αυτά να διαπράξουν τα αδικήματα της παράνομης βίας από κοινού και της απρόκλητης επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού σε βάρος του τότε Δημάρχου του Δήμου ... . .... Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης, δεν είχε εκδικασθεί η αξιόποινη πράξη της παράβασης του (ισχύοντος τότε) άρθρου 184 ΠΚ.

Ανεξαρτήτως αυτού, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα περιληφθέντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας.

Ειδικότερα, το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ` αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως απαλλαγέντα.

Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς όλα τα σκέλη αυτού, καθώς και ο πρώτος των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τον αριθμό 1, 8, 16 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη με την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 πλημμέλεια, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και ειδικότερα στην αιτιολογία του περιέλαβε εκφράσεις που δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής .

Συγκεκριμένα η απόφαση με βάση τις αιτιολογίες που παρέθεσε κατέληξε στο συμπέρασμα "Με τον τρόπο αυτό και με δεδομένη την έντονα παράνομη και κοινωνικά απρόσφορη αυτή δήλωση, ο εναγόμενος πρόσβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθώς τον στοχοποίησε στα μάτια αόριστου αριθμό ατόμων ως συνυπαίτιο της μόλυνσης του ύδατος και έτσι περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του, τον υπέβαλε σε περιβάλλον διαρκούς απειλής της σωματικής ακεραιότητας τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του και κινδύνου των περιουσιακών αγαθών του και του στέρησε το δικαίωμα ελεύθερης βούλησης στην άσκηση των καθηκόντων του ως Δήμαρχος", ενώ ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του εξέθετε ότι "...και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητά του, καθώς από την προτροπή σε αόριστο αριθμό πολιτών να προσβάλλουν έννομα αγαθά του και να τον καταστήσουν στόχο εγκληματικών ενεργειών υπέστη βαρύτατη ψυχική αναστάτωση και σωματικό στρες".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με το επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο περιστατικό και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη δήλωση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020).

Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης:

Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη 1) την υπ' αριθ. 4410/19-3-2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκε από την αποδοθείσα σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 184 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με τον ν. 4619/2019), ήτοι ότι απευθυνόμενος σε αόριστον αριθμό ατόμων που ήταν συγκεντρωμένοι έξω από το ...

Συνεδριακό Κέντρο παρακίνησε αυτά να διαπράξουν τα αδικήματα της παράνομης βίας από κοινού και της απρόκλητης επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού σε βάρος του τότε Δημάρχου του Δήμου ... Χ. .... 2) Δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 3888/27-11-2018, 3889/27-11-2018, 1126/3-12-2018 και 7883/3-12-2018 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Σ., Α. Π., Γ. Σ.

και Ν. Μ., αντίστοιχα, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του εκκαλούντος -αναιρεσείοντος ενώπιον των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης, Π. Κ. (οι δύο πρώτοι), Ηρακλείου Κρήτης Σ. Γ. (η τρίτη) και Αθηνών Σ. Μ. (ο τέταρτος). Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος οι οποίοι απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθώς και ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017).

Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει, αυτεπαγγέλτως, αν έλαβε χώρα νόμιμη επίκληση των προσκομιζόμενων από τον διάδικο αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις του.

Η σχετική παράλειψή του και η λήψη, τελικώς, υπόψη αποδεικτικών μέσων, που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Για να είναι ορισμένος, όμως, ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, οπότε, όμως, πρέπει να προσδιορίζεται σ' αυτό (αναιρετήριο) ο λόγος, για τον οποίο δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 165/2016, ΑΠ. 967/2012, ΑΠ. 1058/2011, ΑΠ 839/2010).

Περαιτέρω, οι αποδείξεις που παρά τον νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016), ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και προσηκόντως από τον αναιρεσίβλητο, καθόσον δεν επικαλέστηκε εκ νέου τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αλλά αναφέρθηκε απλώς στις πρωτόδικες προτάσεις στο σύνολό τους και δεν τα επικαλέστηκε κατά τρόπο σαφή και να τα επαναπροσκομίσει εκ νέου με τις προτάσεις του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει, πρωτίστως, αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε στο Εφετείο ο ισχυρισμός της μη νόμιμης εκ μέρους του τότε εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου επίκλησης των υπ' αυτού προσκομισθέντων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων (ΑΠ 1248/2020 ΚΑΙ 1646/2018) .

Επίσης ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται στην αίτηση ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα του εφεσίβλητου ήδη αναιρεσίβλητου, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή στο Εφετείο, και τα οποία, αυτό παρά τον νόμο, τα έλαβε υπόψη (ΑΠ 881/2011). Πέραν τούτου, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι τα εν λόγω προαναφερθέντα έγγραφα, αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις της συζήτησης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, χωρίς να πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, αφού στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνον ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο αυτό κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Πρόκειται συνεπώς για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 794/2017, ΑΠ224/2016).

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 662/2021, ΑΠ 2236/2009).

Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αίτησής του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Eφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του CD ROM που περιείχε τις δηλώσεις του έξω από το ... Συνεδριακό Κέντρο και της υπ' αριθ. πρωτοκόλλου ...

και με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 2013 Έκθεσης Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Αστυνόμου Β' Γ. Π., Εξεταστή Πειστηρίων Φωνής και Ήχου και του Ανθυπαστυνόμου Π. Γ., Εξεταστή Πειστηρίων Φωνής και Ήχου -Απομαγνητοφωνήσεων, ενώ παρέλειψε να αναγνώσει τις φράσεις "Γιατί τότε...τότε, λαχανικά που βγαίνουν απ' αυτό το νερό είναι μολυσμένα, αφού ποτίζονται από αυτό το μολυσμένο νερό.

Πρέπει εάν θέλετε να αντιδράσετε και να διαμαρτυρηθείτε, να κάνετε κινητοποιήσεις. Είμαι μαζί σας, θα 'ρθω και πάνω". Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου (CD ROM), ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτού, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό του όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο ακόλουθο συμπέρασμα: "Με τον τρόπο αυτό και με δεδομένη την έντονα παράνομη και κοινωνικά απρόσφορη αυτή δήλωση, ο εναγόμενος πρόσβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, καθώς τον στοχοποίησε στα μάτια αόριστου αριθμό ατόμων ως συνυπαίτιο της μόλυνσης του ύδατος και έτσι περιόρισε την ελευθερία κινήσεών του, τον υπέβαλε σε περιβάλλον διαρκούς απειλής της σωματικής ακεραιότητας τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του και κινδύνου των περιουσιακών αγαθών του και του στέρησε το δικαίωμα ελεύθερης βούλησης στην άσκηση των καθηκόντων του ως Δήμαρχος, παρέχοντάς τους ταυτόχρονα πολιτική, τουλάχιστον, κάλυψη, σε οποιαδήποτε έκνομη ενέργεια σε βάρος του".

Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση του προαναφερομένου εγγράφου (CD ROM), που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτού παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 907/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο (κατά το αναιρετήριο) λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας καθόσον τον υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 15.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται πρόταση του επίμαχου ισχυρισμού του στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε περίπτωση δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη τα ακόλουθα όσον αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο: "Σημειωτέον ότι ο ενάγων-εκκαλών δεν προσβάλει την εκκαλουμένη ως προς το μέρος της που αφορά στον καθορισμό του ανωτέρω ύψους της σχετικής χρηματικής ικανοποίησης".

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που δεν είχε προταθεί στο εφετείο και έτσι δεν κατέστη αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης, δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης ούτε κατ' εξαίρεση, καθόσον το συγκεκριμένο σφάλμα, που προέκυψε από την πρωτόδικη απόφαση, μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή στο Εφετείο και δεν προβλήθηκε, ενώ δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει εκείνο που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας δέχθηκε ως εύλογο το ποσό που επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ καθώς και εκείνης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δέχθηκε το ως άνω ποσό ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και αντίστοιχο σε σχέση με αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις που προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (προσβολή προσωπικότητας), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής ( ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 271/2018).

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-1-2020 αίτηση και τους από 15.12.2021 προσθέτους λόγους του Π. Κ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 664/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ