Supreme Court dismisses appeal as Article 544(7) is procedural law, making document criticality reviewable only by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a second-instance judgment regarding document admissibility. The appellants argued that specific documents were critical evidence and that the lower court erred in their assessment, claiming they were unavailable due to force majeure. The court ruled that Article 544(7) of the Code of Civil Procedure is a rule of procedural law, meaning the criticality of documents is exclusively within the lower court's discretion and not reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 544(7) KPolD; Art. 559(1) KPolD: The criticality of documents is a matter of procedural law under Art. 544(7) KPolD, rendering such issues non-reviewable on appeal under Art. 559(1) KPolD.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1812 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1812/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1)Ε. Π. του Δ., 2)Δ. Π. του Ε., 3)Ι. Π. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Φ. Τ. χήρας Β., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., 2)Ε. χήρας Ε. Μ., το γένος Κ. Χ. κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σ. Χ., 3) Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, 4)Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., 5)Σ. Χ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Πρωτοπαπά που ανακάλεσε την από 18-9-2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2015 αίτηση αναψηλάφησης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου.
Εκδόθηκε η 27/2016 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2016 αίτησή τους
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, συμφώνως προς την ανωτέρω (559 ΚΠολΔ) διάταξη αρ.11 εδ.γ, η απόφαση καθίσταται αναιρετέα αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη προβληθέντος (υπό του ενδιαφερομένου διαδίκου) ισχυρισμού και δη ουσιώδους, συνιστώντος την προϋπόθεση γενέσεως της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, είτε στηρίζοντος την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια. Προσέτι, κατά το αυτό, ως άνω, άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αρ. 14, η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο ... δεν κήρυξε ... απαράδεκτο".
Εν προκειμένω, το καθιερούμενο ως ιδιαίτερη έννοια (εν σχέσει προς την ακυρότητα) απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά τον νόμο (κήρυξη ή) μη κήρυξη ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, συνίσταται όχι στο ουσιαστικό απαράδεκτο, (εξαιτίας παραβάσεων, αφορωσών στην ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, ως και την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος), αλλά σε εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη. Η έννοια δε του απαραδέκτου, (το οποίο προεξετάζεται και μόνο αν αυτό λείπει, προχωρεί το δικαστήριο στην περαιτέρω έρευνα), υπάρχει κυρίως στις διατάξεις εκείνες, στις οποίες καθιερώνεται οριστικός αποκλεισμός ορισμένης διαδικαστικής ενέργειας και στις οποίες επιπλέον η επανόρθωση του ελαττώματος της πράξεως δεν είναι δυνατή, όπως στην ακυρότητα.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που την ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι για την θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στην διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψιν του δικαστηρίου.
Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, ως, κατά τα προαναφερόμενα, ανωτέρα βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων (κρισίμων) εγγράφων, συνιστά, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο, το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, τέτοιο δε γεγονός μπορεί να είναι και η ανυπαίτια άγνοια της υπάρξεως των εγγράφων, από την οποία ανακύπτει η αδυναμία της έγκαιρης προσκομιδής τους.
Επομένως, τα δομικά στοιχεία εν προκειμένω είναι: α) Η πλήρης και άμεση απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, β) η γενομένη επίκληση εκ μέρους του αιτούντος την αναψηλάφηση των περιστατικών αυτών προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης και, ακόμη, να προσδιορίζονται τα γεγονότα που κατά τον αιτούντα συνιστούν ανωτέρα βία.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλομένη, 27/2016, απόφασή του, παρεβίασε την διάταξη του άρθρ. 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, υπό την έννοια, ότι στην δίκη της αναψηλαφήσεως, (κατά την οποία οι νυν αναιρεσείοντες είχαν με την αντίστοιχη αίτησή τους στοχεύσει στην εξαφάνιση της 5/2014 αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου), εν σχέσει προς τα είκοσι οκτώ (28) έγγραφα, τα οποία αυτοί μετ’ επικλήσεως είχαν προσκομίσει, διέλαβε την πεπλανημένη αιτιολογία, ότι δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν ως κρίσιμα, δοθέντος ότι δεν προκύπτει από αυτά αμέσως και πλήρως η απόδειξη του προβληθέντος από πλευράς τους ισχυρισμού της ιδίας κυριότητός τους λόγω άτυπης πωλήσεως του ιδανικού μεριδίου του 1/3 επί καταστήματος στην ...
υπό του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ. Χ. προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υιοθέτησε την προρρηθείσα εσφαλμένη ερμηνεία περί της κρισιμότητας των εγγράφων, αν και πρέπει, (κατ’ αυτούς), να θεωρείται ως κρίσιμο και έγγραφο, το οποίον αποδεικνύει εμμέσως το αποδεικτέο γεγονός είτε ως έρεισμα αποδεικτικού συμπεράσματος επί τη βάσει λογικών συλλογισμών του δικαστηρίου (άρθρ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ) είτε ως αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρ. 339 ΚΠολΔ.
Ως εκ τούτου το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, άλλως, εάν ήθελεν εκληφθεί ότι η διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ είναι τοιαύτη δικονομικού δικαίου, το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο "διολίσθησε" στο ατόπημα του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, άλλως δε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ του ιδίου άρθρου (559 ΚΠολΔ), μη λαβόν υπόψιν (ως κρίσιμα) τα προειπωθέντα (εκτενώς μνημονευόμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως) έγγραφα.
Προσέτι, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν είχαν τότε, (στο Εφετείο, όταν είχε διεξαχθεί η δίκη, που είχε εκδοθεί η ανωτέρω 5/2014 απόφαση), προσκομίσει, από λόγους ανωτέρας βίας (εξαιτίας άγνοιας της υπάρξεώς τους).
IV. Ο λόγος αναιρέσεως με φερόμενη πλημμέλεια εκ του αρ. 1 της ανωτέρω διατάξεως του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ είναι διάταξη δικονομικού δικαίου. Ωσαύτως η (με επικουρικότητα, ως άνω) καταλογιζομένη, πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθιστά τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο ως ερειδόμενο επί της λανθασμένης προϋποθέσεως, ότι το περί την κρισιμότητα των εγγράφων πραγματικό ζήτημα είναι ελεγκτέο υπό του Αρείου Πάγου, αν και τούτο είναι αναιρετικώς ανέλεγκτο συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη.
‘ Ετι περαιτέρω και μετά ταύτα (υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περί της μη κρισιμότητος των ανωτέρω 28 διαφιλονικουμένων εγγράφων), στερούνται λυσιτέλειας τα υπό των αναιρεσειόντων ισχυριζόμενα, περί μη υπ’ αυτών προσκομιδής των εγγράφων αυτών από λόγους ανωτέρας βίας. Επίσης, και ο εκ του αρ. 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού στηρίζεται στην προειπωθείσα λανθασμένη προϋπόθεση, ότι το περί την κρισιμότητα των εγγράφων πραγματικό ζήτημα, αν και εναπόκειται (αποκλειστικώς) στην κρίση του δικαστηρίου που δίκασε την αίτηση αναψηλαφήσεως, είναι αναιρετικώς ελέγξιμο.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθούν στους ηττωμένους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 495 παρ.3, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2016 αίτηση των 1) Ε. Π., 2) Δ. Π. και 3) Ι. Π. περί αναιρέσεως της 27/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ