Supreme Court dismisses appeal on defamation damages, citing sufficient reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision awarding moral damages for defamation. The appellant argued the lower court failed to identify the defendant and inadequately reasoned why the publication caused harm to his reputation. The court found the lower court's reasoning sufficient, noting it properly established that the defendant's personality was offended both domestically and abroad, and that the publication reached an indeterminate number of readers.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision contains sufficient and non-contradictory reasoning, even if it does not detail every evidentiary step or explicitly name every individual who read the publication.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1812 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Ν., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πασχάλη Λαμπρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25441/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 818/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για αξίωση αποζημίωσης της ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας την οποία φέρεται να τέλεσε ο αναιρεσείων εναγόμενος σε βάρος του ήδη αναιρεσίβλητου - ενάγοντος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού), Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του.
Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009).
Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και σ υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ.
α'-δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρόμενου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 109/2012).
Στην υπό κρίση περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος κατοικεί μόνιμα στη ... της Γερμανίας, όπου εκμεταλλεύεται από 30ετίας τουλάχιστον δύο εστιατόρια ... τα οποία είναι ευρέως γνωστά στους κύκλους της ελληνικής ομογένειας της ... για τις άριστα παρεχόμενες από τον ιδιοκτήτη τους εφεσίβλητο υπηρεσίες εστίασης και στα οποία καθημερινά και καθ' όλο το χρονικό διάστημα της μακρόχρονης λειτουργίας τους υπήρχε αθρόα προσέλευση πελατών, επώνυμων και μη, που κατοικούσαν στην πιο πάνω πόλη, κυρίως ελλήνων, αλλά και αρκετών αλλοδαπών.
Εξάλλου, ο εκκαλών είναι διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης και ιερέας στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στην ίδια πόλη, στην οποία κατοικεί μόνιμα, καθώς και ιερατικός προϊστάμενος της αντίστοιχης εκεί ενορίας. Στην πόλη αυτή, κατοικούσε μόνιμα από πολλών ετών και η αποβιώσασα την 24-4-2009 Ε.
Λ. ... η οποία διατηρούσε, όπως και ο σύζυγος της μέχρι του θανάτου του, μακροχρόνιες στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τον εφεσίβλητο, τα εστιατόρια του οποίου επισκεπτόταν τακτικά, μετά των οικείων της προσώπων, για να γευματίσει, ενώ, επίσης, γνωριζόταν και με τον εκκαλούντα, αφού ήταν ενορίτισσα του ναού του Αγίου Γεωργίου.
Η ανωτέρω κατέλιπε την από 27-2-2009 μυστική διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε την 5-5-2009, μετά το θάνατό της ... με την οποία (διαθήκη) απέκλεισε ρητά από το κληρονομικό δικαίωμα τους μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, ήτοι τον αδελφό της ... και τα τέκνα του - ανιψιούς της ... με τους οποίους, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, είχε διακόψει κάθε επαφή και επικοινωνία, επειδή ουδέν απολύτως ενδιαφέρον είχαν επιδείξει προς αυτήν, κατά το χρόνο που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, πάσχουσα από καρκίνο και ήταν κλινήρης στο νοσοκομείο και, ως εκ τούτου, διακατεχόταν από αισθήματα πίκρας και απογοήτευσης έναντι αυτών.
Ταυτόχρονα δε εγκατέστησε, με την ίδια διαθήκη, μοναδικό κληρονόμο της, στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, που θα βρισκόταν, κατά το χρόνο του θανάτου της, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα, τον εκκαλούντα, προς τον οποίο, σημειωτέον, έτρεφε αισθήματα ευγνωμοσύνης, για τη συμπαράσταση που της παρέσχε καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της και μέχρι το θάνατο της, με τον όρο να εκποιήσει και να διαθέσει αυτός ολόκληρη ή μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της για τη σύσταση και λειτουργία κοινωφελούς ιδρύματος, σε τόπο που αυτός θα έκρινε και θα έφερε το όνομα της, με σκοπό την περίθαλψη, φιλοξενία και θεραπεία καρκινοπαθών, απόρων και ορφανών παιδιών ή για οποιονδήποτε άλλο σοβαρό σκοπό έκρινε ο ίδιος.
Μετά τη δημοσίευση της εν λόγω διαθήκης, ο αδελφός της θανούσας και μοναδικός πλησιέστερος συγγενής της ... αμφισβήτησε την ικανότητα για δικαιοπραξία της διαθέτιδος αδελφής του, προσβάλλοντας την εγκυρότητα της προαναφερόμενης μυστικής διαθήκης της θανούσας, ισχυριζόμενος, ειδικότερα, ότι, κατά το χρόνο της συντάξεως αυτής, η αδελφή του εστερείτο της χρήσεως του λογικού λόγω της ανίατης ασθένειας (καρκίνου) από την οποία έπασχε και της λήψεως ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής.
Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι ο εκκαλών εκμεταλλεύθηκε την ασθένεια της αδελφής του ... και επεδίωξε να καρπωθεί αθέμιτα για τον εαυτό του και για δικό του αποκλειστικά όφελος τα περιουσιακά στοιχεία της, στηρίζοντας την άποψή του αυτή, εκτός από την πιο πάνω εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή της θανούσας και στη μεταβίβαση εν ζωή, ενάμισι μήνα πριν από το θάνατό της, απ' αυτή στον εκκαλούντα, με αυτοσύμβαση, αιτία πωλήσεως δύο ακινήτων, ήτοι δύο διαμερισμάτων, κειμένων στην Αθήνα, της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της, έναντι τιμήματος, που αυτός (αδελφός της κληρονομουμένης) θεωρούσε ότι ήταν εικονικό και δεν αντιπροσώπευε την αγοραστική τους αξία.
Η διένεξη, που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο ως άνω προσώπων, ήτοι αφενός του Κ. Π. και αφετέρου του εκκαλούντος, έγινε ευρέως γνωστή στην κοινότητα της ελληνικής ομογένειας της ... . Κατά τις συζητήσεις, που επακολούθησαν μεταξύ των ελλήνων της εκεί παροικίας, ο εφεσίβλητος τάχθηκε ευθέως υπέρ των απόψεων του αδελφού της αποβιώσασας.
Επιχειρώντας δε ο εκκαλών να απαντήσει στα όσα ισχυριζόταν ο ανωτέρω συγγενής της αποβιώσασας, καθώς και στα ποικίλα σχόλια που προκάλεσε η μεταξύ τους αντιδικία, συνέταξε δύο μακροσκελή κείμενα, που δημοσιεύθηκαν στα υπ' αριθμούς 85/Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2009 και 86/Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009 φύλλα της εφημερίδας "ΚΟΡΩΝΑ ΤΗΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΣ", που εκδίδεται στη Γερμανία και κυκλοφορεί στη Γερμανία και στην Ελλάδα, ενώ, παράλληλα, αναρτάται και στο διαδίκτυο (internet) και έτσι περιέρχεται σε γνώση απροσδιόριστου αριθμού αναγνωστών.
Με τα ανωτέρω κείμενα, ο εκκαλών αναφέρθηκε εκτενώς στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης μυστικής διαθήκης και στην εκφρασθείσα τελευταία βούληση της θανούσας να μην περιέλθει η κληρονομιαία περιουσία της στον αδελφό της, ενώ, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: "Επώνυμος εστιάτορας στη ... έχει παίξει ένα πολύ αμαρτωλό και παράνομο ρόλο στην όλη αυτή υπόθεση.
Βρίσκομαι στη δύσκολη θέση να αντιδικεί ένας πνευματικός πατέρας με τα πνευματικά παιδιά του ... Στους προαναφερθέντες κατηγόρους μου - συγγενείς της μακαρίτισσας παρέλειψα να αναφερθώ και ο' ένα άλλο πρόσωπο, που δεν τυγχάνει συγγενής της μακαρίτισσας, είναι επώνυμος εστιάτορας στην ... και έχει παίξει ένα πολύ αμαρτωλό και παράνομο ρόλο στην όλη αυτή υπόθεση.
Επιφυλάσσομαι να αναφερθώ και σ' αυτό το πρόσωπο δημοσίως, αν δεν μετανοήσει συντόμως και εμπράκτως ... ". Τα επίμαχα αυτά δημοσιεύματα περιήλθαν σε γνώση του εφεσίβλητου, περί τα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του ιδίου έτους, όταν αυτός επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη. Τα ίδια δημοσιεύματα περιήλθαν σε γνώση και των ελλήνων κατοίκων της ..., που είτε αποτελούσαν αναγνωστικό κοινό της εν λόγω εφημερίδας είτε πληροφορήθηκαν από τρίτους τις αντίστοιχες περικοπές, στους περισσότερους από τους οποίους ουδεμία αμφιβολία καταλείφθηκε ότι αυτά αναφέρονταν στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, αν και ο τελευταίος δεν κατονομαζόταν ρητά, ευχερώς όμως μπορούσε ο οποιοσδήποτε αναγνώστης των εν λόγω δημοσιευμάτων να συνδέσει τον εφεσίβλητο μ' αυτά ...
Τα δημοσιεύματα αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου, την οποία και πράγματι χωρίς αμφιβολία έβλαψαν, ενώ, ακόμη, προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα του, καθόσον εμπεριέχουν αμφισβήτηση της εντιμότητας του προσώπου του και της ηθικής και κοινωνικής αξίας του. Ο δε εκκαλών είχε την πρόθεση να βλάψει υπαίτια την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου και να προσβάλει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ως ευυπόληπτου ανθρώπου, επιτυχημένου επί σειρά ετών επιχειρηματία και διακεκριμένου και προβεβλημένου μέλους της κοινότητας της ελληνικής ομογένειας της ..., όπως και πράγματι συνέβη, αφού, άλλωστε, σ' αυτό απέβλεψε και τούτο επεδίωκε, ενώ, λόγω του υψηλού μορφωτικού επιπέδου του, γνώριζε την κατά την κοινή αντίληψη προσβλητικότητα των ενεργειών του για την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου και την απαξίωση της προσωπικότητας του.
Επομένως, η προαναφερθείσα συμπεριφορά του εκκαλούντος πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της εξυβρίσεως, την αποκλειστική ευθύνη για την τέλεση του οποίου φέρει ο συντάκτης εκκαλών, όπως τούτο προκύπτει και από τη σχετική μνεία στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, η οποία πληροφορεί το αναγνωστικό κοινό ότι την αποκλειστική ευθύνη των ενυπόγραφων δημοσιευμάτων φέρουν οι συντάκτες τους".
Εξ άλλου, ως προς το θέμα της ύπαρξης συκοφαντικής ή μη δυσφήμισης αλλά και της ύπαρξης ή μη δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος στον αναιρεσείοντα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με τις νομίμως κατατεθείσες κατά την πρωτοβάθμια δίκη έγγραφες προτάσεις του, προέβαλε παραδεκτά την ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1γ του ΠΚ, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε, ότι προέβη στα επίδικα δημοσιεύματα από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και, συγκεκριμένα, για την προστασία της τιμής και της υπόληψης του ως ανθρώπου και ιερέα, καθώς, επίσης, και για την προάσπιση της ενότητας και τη διαφύλαξη της Εκκλησίας και της ελληνικής κοινότητας της ..., που είχαν τρωθεί ανεπανόρθωτα από τους σε βάρος του συκοφαντικούς ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, που συνοπτικά αναφέρονταν στο ότι εκμεταλλεύθηκε την ασθένεια της θανούσας Ε.
Λ. και καρπώθηκε την περιουσία της. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν κρίνονται από το Δικαστήριο ικανά για τη θεμελίωσή της, αφού η επίμαχη προσβλητική εκδήλωση δεν αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέσο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία του με άλλο τρόπο.
Ειδικότερα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα, ότι υπήρχε αναλογία μέσου, ήτοι των φερόμενων ως προσβλητικών δημοσιευμάτων, με σκοπό, όπως αυτός οριοθετήθηκε από τον εκκαλούντα με την προβληθείσα ως άνω ένσταση του. Ούτε το μέσο ήταν απολύτως κατάλληλο για την επίτευξη του διωκόμενου σκοπού, ο οποίος να μην μπορούσε να ικανοποιηθεί με άλλο ηπιότερο μέσο".
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο: α)έχει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό του, β)δέχεται πλήρως και σαφώς αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, την οποία αναλύει και περιγράφει, ουδόλως δε ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν ο αναιρεσείων μπορούσε να αποφύγει τους χαρακτηρισμούς που ανέφερε, ποιες άλλες εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει, αν υπήρχαν ηπιότερα μέσα έκφρασης και ποία ήταν αυτά.
δ)άλλωστε, μόνον τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί ακριβώς αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε. ε)ωσαύτως με σαφήνεια και πληρότητα γίνεται αναφορά στην απόρριψη ως μη νομίμου του από το άρθρο 367 παρ.1γ ΠΚ ισχυρισμού. Συνακόλουθα, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ.1 (παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 361, 367, ΠΚ, 57, 59, 914 ΠΚ, όπως εκτιμάται)και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, όπως προπαρατέθηκε, το Εφετείο, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, δέχεται, πως, έστω και χωρίς να κατονομάζεται ρητά, "φωτογραφίζεται", προσδιορίζεται, δηλαδή, αναμφίβολα, το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου με τις υβριστικές, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορές του αναιρεσείοντος. Αναφέρονται δε, αναλυτικά, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στη σχετική κρίση του (επώνυμος εστιάτορας της ..., γνωστός στην εκεί ελληνική ομογένεια, φιλικές σχέσεις με τη θανούσα, γνώστης επίσης, στην ομογένεια, γνώστης της αντιδικίας με τον αδελφό της τελευταίας). Ήδη, ο αναιρεσείων παραπονείται, πως κακώς έγιναν δεκτά τα παραπάνω και προβάλλει, ότι ουδείς μπορούσε να αντιληφθεί την ταυτότητα του αντιδίκου του, πως έπρεπε ο τελευταίος να ενημερώσει προηγούμενα τους αναγνώστες του δημοσιεύματος, ότι στη ... υπάρχουν 400 Έλληνες εστιάτορες άπαντες επώνυμοι. Πάντα ταύτα, όμως, αφορούν θέματα που κρίθηκαν ουσιαστικά, και με πλήρη και σαφή αιτιολογία, κατά τα προαναφερθέντα, έτσι ώστε, νόμιμα στοιχειοθετήθηκε από το πιο πάνω δημοσίευμα η έννοια της εξύβρισης του άρθρου 361 Π.Κ. Άρα, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλεται απαράδεκτως.
IV. Για την καταδίκη του ήδη αναιρεσείοντος στην αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο δέχτηκε προηγούμενα: 1) πως το σχετικό φύλλο της εφημερίδας "Κορώνα της Ομογένειας" κυκλοφορεί στη Γερμανία και στην Ελλάδα και αναρτάται και στο διαδίκτυο και έτσι περιέρχεται σε γνώση απροσδιορίστου αριθμού αναγνωστών, β) των δημοσιευμάτων έλαβε γνώση ο αναιρεσίβλητος στη Θεσσαλονίκη γ) των δημοσιευμάτων, έλαβαν γνώση και οι Έλληνες κάτοικοι της ...
δ) η προσωπικότητα του ενάγοντος εθίγη στην ημεδαπή αλλά και στην αλλοδαπή. Επομένως, ουδόλως έγινε δεκτό, ως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, πως κρίθηκε, ότι τα δημοσιεύματα δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, πως έγιναν γνωστά μόνο στη ... και ότι μόνο οι Έλληνες της πόλης αυτής μπορούσαν να τα συνδέσουν με τον αναιρεσίβλητο.
Ούτε ήταν ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται τα άτομα που έλαβαν γνώση στην Ελλάδα. Ούτε είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ακριβές, ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση, ότι το μόνο πρόσωπο το οποίο έλαβε γνώση του δημοσιεύματος στην ημεδαπή ήταν ο αναιρεσίβλητος. Αντίθετα, αναφέρεται, ότι αυτός, και όχι αποκλειστικά αυτός, έλαβε γνώση τούτων, την περίοδο που ήταν στη Θεσσαλονίκη.
Άρα και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να απορριφθεί δε και το αίτημα του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε, νόμιμα, με τις προτάσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν στις 24.4.2013, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (αρθρ. 579 παρ.2 ΚΠολΔ ΑΠ 143/2008).
Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.6.2012 αίτηση του Φ. Σ. για αναίρεση της 818/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Επιβάλλει σε βάρος αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ