Legislator Case Law & Legislation
1812/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on inheritance duty execution failure and evidence evaluation grounds.

Case Number 1812/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two concurrent appeals against a First Instance Court judgment regarding inheritance duty execution. The appellant argued the court erred in evaluating evidence and applying common sense principles, while the appellee claimed the court failed to consider specific documents proving the beneficiary's conduct. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly assessed all evidence and that the appellant's cited incidents were merely arguments rather than established facts of common sense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1715, 2016 Civil Code; Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure: The court is not bound to accept facts presented as common sense principles unless they constitute established general principles derived from experience and scientific knowledge, and the failure to consider specific evidence does not constitute an appealable error if the lower court properly evaluated the totality of the case.

Keywords

AI generated
inheritance duty execution common sense principles evidence evaluation appeal admissibility burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 1715, 2016 of the Civil Code
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 246, 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1812 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος : Ζ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Μοσχοχωρίτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου λόγω αρμοδιότητας, 201/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και 83/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη με την από 4-7-2007 αίτησή της και ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων με την από 10-8-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε τις από 15-9-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, α) η από 4-7-2007 αίτηση της Χ, και β) η από 10-8-2007 αίτηση του Ζ, για αναίρεση της 83/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα της δίκης (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1715, 2016 ΑΚ, προκύπτει ότι, τρόπος είναι η υποχρέωση για κάποια παροχή, την οποία επιβάλλει ο διαθέτης σε κληρονόμο ή καταπιστευματοδόχο ή κληροδόχο, χωρίς όμως να προσπορίσει σε άλλον δικαίωμα στην παροχή αυτή, εάν δε η εκτέλεση του τρόπου γίνει αδύνατη, ο βεβαρημένος δεν υπέχει ευθύνη αν η προς εκτέλεση του τρόπου αδυναμία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. , η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Τέτοια περίπτωση όμως δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες ή όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ότι η εν λόγω διάδικος εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος, με την από 27-5-1996 δημόσια διαθήκη της Φ, επί του περιγραφόμενου στην απόφαση και στο χωριό ... κειμένου επίδικου ακινήτου (οικοπέδου με την επ' αυτού οικία), υπό τρόπο, ήτοι την υποχρέωση να "γηροκομήσει σωστά και επάξια" τον γέροντα αδελφό της διαθέτιδας, Ψ, αρχιμανδρίτη, τον οποίο εκείνη υπεραγαπούσε, δηλαδή να τον περιποιείται και να τον φροντίζει μέχρι το τέλος της ζωής του, με αγάπη και στοργή, άλλως, αν δεν εκπλήρωνε την υποχρέωση της αυτή, το ακίνητο θα περιέρχονταν, ως καταπιστευματοδόχο, σε όποιον του παρείχε τη φροντίδα, στοργή, αγάπη και περιποίηση που έπρεπε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η ενάγουσα από δική της υπαιτιότητα και συγκεκριμένα από δική της αδιαφορία, και όχι λόγω μη σύμπραξης του Ψ, δεν εκτέλεσε τον ανωτέρω τρόπο με τον οποίο βαρύνονταν, παρά μόνο μερικώς, και, επομένως, εξέπεσε από το ως άνω κληρονομικό της δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2016 ΑΚ. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, η ενάγουσα, ευθύς μετά το θάνατο της ανωτέρω κληρονομουμένης, φιλοξένησε τον Ψ στην οικία της στο ...., όπου τον φρόντιζε με αγάπη και στοργή για χρονικό διάστημα δέκα οκτώ μηνών, μετά την παρέλευση των οποίων εκείνος αναχώρησε από την οικία της και εγκαταστάθηκε στο χωριό ....

Κατά το διάστημα αυτό δεν εξέφρασε κανένα παράπονο σε βάρος της ενάγουσας για τη φροντίδα που εκείνη του παρείχε. Άλλωστε ο ίδιος είχε εκμυστηρευτεί σε τρίτους ότι είχε μετανιώσει για το ότι έφυγε από την οικία της ενάγουσας και ότι εγκατέλειψε την οικία της χωρίς να έχει μεσολαβήσει τίποτε άσχημο μεταξύ τους.

Όμως είχε συνηθίσει κατά τη διάρκεια της ζωής του να διαμένει στο χωρίο ..., να διάγει μοναχική ζωή και να συναναστρέφεται με τους ομοχώριους του, μακριά από τα αστικά κέντρα και έτσι δεν μπορούσε να προσαρμοσθεί στη ζωή της πόλης και να διαβιώνει στην ίδια οικία με άλλα άτομα πού είχαν άλλα ενδιαφέροντα και ακολουθούσαν διαφορετικό τρόπο ζωής από το δικό του.

Στο χωριό ..., στην επίδικη οικία παρέμεινε μόνος του για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια φιλοξενήθηκε από την ανιψιά του ..., στα ..., όπου παρέμεινε για διάστημα έξι μηνών περίπου, από τέλος Ιανουαρίου 1998 μέχρι και τον Ιούλιο 1998. Κατόπιν τον παρέλαβε ο εναγόμενος στην οικία του, στο ..., όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα επίσης έξι μηνών, από τον Οκτώβριο 1998 έως την άνοιξη 1999.

Πριν τον παραλάβει ο εναγόμενος συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη, στην οποία ανέφερε ότι η αδελφή του Φ εγκατέλειψε την επίδικη οικία με διαθήκη στην ενάγουσα εάν τον γηροκομούσε και με την προϋπόθεση ότι εάν δεν έμενε ευχαριστημένος, σύμφωνα με τον όρο της διαθήκης, η οικία θα περιέρχονταν στην κυριότητα του, και ότι η ενάγουσα τον φιλοξένησε μόνο για διάστημα δέκα οκτώ μηνών κατά το οποίο δεν έζησε σε βάρος της ίδιας και της οικογένειας της, αλλά σαν οικότροφος, αφού τους πρόσφερε το μισό από το μισθό του και ως εκ τούτου εκείνη εξέπεσε από το κληρονομικό της δικαίωμα, που απορρέει από τη διαθήκη και ότι ο ίδιος επιθυμεί να περιέλθει η οικία αυτή στον εναγόμενο, που τον περιποιείται, "εφόσον και αυτός τον αντέξει ως το τέλος".

Από την άνοιξη του 1999, που αποχώρησε από την οικία του εναγομένου, εγκαταστάθηκε και πάλι στην ..., όπου διέμενε μόνος του και τον φρόντιζαν δύο γυναίκες τον χωριού εκ περιτροπής, οι οποίες πρόσφεραν σ' αυτόν υπηρεσίες οικιακής βοηθού, με αμοιβή, ενώ για τη σίτιση τον κατέφευγε στα καφενεία τον χωριού, όπου τον παρασκεύαζαν πρόχειρο φαγητό, μέχρι και τις 12-8-1999 όταν τον βρήκε νεκρό στην ανωτέρω οικία του μία εκ των γυναικών αυτών και ειδοποίησε τους συγγενείς του.

Η ενάγουσα, μετά την "σωστή και επάξια" ολιγόχρονη περιποίηση του, για το ως άνω διάστημα των δέκα οκτώ μηνών και την αποχώρηση του από την οικία της στο ..., δεν αποδείχθηκε ότι ενδιαφέρθηκε γιαυτόν, ήτοι δεν ενδιαφέρθηκε για το ποίος τον φρόντιζε και τον περιποιείτο. Επίσης δεν προέκυψε ότι τον επισκέφθηκε στο χωριό ..., ούτε και ότι τον προσκάλεσε, έστω και μια φορά, στην οικία της.

Ειδικότερα, εκείνη, αν και εργαζόταν ως δασκάλα στην πόλη του ..., θα μπορούσε άνετα, με βάση τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, να τον προσκαλούσε κατά τις ημέρες τις αργίας της υπηρεσίας της στην οικία της ή να μεταβαίνει η ίδια κάθε Σάββατο και Κυριακή, αλλά και κατά το μέσον της εβδομάδος στην ..., η απόσταση της οποίας από το ...

διανύεται σε χρόνο λιγότερο της μίας ώρας, προκειμένου, στα πλαίσια των διατάξεων της διαθήκης, να μεριμνά για την σίτισή του, με την παρασκευή φαγητού, το οποίο με την κατάλληλη συντήρηση θα τον διέτρεφε και κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες, την υγεία του και την καθαριότητα του ίδιου και της οικίας του.

Πέραν αυτών, θα μπορούσε να διαμένει, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, στην επίδικη οικία, που είχε ανεγερθεί κατά την προηγούμενη δεκαετία και διέθετε όλες τις σύγχρονες ανέσεις, προκειμένου να τον φροντίζει. Σε κάθε δε περίπτωση, θα μπορούσε να αναθέσει την περιποίηση του σε έμπειρη οικιακή βοηθό, την οποία θα είχε υπό την εποπτεία της και την οποία εκείνη θα πλήρωνε, ώστε κατά το δυνατόν να εκπληρωθεί ο όρος της διαθήκης για σωστή και επάξια "γηροκόμηση" μέχρι το τέλος της ζωής του και έτσι δε θα περιέρχονταν στην ανάγκη να μεταβεί στα ...

για να φιλοξενηθεί στην οικία της ...., κόρης του πρώτου εξαδέλφου του, ούτε και στην οικία του εναγομένου, αλλά ούτε και να καταφεύγει για τη σίτιση του στα καφενεία της .... Το ότι ο Ψ δεν ήθελε να αποχωρισθεί από το δικό τον τρόπο ζωής, ήταν γνωστό σ' αυτήν και πριν από την αποδοχή της διαθήκης, αφού ήταν αδελφός της μητέρας της.

Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη εκείνος είχε γίνει ιδιόρρυθμος και δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο δικό της τρόπο ζωής, αυτό ήταν απότοκο της ηλικίας του, γεγονός που εκείνη θα γνώριζε, ενόψει και της ιδιότητας της, κατά την αποδοχή της διαθήκης.

Συνεπώς, εκείνη θα έπρεπε να προστρέξει για την φροντίδα του και να μην αναμένει να προστρέξει εκείνος σ' αυτήν και να ζητήσει να τον περιποιηθεί, και, επομένως, από δική της υπαιτιότητα και συγκεκριμένα από δική της αδιαφορία, δεν γηροκόμησε τον Ψ "σωστά και επάξια" μέχρι το τέλος της ζωής του, δηλαδή από υπαιτιότητα της δεν εκτέλεσε τον τρόπο με τον οποίο βαρύνονταν από τη διαθήκη, παρά μόνο μερικώς, που όμως δεν είναι αρκετό.

Δεν οφείλεται δε η μη εκτέλεση του τρόπου αποκλειστικά στη μη σύμπραξη του Ψ, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο εκείνη δεν έχει ευθύνη. Άλλως θα είχε το πράγμα στην περίπτωση που εκείνος απέθνησκε κατά τον χρόνο παραμονής στην οικία της ή καθίστατο άφαντος. Ενόψει όλων αυτών η εναγομένη εξέπεσε από το κληρονομικό της δικαίωμα από τη διαθήκη.

Ούτε όμως και ο εναγόμενος γηροκόμησε τον Ψ μέχρι το τέλος της ζωής του "σωστά και επάξια" παρά μόνο κατά το ως άνω εξάμηνο. Αυτός δε στην περίπτωση έκπτωσης της ενάγουσας, δε θα μπορούσε να αποκτήσει το επίδικο ακίνητο δυνάμει της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης του Ψ, ως κληρονόμος του, αφού το ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα του τελευταίου, ούτε είχε τεθεί όρος στη διαθήκη της αδελφής του ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης του τρόπου, θα περιερχόταν αυτό στην κυριότητα του.

ώστε να μπορεί αυτός να το διαθέσει με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή έφεσης του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας, που ως βάση της είχε την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου και την απόδοση του σ' εκείνη, καθώς και τον αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου, ότι λόγω μη πλήρωσης, από τη βεβαρημένη ενάγουσα, του ανωτέρω τρόπου που τέθηκε με τη διαθήκη της διαθέτιδας Φ και έκπτωσης εκείνης από το εκ της ανωτέρω διαθήκης κληρονομικό της δικαίωμα, το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα στον ίδιο, ο οποίος επέδειξε την απαιτούμενη επάξια φροντίδα στο Ψ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης ως αβάσιμου του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του εναγομένου, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1715, 2016 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού δέχθηκε, ότι ο εν λόγω διάδικος δε γηροκόμησε τον Ψ "σωστά και επάξια" μέχρι το τέλος της ζωής του, ήτοι μέχρι 12-8-1999, όπως ορίσθηκε με την ως άνω διαθήκη προκειμένου το επίδικο ακίνητο να περιέλθει ως καταπίστευμα σ' εκείνον, παρά μόνο για ένα εξάμηνο, ήτοι από τον Οκτώβριο του έτους 1998 έως την άνοιξη του έτους 1999.Επομένως, ο δεύτερος λόγος της με στοιχείο β αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις, από την ίδια διάταξη, που προβάλλονται με το λόγο αυτό αναίρεσης, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, που μνημονεύονται στο λόγο αυτό, από τα οποία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω υποχρέωση του, να φροντίζει κλπ τον Ψ μέχρι το τέλος της ζωής του, είναι απαράδεκτες, διότι οι αποδιδόμενες, με τις αιτιάσεις αυτές, πλημμέλειες αφορούν την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίθεται με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλομένη.

Επειδή, με το μοναδικό λόγο της με στοιχείο α αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς χρησιμοποίησε αυτά εσφαλμένα για να υπάγει τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα του άρθρου 2016 ΑΚ, τα οποία δε μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η μη εκπλήρωση του τρόπου, με τον οποίο βαρυνόταν η αναιρεσείουσα, επήλθε από δική της αποκλειστική υπαιτιότητα, καθόσον, α) ο Ψ αποχώρησε οικειοθελώς από την οικία της, χωρίς να διατυπώσει εναντίον της κανένα παράπονο, β) δεν μπορούσε η ίδια να εξαναγκάσει εκείνον να παραμείνει παρά τη θέληση του στην οικία της ή να την επισκέπτεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να θεωρηθεί ότι εκπληρώθηκε ο ως άνω τρόπος με τον οποίο ήταν βεβαρημένη, αφού ο ίδιος δεν επιθυμούσε, για δικούς του λόγους, να παραμείνει στην οικία της.

Αντίθετα, η ίδια δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σεβασθεί την επιλογή του, η οποία πήγαζε από την ιδιομορφία του χαρακτήρα του και τη φιλοσοφία τη ζωής του, σύμφωνα με την οποία ήταν αδύνατο για εκείνον να προσαρμοσθεί στη ζωή της πόλης και να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους, γ) δεν υπήρχε η δυνατότητα να επιδείξει οιοδήποτε ενδιαφέρον για εκείνον, αφού άλλαζε τόπο διαμονής και ήταν παντελώς αδύνατο να τον εντοπίσει, δ) η πραγματική βούληση της διαθέτιδας ήταν να φροντίζει και να μεριμνά για τον ανωτέρω αδελφό της σε χώρο όπου αυτό ήταν ευκολότερο και της παρέχονταν οι σύγχρονες ανέσεις και όχι να παραμελεί την οικογένεια της επί μακρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών προκειμένου να μεριμνά για τη διαβίωση εκείνου, ε) Η συνολική απασχόληση της, ως εκπαιδευτικού, απαιτεί εκτεταμένη ενασχόληση της, και μετά το πέρας της σχολικής ημέρας, η οποία, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες οικογενειακές της υποχρεώσεις και την έλλειψη άδειας οδήγησης αυτοκινήτου, δεν καθιστούσε εύκολη τη μετάβαση της, σχεδόν καθημερινά, από το ...

στη ..., και ε) η ανάθεση της περιποίησης του Ψ σε οικιακή βοηθό, δεν ήταν ενδεδειγμένη, διότι με τον τρόπο, με τον οποίο ήταν βεβαρημένη, της επιβλήθηκε προσωποπαγής υποχρέωση για την περιποίηση εκείνου από τη διαθέτιδα, η οποία δεν επιθυμούσε να αναλάβει οποιοσδήποτε τρίτος την υποχρέωση της σίτισης και της καθαριότητας του ανωτέρω.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, τα μεν επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικό επιχείρημα για στήριξη των απόψεων της, το δε Εφετείο δεν χρησιμοποίησε τις φερόμενες ως αποτελούσες διδάγματα κοινής πείρας ως άνω παραδοχές για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο άρθρο 2016ΑΚ, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και για την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τα οποία δεν ελέγχεται, όπως προεκτέθηκε, από τον Άρειο Πάγο.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, ότι ο εναγόμενος δε γηροκόμησε τον Ψ "σωστά και επάξια" μέχρι το τέλος της ζωής του(12-8-1999), όπως ορίσθηκε με την ως άνω διαθήκη παρά μόνο για ένα εξάμηνο, ήτοι από τον Οκτώβριο του έτους 1998 έως την άνοιξη του έτους 1999, τόσο και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ...

και ..., που περιέχονται στην με αριθ. 1086/18-8-2000 ένορκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου Μοιρών Φώτη Μάντζαρη, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, και την από 9-9-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του Ψ, που ρητώς αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι λήφθηκαν υπόψη, όσο και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο στο Εφετείο και αναφέρονται στον πρώτο λόγο της με στοιχείο β αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης και να συμψηφιστούν εν όλω τα ίσου ποσού εκατέρωθεν δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2007 αίτηση της Χ και την από 10-8- 2007 αίτηση του Ζ, για αναίρεση της 83/2007 απόφασης τουΕφετείου Κρήτης.

Συμψηφίζει, στο σύνολο τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ