Legislator Case Law & Legislation
1812/2007 AI generated

1812/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1812/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24377/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 702/2005 μη οριστική, 681/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 11 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1812/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι λογαριασμοί των επενδυτών τηρούνται στους φορείς, (§5), ότι: "Οι λογαριασμοί και στο Σύστημα και στους φορείς τηρούνται χωριστά κατά κατηγορία τίτλων με κοινά χαρακτηριστικά, (§6), ότι: "Στο Σύστημα τηρούνται για κάθε φορέα χωριστοί λογαριασμοί αφ' ενός για τους τίτλους ιδίου χαρτοφυλακίου, αφ' ετέρου δε για εκείνους του χαρτοφυλακίου επενδυτών πελατών του.

Keywords

AI generated
old-age pension for couples family maintenance contributions joint household extraordinary marital contribution grandparents' pension joint will
AI generated
1370/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
1571/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1137/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.
1001/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
1279/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1812 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)..... και 2) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση κατά το άρθρο 75 ν. 2190/1920 της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξη Αλεξίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-4-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24377/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 702/2005 μη οριστική, 681/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 11 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, στο άρθρο 5 του Ν.2198/22.3.1994 (Α΄ 43) ορίζεται, ότι: "Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να δανείζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος και άνευ εκδόσεως αξιογράφων (ομολόγων, εντόκων γραμματίων κ.λ.π.) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν κατά το νόμο την ευχέρεια να ασκούν ανάλογες εργασίες", (§1), ότι "Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός των Οικονομικών να συνάπτει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου δάνεια της παρ.1.

Τα δάνεια και οι υποδιαιρέσεις τους (τίτλοι) παρακολουθούνται δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (Το Σύστημα), που συνιστάται με το παρόν άρθρο και του οποίου διαχειριστής είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης δια λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα παρακολουθούνται τα τοκομερίδια των τίτλων, αφ' ης αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς συναλλαγής, εφαρμοζομένων αναλόγως των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί τις εγγραφές λήψεως, εξυπηρετήσεως και αποπληρωμής των δανείων για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου". (§2, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ.8α του Ν.2469/1997). Στο άρθρο 6 του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι: "Στο Σύστημα μετέχουν πλην του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστού, νομικά ή φυσικά πρόσωπα (ή φορείς), οριζόμενα είτε κατά κατηγορίες είτε ονομαστικά με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με όμοιες πράξεις καθορίζεται η διαδικασία επιλογής των φορέων και ειδικότερα όροι και περιορισμοί και οι απαιτούμενες υπέρ των επενδυτών ασφάλειες κατά κατηγορίες φορέων", (§1), ότι: "Οι τίτλοι δύνανται να μεταβιβαστούν σε τρίτους (επενδυτές). Η μεταβίβαση ενεργεί μεταξύ των μερών και δεν παράγει αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος", (§2), ότι: "Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αποκτά τίτλους από τους φορείς και να τους διαθέτει εκ νέου προ της λήξεώς τους", (§3), ότι: "Η μεταβίβαση του τίτλου ολοκληρώνεται με μεταφορά (πίστωση) του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό του δικαιούχου", (§4), ότι: "Οι λογαριασμοί των φορέων τηρούνται στο Σύστημα.

Οι λογαριασμοί των επενδυτών τηρούνται στους φορείς, (§5), ότι: "Οι λογαριασμοί και στο Σύστημα και στους φορείς τηρούνται χωριστά κατά κατηγορία τίτλων με κοινά χαρακτηριστικά, (§6), ότι: "Στο Σύστημα τηρούνται για κάθε φορέα χωριστοί λογαριασμοί αφ' ενός για τους τίτλους ιδίου χαρτοφυλακίου, αφ' ετέρου δε για εκείνους του χαρτοφυλακίου επενδυτών πελατών του.

Ο λογαριασμός χαρτοφυλάκων επενδυτών κάθε φορά τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους επενδυτές του φορέα, (§7). Στο άρθρο 7 του ιδίου νόμου ορίζεται, ότι: "Απαγορεύεται στο φορέα η άνευ της συναινέσεως του δικαιούχου επενδυτή διάθεση του τίτλου" (§1), καθώς και ότι "Οι τηρούμενοι στο σύστημα λογαριασμοί δεν υπόκεινται σε αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση" (§2).

Κατά δε την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ιδίου νόμου. "Οι λογαριασμοί τίτλων με λογιστική μορφή καλύπτονται από το απόρρητο που διέπει και τους λογαριασμούς καταθέσεων, όπως αυτό εκάστοτε εφαρμόζεται στο πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας". Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 9§1 του ιδίου νόμου και 1 επ.

ν.δ.3745/1957, οι οποίες ρυθμίζουν τα της πληρωμής ληξιπροθέσμων τόκων και κεφαλαίων από τους φορείς προς τους επενδυτές, προκύπτουν τα εξής: 1) Οι υπό των ανωτέρω διατάξεων προβλεπόμενοι "άϋλοι τίτλοι", συνιστώντες υποδιαιρέσεις των δια λογιστικών εγγραφών συναπτομένων υπό του Ελληνικού Δημοσίου δανείων, εμπίπτουν στην ευρύτερη κατηγορία των χρηματοπιστωτικών τίτλων, ως τοιούτων νοουμένων των αξιογράφων που διευκολύνουν την παροχή χρηματικής πιστώσεως, όπως κυρίως τα πιστοποιητικά ή τα ομόλογα καταθέσεων σε Τράπεζες και οι ομολογίες ομολογιακού δανείου φερεγγύου εκδότη, όπως το Ελληνικό Δημόσιο.

Όλοι αυτοί οι τίτλοι μπορούν να γίνουν αντικείμενο αγοράς ή πωλήσεως από τις Τράπεζες. Ειδικότερα η σύμβαση πωλήσεως των προαναφερομένων αϋλων τίτλων με σύμφωνο επαναφοράς τους (Repurchase agreements "repos") αποτελεί νομική μορφή πωλήσεως του άρθρου 513 ΑΚ, με την πρόσθετη όμως, συμφωνία της επαναφοράς του τίτλου από την πωλήτρια Τράπεζα σε ορισμένη προθεσμία από τον αρχικό πωλητή ή με προσύμφωνο επαναγοράς ή με σύμφωνο εξωνήσεως κατά την ΑΚ 568, ή με συμφωνία καταρτίσεως της συμβάσεως επαναγοράς στο μέλλον υπό αναβλητική προθεσμία και συνάμα εξουσιαστική αίρεση (si voluerim) υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους, ανάλογα με την δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων (Τραπέζης-επενδυτού) στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων.

Υποκείμενα της ανωτέρω περιεχομένου συμβάσεως πωλήσεως είναι η τράπεζα (φορέας) και ο πελάτης (επενδυτής), οι δε εκ της εν λόγω πωλήσεως απορρέουσες εκατέρωθεν απαιτήσεις είναι χρηματικές του μεν επενδυτού υποχρεουμένου να καταβάλει στην πωλήτρια Τράπεζα το τίμημα από την πώληση του αΰλου τίτλου, που συνιστά το επενδυθέν κεφάλαιο, της δε τελευταίας το κεφάλαιο και τους τόκους όταν ασκηθεί από τον επενδυτή το διαπλαστικό δικαίωμα της αναπωλήσεως αυτού, κατά τους ειδικοτέρους συμβατικούς όρους.

Οι εκατέρωθεν δε αυτές ομοειδείς απαιτήσεις υπόκεινται σε συμψηφισμό εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προς τούτο ουσιαστικοί όροι. Το Ελληνικό Δημόσιο, λήπτης του συναπτομένου δανείου με την έκδοση αΰλων τίτλων εντεταγμένων στο Σύστημα Λογιστικής Παρακολουθήσεως, είναι τρίτος σε σχέση με την παραπάνω πώληση, η δε Τράπεζα, πωλώντας στους επενδυτές πελάτες της τους προαναφερομένους αΰλους τίτλους ενεργεί ιδίω ονόματι και λογαριασμό και προς το ίδιο αυτής συμφέρον και όχι ως διαχειριστής χρημάτων του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο μάλιστα μπορεί να αγοράσει τους ανωτέρω τίτλους και να τους διαθέσει περαιτέρω προ της λήξεως. 2) Κατ' ειδική, εξαιρετική, διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 7§2 του προαναφερθέντος νόμου, οι τηρούμενοι "στο σύστημα" λογαριασμοί, ήτοι των "φορέων", δεν υπόκεινται σε αναγκαστική ή συντηρητική κατάσχεση.

Η διάταξη αυτή, ως εξαιρετική, είναι στενώς ερμηνευτέα, μη δυναμένη να εφαρμοσθεί, διασταλτικώς, ή αναλογικώς και επί των λογαριασμών των επενδυτών που τηρούν οι φορείς για τους πελάτες τους. Για τους λογαριασμούς των πελατών που τηρούν οι Τράπεζες, όσον αφορά την δυνατότητα επιβολής επ' αυτών αναγκαστικής ή συντηρητικής κατασχέσεως, δεν υπάρχει γνήσιο κενό του νόμου, αλλ' ηθελημένη αρνητική ρύθμιση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 Ν.5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ΄ στοιχ.α΄ ΝΔ 118/1973: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account), είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου ή περιέχουσα τον όρο ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. 2) Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαρισμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν".

Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και επί τίτλων του Δημοσίου με λογιστική μορφή κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 12§2 εδ.β΄ του προαναφερομένου νόμου, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή.

Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη της καταθέσεως και ως προς τους λοιπούς. Ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαιτήσεως επάγεται και η έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός που προτείνει η Τράπεζα ανταπαιτήσεώς της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της προς καταβολή του ποσού της καταθέσεως, αφού και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατασχέτου απαιτήσεως. "Ακατάσχετες" κατά την έννοια των διατάξεων αυτών είναι οι απαιτήσεις οι οποίες κατά εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ.2 εδ.γ΄ και δ΄ ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις δηλονότι οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατασχέτου επιλογή του νομοθέτου.

Ειδικότερα, όπως ελέχθη, οι απαιτήσεις των επενδυτών σε REPOS κατά της Τραπέζης προς καταβολή του προϊόντος εκ της εν λόγω επενδύσεως (κεφάλαιο τόκοι) δεν έχουν εξαιρεθεί της κατασχέσεως, ούτε πάλιν η εν λόγω εξαίρεση, μπορεί να θεμελιωθεί, εμμέσως, στο απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων, το οποίο άλλωστε με ειδική ρύθμιση του άρθρου 24 του Ν.2915/2001 (Α΄109) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατασχέσεως της περιουσίας του δικαιούχου της καταθέσεως ή της μετοχής.

Τέλος, κατά το άρθρο 4 του Ν.5638/1932 "κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη". Με την διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό δια τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη.

Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της Τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι μαζί με τον υιό τους Υ1 διατηρούσαν στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως είναι η αναιρεσίβλητη, κοινό λογαριασμό σε REPOS για το ποσό των 284.259,82 Ευρώ, το οποίο η ανωτέρω Τράπεζα στις 13.2.2001 με έγγραφη δήλωση της συνεψήφισε προς ληξιπρόθεσμη χρηματική ανταπαίτησή της κατά του συνδικαιούχου του λογαριασμού Υ1 .

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της περί συμψηφισμού δηλώσεως της ανωτέρω Τραπέζης, επικαλούμενοι ως λόγους ακυρότητος, μεταξύ των άλλων: 1) Ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις που απετέλεσαν το αντικείμενο του συμψηφισμού δεν ήσαν ομοειδείς, αφού η απαίτηση των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν ήταν χρηματική, αλλά η προσωρινή κυριότητά τους επί αΰλων τίτλων. 2) ότι η απαίτηση αυτών κατά της Τραπέζης ήταν ακατάσχετη, επομένως και ανεπίδεκτη συμψηφισμού. 3) Ότι το έννομο αποτέλεσμα της υπό της αναιρεσιβλήτου γενομένης δηλώσεως συμψηφισμού έπρεπε να περιορισθεί στο 1/3 της άνω καταθέσεως REPOS σε κοινό λογαριασμό.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη προδικαστική υπ' αριθμ.762/2005 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα της αγωγής ερειδόμενο επί των ανωτέρω λόγων. Με την κρίση του αυτή, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η συμπροσβαλλομένη μη οριστική απόφαση, του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία εζήτησαν, για τους ανωτέρω λόγους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του γενομένου συμψηφισμού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ. 17/1995, Ολ.ΑΠ. 62/1990).

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δε πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, ανελέγκτως , τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι εκκαλούντες σύζυγοι, είναι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι και συγκεκριμένα ανώτεροι υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας, ηλικίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 77 ετών η πρώτη και 88 ετών ο δεύτερος.

Αυτοί, από το έτος 1994 διατηρούσαν στο Υποκατάστημα της εφεσιβλήτου Τραπέζης στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Σοφούλη αριθ.59 καταθέσεις σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου και αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα τον Απρίλιο του 1994 άνοιξαν στο παραπάνω υποκατάστημα του υπ' αριθμ...... επενδυτικό λογαριασμό και αγόρασαν 11.506,862 ονομαστικά μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου ALPHA ΑΞΙΩΝ ΣΤΑΘΕΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, σε κοινό λογαριασμό και των δύο εκκαλούντων, αντί τιμήματος 15.000.000 δραχμών.

Συγχρόνως αυτοί άνοιξαν στο ίδιο υποκατάστημα δύο τραπεζικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου, στους οποίους κατέθεταν τις μηνιαίες συντάξεις τους και άλλα εισοδήματα που είχαν από μίσθωση μερίσματός τους στην Αθήνα. Στους τραπεζικούς αυτούς λογαριασμούς ως τρίτος συνδικαιούχος εφέρετο και ο γιος τους Υ1.

Από το έτος 1994 μέχρι και το έτος 1999 στο ίδιο αμοιβαία κεφάλαιο επανατοποθετούσαν τα ετήσια μερίσματα, με αποτέλεσμα στις 31.12.1998 να διαθέτουν 14.565,20 ονομαστικά μερίδια, αξίας 27.809,209 δραχμών, ενώ παράλληλα λόγω του λιτού βίου που διήγον αποταμίευαν σημαντικά χρηματικά ποσά, τα οποία κατέθεταν στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσιβλήτου.

Στις 10.1.2000 και 28.1.2000, κατόπιν συμβουλών υπαλλήλων της εφεσιβλήτου προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες χρηματικές αποδόσεις, συνήψαν την υπ' αριθμ..... και ..... συμβάσεις για χρηματικό ποσό 30.000.000 και 41.000.000 δραχμών αντίστοιχα, οι οποίες συνδεόταν με τον προαναφερόμενο ..... επενδυτικό λογαριασμό. Στις 13.4.2000 μετέφεραν στην προαναφερόμενη .....

σύμβαση το υπόλοιπο του λογαριασμού τους εκ 38.000.000 δραχμών που διατηρούσαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το ποσό που είχε επενδυθεί σε 80.524.881 δραχμές. Την 6.2.2001 οι εκκαλούντες για μεγαλύτερη απόδοση των κεφαλαίων τους άνοιξαν, με την υπ' αριθμ....... σύμβαση κοινό λογαριασμό σε άϋλους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναφοράς (REPOS) ύψους 90.650.959 δραχμών, ποσό που προερχόταν από τον παραπάνω ......

επενδυτικό λογαριασμό αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο λογαριασμός αυτός σε REPOS ήταν κοινός των εκκαλούντων με συνδικαιούχο και το γιο τους Υ1 που ήταν άλλωστε συνδικαιούχος και στους άλλους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο τελευταίος δεν γνώριζε ότι κατέστη συνδικαιούχος του κοινού αυτού λογαριασμού, ούτε είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο κεφάλαιο που επενδύθηκε, προερχόμενο αποκλειστικά από τις αποταμιεύσεις των γονέων του εκκαλούντων.

Ο επενδυτικός αυτός λογαριασμός μετατράπηκε σε τρίμηνο ανανεούμενο REPOS. Σύμφωνα δε με τον πέμπτο όρο της εν λόγω συναλλαγής των αΰλων τίτλων η εφεσίβλητη Τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το ποσό εκάστης επένδυσης για την κάλυψη ληξιπρόθεσμων οφειλών των επενδυτών προς αυτή ή και να το συμψηφίζει με αντίστοιχη αξίωσή της κατά οποιουδήποτε των αναφερομένων επενδυτών, ενώ σύμφωνα με τον έκτο όρο, αναλήψεις πριν από την ημερομηνία λήξης της επένδυσης δεν επιτρεπόταν παρά μόνο μετά από προηγούμενη έγκριση της Τραπέζης, η οποία και θα καθόριζε το ποσό απόδοσης της επένδυσης.

Οι ανωτέρω συμβατικοί όροι κατέστησαν γνωστοί τουλάχιστον στην πρώτη των εναγόντων, που υπέγραψε την σύμβαση, ενόψει δε και της μορφώσεως αυτής (είχε σπουδάσει γεωπονία στην Αμερική), αλλά και της πείρας την οποία είχε αποκτήσει, συνέπεια των συναλλαγών της με διάφορες τράπεζες, αλλά και του γεγονότος ότι δεν ζήτησε περαιτέρω διευκρινήσεις σχετικά μ' αυτούς, είναι φανερό ότι έγιναν αντιληπτοί απ' αυτήν.

Η ανωτέρω σύμβαση ανανεωνόταν συνεχώς μέχρι και την 31.1.2002, που έγινε η τελευταία ανανέωση που έληγε στις 29.4.2002. αποδείχθηκε εξάλλου ότι οι εκκαλούντες προκειμένου να μεταβούν στο Λονδίνο προς αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας, στις 12.2.2002 μετέβησαν στο άνω υποκατάστημα της εφεσιβλήτου και ζήτησαν την ανάληψη χρηματικού ποσού 30.000.000 έως 40.000.000 δραχμών προς αντιμετώπιση δαπανών νοσηλείας τους στην αλλοδαπή.

Οι υπάλληλοι της εφεσιβλήτου τους πρότειναν να μην εισπράξουν την αξία των αμοιβαίων κεφαλαίων, που εκείνη την περίοδο ήταν χαμηλή, αλλά να προτιμήσουν ως οικονομικώς συμφέρουσα γι' ατούς την επαναπώληση των αΰλων Τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS).Οι εκκαλούντες δέχθηκαν τη λύση αυτή ως συμφερώτερη γι' αυτούς, πλην όμως λόγω του ότι η επένδυση των REPOS δεν είχε ακόμη λήξει, όπως προαναφέρθηκε, η επαναπώληση και ανάληψη του τιμήματός τους, έπρεπε να γίνει μετά από έγκριση των αρμοδίων οργάνων της εφεσιβλήτου, που εδρεύουν στην Αθήνα και μάλιστα από το κεντρικό κατάστημα αυτής και όχι από το ανωτέρω τοπικό υποκατάστημά της.

Επειδή η εν λόγω έγκριση δεν μπορούσε να γίνει την ίδια ημέρα (12.2.2002), οι υπάλληλοι του άνω υποκαταστήματος τους είπαν να επανέλθουν την επόμενη ημέρα 13.2.2002, προκειμένου να τους αποδοθεί το ζητούμενο ποσό των REPOS. Κατά την εν λόγω ημερομηνία προσήλθε στο άνω υποκατάστημα η πρώτη εκκαλούσα για να εισπράξει τα χρήματα, οπότε από τους υπαλλήλους αυτού πληροφορήθηκε ότι το ζητούμενο προς ανάληψη ποσό των 96.861.534 δραχμών ή 284.259,82 Ευρώ ήταν δεσμευμένο, γιατί η τράπεζα άσκησε προφορικά συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού της παραπάνω απαιτήσεως των εκκαλούντων με ανταπαίτηση που είχε κατά του συνδικαιούχου αυτών γιο τους Υ1, ως εγγυητού της υπ' αρίθμ.....

σύμβασης πιστώσεως και των προσθέτων αυτής πράξεων. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας (13.2.2002) η εφεσίβλητη τράπεζα κοινοποίησε τόσο στους εκκαλούντες όσο και στον γιο τους Υ1 την με την ίδια ημερομηνία δήλωση συμψηφισμού, με την οποία, αφού ανέφερε ότι κατά του γιου των εκκαλούντων Υ1, συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, έχει, εκτός των άλλων, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή χρηματική απαίτηση εξ 6.192.749,23 Ευρώ από την υπ' αρίθμ......

σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και της από 23.4.1991, 2.5.1991, 8.8.1991, 20.8.1991, 11.9.1991 και 17.9.1991 πρόσθετες πράξεις, πλέον τόκων από 1.1.1994 μέχρι 31.12.2001 εξ 27.950.743,18 Ευρώ, σύμφωνα με την σύμβαση που έκλεισε στις 31.3.1994 με συνολικό χεωστικό κατάλοιπο εκ 2.168.524.751 δραχμών, πλέον τόκων υπερημερίας από 1.1.1994, του δήλωνε ότι τμήμα της ανωτέρω ανταπαίτησής της από 284.259,82 Ευρώ, που αφορά αντίστοιχο ποσό τόκων υπερημερίας του διαστήματος από 1.1.1994 έως 31.12.2001, συμψηφίζει με αντίστοιχη απαίτηση αυτών (εκκαλούντων) και του γιου τους Υ1, ίσου ποσού (284.259,82),συνολικά από την υπ αρίθμ......

σύμβαση REPOS, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως και το νόμο. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσιβλήτου Τραπέζης ήταν εκείνα που έπεισαν τους αναιρεσείοντες να καταστήσουν συνδικαιούχο στη σύμβαση REPOS και τον γιο τους Υ1 μολονότι γνώριζαν ότι τα χρήματα προέρχονταν αποκλειστικά από δικές τους οικονομίες, όχι γιατί η επένδυση αυτή ήταν συμφερότερη, αλλά γιατί μοναδικό στόχο είχαν να δεσμεύσουν τα χρήματά τους, προς ικανοποίηση απαιτήσεως, την οποία η αναιρεσίβλητη διατηρούσε σε βάρος του γιου τους, πράγμα που γνώριζαν και αποσιώπησαν.

Από την προσκομιζόμενη από 20.2.2002 εξώδικη δήλωση των εκκαλούντων προς την εφεσίβλητη αυτοί ομολογούν, εξωδίκως, ότι ο γιος τους κατέστη συνδικαιούχος του συγκεκριμένου λογαριασμού κατόπιν των υποδείξεων των ιδίων, εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας τους. Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε: 1) Ότι κατά τον χρόνο που έγινε η δήλωση συμψηφισμού (13.2.2002) οι υπάλληλοι της εφεσιβλήτου και συγκεκριμένα εκείνοι του υποκαταστήματός της, στο οποίο αυτοί εμφανίσθηκαν στις 12.2.2002 γνώριζαν ότι τα χρήματα των εκκαλούντων τα οποία αυτοί επένδυσαν σε REPOS ήσαν αποκλειστικά δικά τους, καθώς και ότι κατά του γιου των η εφεσίβλητη είχε την άνω ανταπαίτηση και αποκρύπτοντας το γεγονός αυτό από τους εκκαλούντες ενήργησαν ως ανωτέρω, με σκοπό τη δέσμευση, κατ' εφαρμογή όρου της συμβάσεως, των χρημάτων τους. 2) Ότι οι υπάλληλοι της εφεσιβλήτου στις 12.2.2002 προέτρεψαν τους εκκαλούντες να μην ρευστοποιήσουν τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά να προχωρήσουν σε επαναπώληση των REPOS, όπου συνδικαιούχος ήταν ο γιος τους, με ανώτερο σκοπό στη συνέχεια να προβούν στη δέσμευση των χρημάτων τους, για οφειλή του τελευταίου έναντι της εφεσιβλήτου. 3) Ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο (12.2.2002) η εφεσίβλητη εσκεμμένα καθυστέρησε την επαναπώληση των REPOS, για να μπορέσει να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, αφού, όπως ήδη έγινε δεκτό, οι εκκαλούντες ζήτησαν την επαναπώληση πριν την ημερομηνία λήξης των REPOS, για την οποία όπως αναφέρθηκε, απαιτείτο, δυνάμει όρου της σύμβασης, προηγούμενη έγκριση του κεντρικού καταστήματος της εφεσίβλητης στην Αθήνα.

Η καθυστέρηση όμως της σχετικής έγκρισης που την ημέρα εκείνη σημειώθηκε στο ανωτέρω κατάστημα, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν εσκεμμένη, αλλά φυσιολογική, αφού σύμφωνα με τη μάρτυρα ανταπόδειξης ..... επρόκειτο για προεξόφληση και η Τράπεζα, που σημειωτέον στην περίπτωση αυτή είχε τη δυνατότητα να μην χορηγήσει την έγκριση, χρειαζόταν κάποιο χρόνο προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για να τα αποδώσει τη δεδομένη χρονική στιγμή, κατά το διάστημα δε που μεσολάβησε εντοπίσθηκε από το κεντρικό κατάστημα η ανωτέρω ανταπαίτηση της εφεσίβλητης σε βάρος του γιού των εκκαλούντων.

Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι η υπό της αναιρεσιβλήτου προταθείσα ανωτέρω δήλωση συμψηφισμού είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, λόγω δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ την οποία και εφήρμοσε.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό καταθ. 256/2006 αίτηση για αναίρεση των 702/2005 μη οριστικής και 681/2006 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ