Legislator Case Law & Legislation
1812/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding expert witnesses and evidence evaluation.

Case Number 1812/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decisions. The appellant argued that the lower court erred in refusing expert opinions and failed to consider specific evidence, but the court held that the decision to appoint experts lies within the substantive court's exclusive discretion. Furthermore, the court ruled that the appellant's complaints regarding evidence evaluation and the consideration of sworn statements were inadmissible as they merely represented the appellant's own conclusions rather than independent legal claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 368 and 559 of the Code of Civil Procedure; The decision to appoint expert witnesses belongs to the substantive court's exclusive discretion, and appeals based on the evaluation of evidence or the refusal of sworn statements are inadmissible unless they constitute independent legal claims.

Keywords

AI generated
expert witness appointment appealable error grounds evidence evaluation sworn statements admissibility substantive court discretion inadmissible appeal arguments civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 270 paragraph 2 section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11a of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1812 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1812/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ξύδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".....Ο.Ε" που εκπροσωπείται νόμιμα, με έδρα τον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ..... ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο την Αγγελική Μέτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9307/1999 μη οριστική, 17391/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1390/2002 μη οριστική, 1881/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση των 1390/2002 και 1881/2005 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το άρθρο 368 ΚΠολΔ ορίζει: "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (§ 1). Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (§ 2)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως η απόρριψη ή η αποδοχή σχετικού αιτήματος του διαδίκου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δε δημιουργεί λόγω αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και τρίτος λόγος αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι'αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Εξάλλου από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί ν'αποδώσει σε καταθέσεις κάποιων μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από καταθέσεις άλλων μαρτύρων, ανεξάρτητα ποιος από τους διαδίκους τους πρότεινε, αφού, κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου (1881/2005), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από το άρθρο 559 αρ. 12 πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, γιου αυτού, σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης ......

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων ανεξάρτητα από ποιον διάδικο προτάθηκαν αυτοί, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τ'αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα αφού αυτή συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της ..... ως προς το εμβαδόν του κληροτεμαχίου (251) που παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχό του.

Επειδή ως πράγματα κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, μολονότι έχουν προταθεί ή η λήψη υπόψη μολονότι δεν έχουν προταθεί και ιδρύουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει τούτων οι πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει δικά του συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και κυρίως των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και άλλων τεχνικών εκθέσεων και αντικρούει τα συμπεράσματα του Εφετείου από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, πρέπει ως αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την ισχύ του ν. 2915/2001, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αν αυτές είχαν προσκομισθεί και είχε γίνει επίκλησή τους.

Αυτά υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για υπόθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, για την οποία εκδίδεται προδικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 270 § 1α και 226 § 2, όπως αυτά ίσχυαν πριν από το νόμο 2915/2001, και η απόδειξη δεν διεξάγεται σύμφωνα με το ισχύον πριν από τον άνω ν. 2915/2001 άρθρο 341 ΚΠολΔ, οπότε οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων δεν είναι παραδεκτά αποδεικτικά άμεσα.

Με τον όγδοο και τελευταίο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη την 442/2001 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης, μολονότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης εξέδωσε προδικαστική απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, λαμβάνονται υπόψη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, οι ένορκες βεβαιώσεις πάντοτε, εφόσον, για την λήψη τους, έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση των 1390/2002 και 1881/2005, προδικαστικής και οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ