Legislator Case Law & Legislation
1811/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal on set-off claim dismissal due to lack of counterclaim citation.

Case Number 1811/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a set-off claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting the set-off as 'vague' without requiring a specific counterclaim citation, which the court found unnecessary. The court ruled that the factual circumstances of the termination compensation payment constituted a valid counterclaim, making the lower court's reasoning legally flawed and remanding the specific issue for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; A set-off claim is not vague merely because the counterclaim is not explicitly cited, provided the factual basis for the counterclaim exists and justifies the legal validity of the set-off.

Keywords

AI generated
set-off claim vague objection counterclaim citation termination compensation Code of Civil Procedure remand for retrial legal validity

Cited Legislation

AI generated
Article 442 of the Code of Civil Procedure
Article 527(3) of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1811 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1811/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη-Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ Α.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, ο oποίος ανακάλεσε την από 7-10-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Β., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαρμαρινό, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 603/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2878/2021 του Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8-9-2021 αίτησή της και τους από 20-2-2024 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση α) η από 8-9-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 68445/135/8-9-2021 αίτηση αναίρεσης και β) οι, με ίδιο δικόγραφο, το από 20-2-2024 με αριθ. εκθ. καταθ. 32/23-2-2024, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η με αριθ. 2878/10-3-2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί της από 10-9-2014 (αριθμ.

καταθ. 71/6-10-2014) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 603/2014, οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση, επικυρώνοντας, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της, την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα ενώπιόν του από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού.

Με την εκκαλουμένη απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 14-3-2013 με αριθμ. καταθ. 276/2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει, δυνάμει της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το ποσό των 18.049,60 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως 31-7-2013, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτής Πάσχα και αδείας του ίδιου έτους, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (10-3-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (8-9-2021), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά, με κατάθεση του, από 20-2-2024, οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23 Φεβρουαρίου 2024 και επίδοσή του στις 23-2-2024 στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Α.

Κ., δηλαδή περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθ. 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1804/2022, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1804/2022, ΑΠ108/2020, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 515/2016).

Περαιτέρω, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτή μετά την καταγγελία της σύμβασης, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη, κατ'άρθρο 216 ΚΠολΔ, η σχετική αγωγή του μισθωτή για καταβολή μισθών υπερημερίας, κατ'άρθ. 349,350, 656 ΑΚ, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.

Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται, διότι στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λύθηκε με καταγγελία του, ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά ένσταση και ο ισχυρισμός του μισθωτή για την ακυρότητα της καταγγελίας του αποτελεί αντένσταση (ΑΠ 679/2023, ΑΠ 1676/2023, ΑΠ 505/2021, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1250/2018, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 460/2013).

Μόνο στην περίπτωση που ο μισθωτός περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας του εργοδότη, οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητά της, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα, της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 1804/2022, ΑΠ 505/2021, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013).

Με τον πρώτο, υπό τα στοιχεία 1.α. α) και β) σκέλη του, λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμώνται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (και όχι τις από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, όπως ισχυρίζεται), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το λόγο έφεσής της με τον οποίο επανέφερε τον, και πρωτοδίκως απορριφθέντα, ισχυρισμό της για (νομική) αοριστία της αγωγής του αντιδίκου της, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, κατά την διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, στοιχεία, την οποία ευθέως παραβίασε κατά την εφαρμογή της, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στοιχεία, της ακυρότητας, και για συγκεκριμένους λόγους, της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, παρά μόνο αορίστως αναφέρεται ότι η καταγγελία ήταν παράνομη, και επιπρόσθετα η αναιρεσείουσα, με το υπό στοιχείο 1.α.

γ) σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεση, για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια επικαλείται την έλλειψη από το αγωγικό δικόγραφο του αναγκαίου αυτοτελούς αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, που επικαλέστηκε με τον άνω λόγο της έφεσής της και επίσης απορρίφθηκε εσφαλμένως, κατά τα άνω, από το Εφετείο.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 14-3-2013 (αριθμ. καταθ. 276/19-3-2013) αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] ισχυρίστηκε ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας [ήδη αναιρεσείουσας] καταρτίστηκε η από 1-1-2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ίδιος της παρείχε τη συμφωνημένη εργασία του, της συναρμολόγησης και τοποθέτησης, με ακρίβεια, δική του πρωτοβουλία και σχεδιασμό, παντός είδους πολυτελών επίπλων που εκείνη πωλούσε σε πελάτες της στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αντί συμβατικού μηνιαίου μισθού του, αρχικά ποσού 2.923,92 ευρώ, από την 1-7-2011 ποσού 2.339,14 ευρώ και τέλος ποσού 2.256,20 ευρώ από την 1-12-2012, όταν και ορίστηκε ως τόπος παροχής της άνω εργασίας του το υποκατάστημα της εναγομένης στο Χαλάνδρι Αττικής.

Ότι από τις 31-12-2012 η εναγομένη έπαψε αυθαίρετα να αποδέχεται την προσφορά της εργασίας του, επικαλούμενη παράνομη καταγγελία της σύμβασής τους, και ως εκ τούτου κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών του από την 1-1-2013 μέχρι τις 30-7-2013, ανερχομένων των οφειλόμενων, λόγω της υπερημερίας της, αποδοχών του το διάστημα αυτό, μετά του επιδόματος εορτής Πάσχα και αδείας του ίδιου έτους, στο συνολικό ποσό των 18.049,60 ευρώ.

Κατόπιν τούτων ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 18.049,60 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 603/2014 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ορισμένη την αγωγή, παρά τον περί του αντιθέτου, παραδεκτώς προβληθέντα, ισχυρισμό της εναγόμενης, ήδη αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, η εναγόμενη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την άνω οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις από 30-1-2014 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπό το στοιχείο Γ' τούτων, είχε προτείνει ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής του αντιδίκου της, λόγω μη έκθεσης της ακυρότητας, και των λόγων ακυρότητας, της αναφερόμενης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που μετά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, έκρινε ορισμένη την αγωγή και τη δέχθηκε ως βάσιμη και κατ'ουσία, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία άσκησε την από 10-9-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 71/6-10-2014) έφεση. Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, υπό τα στοιχεία α' και β', επανέφερε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, και περαιτέρω επικαλέστηκε και έτερο λόγο αοριστίας της (υπό στο στοιχείο γ'), την έλλειψη από το δικόγραφό της αυτοτελούς αιτήματος αναγνώρισης της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, ως και την έφεση στο σύνολό της, αφού έκρινε βάσιμη κατ'ουσία την αγωγή, επικυρώνοντας έτσι, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της, την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε επίσης δεχθεί την αγωγή κατ'ουσία.

Κρίνοντας το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της στοιχεία στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ στοιχεία, η οποία ήταν εφαρμοστέα και την εφάρμοσε.

Ειδικότερα η ένδικη αγωγή, με αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, έχοντας ως βάση την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, περιέχει τα κατά την ανωτέρω διάταξη αναγκαία στοιχεία και συγκεκριμένα την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον συμβατικό μισθό του ενάγοντος μισθωτού και την άρνηση της εναγομένης εργοδότριάς του να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του.

Η ακυρότητα και οι λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της ένδικης αγωγής και συνακόλουθα δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της. Τα στοιχεία αυτά είναι απαιτούμενα και πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αγωγής που έχει αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, κατ'άρθρο 70 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, και τέτοιο αίτημα δεν έχει η ένδικη αγωγή.

Σε καμία δε περίπτωση δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου της, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, να περιλαμβάνεται, εκτός από το αίτημά της περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και το, κατά τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, αυτοτελές αίτημα, της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το υπό το στοιχείο 1.α.γ) σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, επικαλούμενη και για το λόγο αυτό αοριστία της αγωγής, τον οποίο προέβαλε ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγω νομικής της αοριστίας της, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, κατά την εφαρμογή της, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά τα υπό τα στοιχεία 1.α.

α),β) και γ)σκέλη του, και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ταυτόσημος με τον από άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής οι μη νόμιμοι, αόριστοι, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, αφού δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 725/2022, ΑΠ 630/2020), έστω και αν συνιστούν λόγους έφεσης (ΑΠ 338/2023, ΑΠ 793/2015).

Τέλος τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 127/2016).

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., 256 παρ. 1 περ.δ'του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή-ως εκ του χρόνου άσκησης της από 14-3-2013 (αριθμ. καταθ. 276/2013) αγωγής-προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, η προφορική δε πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 920/2023, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ), απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ- όπως ίσχυε πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 (την 1-1-2016) και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης (6-10-2014)- προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 920/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 88/2018, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, υπό το στοιχείο 1.α.δ) σκέλος του, λόγο αναίρεσης και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ-(και όχι από τους αριθμούς 559 αρ.1 και 559 αρ.8 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται)- με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό της με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την, παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως κατά τη συζήτηση της αγωγής, με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της και επαναφερθείσα ενώπιόν του, με σχετικό λόγο της έφεσής της, ένστασή της περί έγκυρης καταγγελίας εκ μέρους της, της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία επέφερε τη λύση της σύμβασης αυτής πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται από τον αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερημερίας.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα, παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασής της περί έγκυρης καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ως εξής: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι μολονότι προέβαλε παραδεκτώς τον ισχυρισμό ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι έγκυρη, ο ενάγων με τη σειρά του δεν προέβαλε αντένσταση περί ακυρότητας και εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση έλαβε υπόψη της μη προβληθέντα κατ'αντένσταση ισχυρισμό και έκρινε άκυρη την καταγγελία.

Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) ουδέποτε προέβαλε παραδεκτώς ένσταση περί εγκυρότητας της καταγγελίας...

Ειδικότερα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανέφερε (και έχει γίνει η σχετική καταχώρηση στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) ότι "Προτείνουμε την ένσταση αοριστίας. Συγκεκριμένα για τους λόγους μη ύπαρξης ή ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν αναφέρεται καθόλου στην αγωγή, γιατί ο ενάγων θεωρεί ότι δεν ήταν έγκυρη η καταγγελία και ότι η σύμβαση είναι ισχυρή, αλλά δεν μπορούμε να αμυνθούμε στον ισχυρισμό του αιτουμένου κονδυλίου...".

Συνεπώς, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εναγομένη προέβαλε μόνο ένσταση αοριστίας επειδή ο ενάγων δεν επικαλείτο ακυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας, κάτι που όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν ήταν απαραίτητο για να θεμελιώσει το ορισμένο της αγωγής του. Ουδόλως γίνεται σαφής διατύπωση ένστασης περί εγκυρότητας καταγγελίας ως αυτοτελής ισχυρισμός και συνεπώς δεν υπήρχε και υποχρέωση του ενάγοντος να προβάλει αντένσταση περί ακυρότητας.

Κατ' ακολουθίαν, της εναγομένης μη προβάλλουσας παραδεκτώς ισχυρισμό περί εγκυρότητας της καταγγελίας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να ερευνήσει περί της εγκυρότητας ή μη της καταγγελίας αυτής, παρά μόνο να θεωρήσει ως ομολογημένα τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήτοι ότι η εναγομένη αρνείτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος καθιστάμενη υπερήμερη εργοδότρια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία (την οποία αντικαθιστά κατά τα ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση αφού δεν μεταβάλλεται το διατακτικό και δεν χειροτερεύει η θέση της εκκαλούσας, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα), ήτοι η καταγγελία ήταν άκυρη, δέχθηκε ότι η εργοδότρια είχε περιέλθει σε υπερημερία, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος και κατ'αποτέλεσμα δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβασίμου και του πρώτου λόγου της έφεσης".

Με ταύτα, το Εφετείο, αφού έκρινε απαραδέκτως προβληθείσα πρωτοδίκως την ένσταση της εναγομένης, εκκαλούσας και ήδη αναιρεσειουσας περί καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης εργασίας με συνέπεια τη λύση της, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο την επανέφερε ενώπιόν του, ως αβάσιμο, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επίσης απορρίψει την ένσταση αυτή και είχε δεχθεί κατ' ουσία την αγωγή, με άλλη αιτιολογία, την, κατά παραδοχή αντένστασης ακυρότητας της καταγγελίας.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ταυτάριθμων, με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει προφορικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένταση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας με συνέπεια τη λύση της, έστω και συνοπτικά, αλλά σαφώς, αφού τέτοια δήλωσή της δεν περιέχεται στα πρακτικά αυτά, όπου ρητώς διαλαμβάνονται οι προβληθέντες προφορικά ισχυρισμοί-ενστάσεις της και τέτοιοι ήταν μόνο της αοριστίας της αγωγής (για τους λόγους που επικαλέστηκε) και της καθ'ύλην και κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικαστηρίου.

Αντίθετα, η ίδια, θεωρώντας μάλιστα εσφαλμένως, ως αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της, και όχι ένσταση, περιέλαβε μόνο στις από 30-1-2014, παραδεκτά επισκοπούμενες, προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπό τον τίτλο "Δ.Σύντομο Ιστορικό-Άρνηση της αγωγής", την ένταση της καταγγελίας εκ μέρους της της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με επίκληση εγγράφου με το περιεχόμενο αυτό και καταβολή στον αντίδικό της ποσού ως νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του.

Επομένως, η παραπάνω ένσταση προβλήθηκε απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον δεν έγινε προφορική πρότασή της και συνοπτική καταχώρησή της στα πρακτικά, και τα αντίθετα που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα, και δεν αρκεί για το παραδεκτό της προβολής της μόνο η έκθεσή της στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ίδια επισημαίνει στα διαλαμβανόμενα υπό το στοιχείο 1.β' του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Επί πλέον, από την επισκόπηση της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία ως εκκαλούσα δεν επικαλέστηκε στον οικείο λόγο έφεσης ότι ο ως άνω ισχυρισμός της, που δεν είχε προταθεί παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης (πριν την 1-1-2016), με επίκληση κάποιου, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους βραδείας προβολής του το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συνεπώς οι περί του αντιθέτου ανωτέρω, πρώτος, κατά το υπό το στοιχείο 1.α.δ) σκέλος του, λόγος αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, είναι αβάσιμοι.

Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ταυτόσημο με το άρθρο 560 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019). Με τον τρίτο λόγο και τον πρώτο, υπό το στοιχείο β'σκέλος του, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αληθώς, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο κατ'ουσία την ένδικη αγωγή με αντικείμενο την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου α) περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, των άρθρων 669 παρ. 2, 1 του ν.2112/1920, 1 και 5 του ν.3198/1995, 174,180 ΑΚ, σε συνδ.

με το αρθ. 1 ν.δ 2655/1953 και 281 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένως δεν τις εφάρμοσε, και β) των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα για την εφαρμογή τους στοιχεία, αφού δεν ερεύνησε, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις αυτές για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, την ακυρότητα και τους λόγους ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είτε ως καταχρηστικής, είτε λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, μετά από ορθό υπολογισμό αυτής με βάση την ιδιότητα του αντιδίκου της, ως υπαλλήλου ή εργατοτεχνίτη.

Εάν δε το Εφετείο ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τις ανωτέρω διατάξεις θα έκανε δεκτή κατ'ουσία την έφεσή της και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θα απέρριπτε κατ'ουσία την αγωγή του αντιδίκου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 349, 350 και 656 ΑΚ, οι οποίες ήταν οι εφαρμοστέες, και δεν τις παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις-των οποίων οι προϋποθέσεις εφαρμογής προεκτέθηκαν στις άνω νομικές σκέψεις, μη περιλαμβανομένων σε αυτές, της ακυρότητας, και των λόγων ακυρότητας της, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα-και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την απόρριψη κατ'ουσία της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα αποτελούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά και δη της κατάρτισης (την 1-1-2010) της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων με συμφωνημένο μισθό κατά τον επίδικο χρόνο (ποσού 2.256,20 ευρώ) και της μη αποδοχής της αναιρεσείουσας εργοδότριας των προσφερόμενων υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου μισθωτή το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2013 έως 30-7-2013), με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό των άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στις οποίες θεμελιωνόταν η ένδικη αγωγή, με αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, και να δικαιολογείται η απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της, που είχε δεχθεί κατ'ουσίαν την αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα αναιρεσείοντα το ποσό των 18.049,60 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος, νομιμοτόκως.

Συνακόλουθα οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους κρινόμενους λόγους αναίρεσης, διατάξεις, που αφορούν στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά και ως καταχρηστικής, δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθά το Εφετείο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν τις εφάρμοσε και δεν ερεύνησε τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Κατόπιν τούτων το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στους υπό κρίση λόγους αναίρεσης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ και συνεπώς οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του 560 αρ. 3 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της έφεσης, που υπάγεται στην αρμοδιότητά του, κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔ (όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011 και πριν την τροποποίηση του, αφορώντος στην συγκρότησή του, δεύτερου εδαφίου του με το άρθρο 1 του Ν.4842/2021), κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 30/1995, ΟλΑΠ 3/1991, ΑΠ 225/2024, ΑΠ 516/2022, ΑΠ 473/2019).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 560 αρ.3 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρει) με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου, καθ'ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής του αντιδίκου της, καθόσον αυτή, λόγω του αντικειμένου της, της αναγνώρισης της ύπαρξης έννομης σχέσης, και της επιδίκασης περιοδικών παροχών (μισθών υπερημερίας ποσού 2.256,20 ευρώ μηνιαίως) που προσδιορίζουν την αξία του αντικείμενου της στο δεκαπλάσιο των μισθών υπερημερίας ενός έτους και υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, ανερχόμενο στις (2.256,20 ευρώ Χ 14 μήνες Χ10=) 315.868 ευρώ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7, 9 και 11 αρ.7 του ΚΠολΔ, υπαγόταν στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι του δικάσαντος πρωτοδίκως Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου.

Οι ανωτέρω, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος λόγος των πρόσθετων λόγων αυτής, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, καθόσον η προβαλλόμενη με αυτούς αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης κατά της εκδοθείσας από το Ειρηνοδικείο απόφασης (αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αρμοδίως, κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔ, δίκασε έφεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου), αλλά αναφέρεται σε σφάλμα του αναφορικά με την υλική αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, το οποίο δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 560 αρ.3 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ-όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν 4335/2015 (ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1682/2022) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση κατά την οποία η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή- "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 156/2022, ΑΠ 516/2022, ΑΠ 7/2020), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 156/2022, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους (ΑΠ 156/2022, ΑΠ 196/2020), μεταξύ των οποίων και εκείνοι των αριθμών 11, 10, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύονται, ο από τον αριθμό 11 γ' " αν το δικαστήριο...δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν", ο από τον αριθμό 10 "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", ο από τον αριθμό 12 "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και ο από τον αριθμό 19 "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την καθ` ύλη αρμοδιότητα [του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου], όχι δε και όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την κατά τόπο αρμοδιότητα, για την εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη της οποίας το παραπάνω άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 516/2022, ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004). Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 εδ.β'και γ', 10 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της (αρ.11γ'), παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (αρ.10), προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι'αυτό ο νόμος (αρ.12), άλλως, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διότι δεν περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της δήθεν καταχρηστικής απόλυσης του αντιδίκου της κατ'άρθρον 281 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δικάσαντος ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, κατά των αποφάσεων δε των ειρηνοδικείων οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης με εκείνους εκ των αριθμών 11γ', 10, 12 και 19 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, που επικαλείται με τον κρινόμενο λόγο η αναιρεσείουσα, και όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο είναι απαράδεκτος και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ( και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε σιγή το λόγο της έφεσής της που αφορούσε την έλλειψη της τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, παραβιάζοντας τους κανόνες των άρθρων 663, 664, 22, 25 παρ. 2 και 46 του ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι και η επικαλούμενη με λόγο αυτό αιτίαση, συνιστάμενη στην εσφαλμένη μη κήρυξη της κατά τόπον αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν περιλαμβάνεται ως λόγος αναίρεσης στο άρθρο 560 ΚΠολ που προβλέπει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη.

Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ-ταυτόσημης με την από αρθ.560 αρ.1 ΚΠολΔ-εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 595/2022, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 658/2015).

Η ένσταση συμψηφισμού, η οποία, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και στο Εφετείο, κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των 442 ΑΚ, 527 παρ. 3 και 6 ΚΠολΔ (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 515/2022 ΑΠ 350/2020), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 84/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 664 παρ. 1 ΑΚ, "ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του". Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 759/2023, ΑΠ 936/2013).

Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ν. 3198/1955, εν σχέσει με την ακυρότητα της καταγγελίας εκ της καθυστέρησης δόσης της αποζημίωσης απόλυσης, ορίζεται ότι "η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές", ήτοι τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Περίπτωση αχρεώστητης παροχής αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911ΑΚ).

Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 936/2013, ΑΠ 941/2010). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο (6) λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως κατά το περιεχόμενό του εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει απορριπτέα την, (επικουρικώς σε περίπτωση που κριθεί βάσιμη η ένδικη αξίωση μισθών υπερημερίας, όπως και έγινε), προταθείσα ενώπιόν του και αποδεικνυόμενη εγγράφως, ένστασή της περί συμψηφισμού αντίστοιχου μέρους της ένδικης αξίωσης του ήδη αναιρεσίβλητου για μισθούς υπερημερίας, ανταπαίτησής της εκ της, εκ μέρους της προς τον τελευταίο, καταβολής νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 1.637,39, ευρώ, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 του ν.3198/1955, 440, 442 ΑΚ, καθόσον με τον σχετικό λόγο έφεσής της επικαλείτο τα αναγκαία για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 17-10-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, προκύπτει ότι η αναιρεσίουσα προβάλλοντας, επικουρικά, ένσταση συμψηφισμού, ισχυρίστηκε: Ότι προτείνει σε συμψηφισμό κατά της επίδικης απαίτησης του αντιδίκου της για μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 18.049,60 ευρώ, την ανταπαίτησή της, εκ της, εκ μέρους της καταβολής προς αυτόν στις 31-12-2012 του ποσού των 1.637,39 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, όπως αποδεικνύεται, μέσω της είσπραξης της υπ'αριθμ. ...

επιταγής της Τράπεζας Eurobank, με απόδειξη από δικαστικό επιμελητή, και από την από 3-4-2013 αντίστοιχη ενυπόγραφη εξοφλητική απόδειξη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αφορά τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού, έκρινε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα φέρει προς συμψηφισμό έναντι της αγωγικής αξίωσης του εφεσιβλήτου, το ποσό των 1.637,39 ευρώ, το οποίο έχει καταβάλει στον τελευταίο ως αποζημίωση απόλυσης, και όχι κάποια δική της ανταπαίτηση κατ'αυτού, με αποτέλεσμα εφόσον επικαλείται ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της κατά του εφεσιβλήτου, να καθίσταται απορριπτέος ο ισχυρισμός ως αόριστος".

Απορρίπτοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ανωτέρω, παραδεκτώς προταθείσα ενώπιόν του το πρώτον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 442 ΑΚ, 527 αρ.3 και 6 ΚΠολΔ, ένσταση συμψηφισμού της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως αόριστη, λόγω έλλειψης επίκλησης ανταπαίτησής της κατά του αντιδίκου της, κρίνοντας ότι η ιστορούμενη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης δεν συνιστά τοιαύτη, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αξιώνοντας περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή τους.

Και τούτο καθόσον η επικαλούμενη από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και αποδεικνυόμενη, κατά τους ισχυρισμούς της εγγράφως, καταβολή αποζημίωσης απόλυσης προς τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, συνιστά ανταπαίτησή της κατ'αυτού που προτείνεται σε συμψηφισμό κατά της ένδικης αξίωσής του για μισθούς υπερημερίας προς απόσβεση αντίστοιχου μέρους της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Συνακόλουθα αυτά τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείσα αρκούν για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής, διότι πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν τη νομική βασιμότητα της και δεν απαιτείτο προς τούτο η επίκληση περισσότερων στοιχείων, που εσφαλμένως απαιτήθηκαν.

Επομένως, ο υπό κρίση έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος που απέρριψε ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον, ο οποίος την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών της εξόδων, λαμβανομένων υπόψη, της βασιμότητας μόνο του ανωτέρω λόγου, εκ των προβληθέντων με το αναιρετήριο και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, και της περιορισμένης αναιρετικής του εμβέλειάς, (άρθρα 191, παρ. 2, 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 2878/10-3-2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (δικάζοντος ως Εφετείου, διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ