Supreme Court dismisses appeal as criminal judgment remains a freely evaluated document, not a binding evidentiary means.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Regional Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court improperly used a criminal judgment as conclusive evidence despite the criminal proceedings being pending appeal. The court ruled that such judgments are merely documents subject to free evaluation by the civil judge, not binding evidentiary means, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 336 § 3, 339, 395 of the Code of Civil Procedure; A criminal judgment, even if pending appeal, constitutes a document freely evaluated by the civil court for forming judicial conclusions, not a binding evidentiary means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1811 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1811/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Νεστορίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1375/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 162/2013 μη οριστική και 322/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2014 αίτησή της και τους από 1/10/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 8-1-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 1-10-2014 πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ’ αριθμ. 322/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης, που πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η πληττόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 30-8-2010 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 24/1375/73/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθεσης 25-10-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 § 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας θεωρείται εκείνη που ορίσθηκε κατ’ άρθρ. 568 § 2 Κ.Πολ.Δ. από τον πρόεδρο του οικείου Τμήματος, και ο υπολογισμός της προθεσμίας γίνεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 144 § 1 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται όχι μόνο επί των προθεσμιών ενεργείας, αλλά και επί των προπαρασκευαστικών, όπως είναι αυτή του άρθρου 569 § 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι χωρίς να συνυπολογίζονται σ’ αυτήν ούτε η ημέρα της κατάθεσης ούτε εκείνη της συζήτησης.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 12 εδ. α’ του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατo την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ. Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την από 28-2-2014 πράξη του όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Α1’ πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου και ενώ δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 3-11-2014.
Η αναιρεσείουσα, στις 2-10-2014 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το από 1-10-2014 δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Αφού δε η ημέρα της δικασίμου είναι η 3-11-2014 και οι δύο προηγούμενες αυτής ημέρες (1 και 2 Νοεμβρίου) είναι Σάββατο και Κυριακή, αντιστοίχως, για να έχει τηρηθεί η προαναφερόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών, έπρεπε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να έχει κατατεθεί και επιδοθεί το αργότερο μέχρι την 1 Οκτωβρίου 2014.
Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα απ’ όσα ζητήθηκαν. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αν και η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της και κατόπιν περιορισμού του αιτήματός της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 200.040 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε η επικαλούμενη αδικοπρακτική της συμπεριφορά, παρ’ όλα αυτά με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε να καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 60.000 ευρώ.
Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 § 2), με την υπ’ αριθμ. 24/1375/73/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό (60.000 ευρώ), ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ασκηθείσα κατ’ αυτής έφεση.
Κατόπιν τούτων είναι προφανές ότι δεν επιδικάστηκαν περισσότερα απ’ όσα ζητήθηκαν και ως εκ τούτου ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή από τα άρθρα 336§3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστικά τεκμήρια, ήτοι συμπεράσματα εξαγόμενα κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων για την διαμόρφωση αποδεικτικού πορίσματος, μπορεί να συναγάγει ο δικαστής της ουσίας από οποιαδήποτε στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κατά νόμο επιτρεπτή η δια μαρτύρων απόδειξη.
Μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιήσει προς τούτο και το περιεχόμενο ποινικής ή πολιτικής απόφασης ασχέτως αν αυτή αφορά τους ίδιους ή άλλους διαδίκους και αν ακόμη αυτή έχει εξαφανισθεί κατόπιν ενδίκου μέσου, αφού η τέτοια εξαφάνισή της επιφέρει μόνο την απώλεια της νομικής ισχύος της χωρίς και να την καθιστά ανύπαρκτη (ΑΠ 1286/2003).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, που έχουν από το νόμο ορισμένη αποδεικτική δύναμη (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447) και όχι ως προς εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 340 του αυτού Κώδικα, εκτιμώνται από το δικαστήριο ελευθέρως για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι αν και το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του ότι "να σημειωθεί δε ότι η εναγομένη με την υπ’ αριθμ. 99/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης καταδικάσθηκε τελεσίδικα για την τέλεση των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών κατ’ επαύξηση..", παρ’ όλα αυτά δεν γίνεται λόγος σ’ αυτήν, ότι κατά της συγκεκριμένης απόφασης είχε ασκήσει αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί απόφαση και ως εκ τούτου η ποινική διαδικασία δεν είχε περαιωθεί αμετάκλητα και έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενόψει του ότι έκανε χρήση στοιχείων της εν λόγω απόφασης.
Όμως, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η αναφερόμενη απόφαση δεν αποτελεί επαυξημένης ισχύος αποδεικτικό μέσο δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά έγγραφο εκτιμώμενο ελευθέρως από τούτο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2014 αίτηση αναίρεσης και τους από 1-10-2014 πρόσθετους λόγους κατά της υπ’ αριθμ. 322/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ