1811/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1811/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528παρ.1 και 527παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. [Α.Π.16/2015.Α.Π.1182/2014]. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1811 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1811/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Β. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ.5191/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου με αριθμό 96/3-6-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527παρ.1και 3 και 528παρ.1 του Κ.Π.Δ, την από 8-2-2016 αίτηση του Β.
Φ. του Σ., κατοίκου ... [οδός ..., στερούμενη αριθμών] περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση σε βάρος του της υπ’ αρίθμ.5191/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ( Α.Π. 16/2015, 288/2014,ΑΠ 903/2012].
Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ’ αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία [Α.Π.16/2015, Α.Π.1215/2014, Α.Π.1168/2014, Α.Π.288/2014).
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες των άρθρων 527παρ.1, 3 και 528 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, το συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο [αρμόδιο] Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο [σε Συμβούλιο] που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα [καλούμενο προς τούτο.] Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. [Α.Π.1182/2014, Α.Π.1233/2010].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 528παρ.1 και 527παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. [Α.Π.16/2015.Α.Π.1182/2014]. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών Β.
Φ. επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αρίθμ.5191/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετάκλητα για το πλημμέλημα της λαθρεμπορίας, από την οποία το Δημόσιο στερήθηκε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 30.000 ευρώ για το λόγο ότι, από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή και ήσαν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό [όπως διατείνεται] ότι είναι αθώος του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε και σε κάθε περίπτωση ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1 περ.2 και 528 παρ.1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσία.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών με την υπ’ αρίθμ.5191/2012 απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την ως άνω πράξη της λαθρεμπορίας, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα [10] μηνών, επικυρώνοντας την υπ’ αρίθμ.90.502/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον είχε κηρύξει επίσης ένοχο για την ίδια πράξη και του είχε επιβάλει ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων [14] μηνών.
Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ,το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 21-1-2005 ως νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε., με την επωνυμία "Β.
Φ. ... Α.Ε. " αγόρασε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας από τον πατέρα του Σ. Φ., έμπορο αυτοκινήτων ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, AUDI, με αριθμό πλαισίου ... και αρ. κινητήρα "...", έτους πρώτης κυκλοφορίας 2002 και κυλινδρισμού .... τo οποίο είχε αγοράσει ο τελευταίος από τη Γερμανία και το είχε εισαγάγει στο τελωνειακό έδαφος αρχές Νοεμβρίου 2003 κατέχοντας το μέχρι την ανωτέρω ημεροχρονολογία (26-1-2005) ως προϊόν λαθρεμπορίας χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής, αφού δεν είχε καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου.
Ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι το ανωτέρω όχημα αποτελούσε προϊόν λαθρεμπορίας, αφού γνώριζε ότι η υπ’ αρίθμ. .../22-12-03 άδεια κυκλοφορίας, που εξέδωσε το γραφείο Συγκοινωνιών Αγρινίου για το εν λόγω όχημα επ’ ονόματι του πατέρα του, εκδόθηκε βάσει πλαστού πιστοποιητικού ταξινόμησης, που φέρεται ότι είχε εκδοθεί από το ΣΤ’ Τελωνείο Πειραιά, όπου βεβαιωνόταν αναληθώς ότι είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι.
Προκειμένου δε να χαθούν τα ίχνη του παρανόμως εισαχθέντος αυτού οχήματος, φρόντισε παράλληλα με τη μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα της ανωτέρω εταιρίας, να αλλάξει τον αρχικό αριθμό κυκλοφορίας του ... με νέο, τον υπ’ αρίθμ. ..., προφασιζόμενος φθορά των πινακίδων κυκλοφορίας εκδιδομένης εν συνεχεία νέας αδείας κυκλοφορίας την 26-1-2005 υπό τον ανωτέρω νέο αριθμό [.../12-1-2005].
Ο κατηγορούμενος στην εταιρία του οποίου μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του αυτοκινήτου προέβη στην αλλαγή πινακίδων επικαλούμενος τη φθορά αυτών. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι προέβη στην αλλαγή πινακίδων θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα χάνονταν τα ίχνη της παράνομης ταξινόμησης, παραπλανώντας πιθανό μελλοντικό έλεγχο.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε την παράνομη ταξινόμηση του αυτοκινήτου, καθώς η εισαγωγή του αυτοκινήτου έγινε από τον πατέρα του Φ. Σ., με σκοπό να μην εμπλακεί το όνομα της εταιρίας "... Α.Ε." σε τυχόν αποκάλυψη της παράνομης ταξινόμησης του επίδικου αυτοκινήτου. Επιπλέον θεωρούσε με την αρχική ταξινόμηση του αυτοκινήτου στο όνομα του Φ.
Σ. και ακολούθως τη μεταβίβαση στην εταιρία για την εμπορία αυτού και την αλλαγή πινακίδων, θα χάνονταν τα ίχνη της παράνομης ταξινόμησης και τελωνισμού. Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος σκόπευε με τις παραπάνω ενέργειες του να επιβαρυνθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που έπρεπε να έχουν εισπραχθεί για την εισαγωγή του προαναφερομένου οχήματος, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση την πράξη της λαθρεμπορίας, ήτοι της αγοράς και κατοχής εντός τελωνειακού εδάφους εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς και φόρους που εισπράττονται στα τελωνεία χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, που έχουν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους υπ’ αυτού εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται στο ποσό των 30.000 ευρώ, γι αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό 84 παρ.2α Π.Κ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου Σ. Φ. κατείχε το εν λόγω όχημα μέχρι την 26-1-2005. Από την ημερομηνία εκείνη και έκτοτε το όχημα περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε ότι ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και μολαταύτα αγόρασε αυτό εκδίδοντας νέα άδεια κυκλοφορίας με αριθμό .../12-1-2005.
Εξάλλου έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος συγχρόνως με τη μεταβίβαση του οχήματος εξέδωσε νέα άδεια κυκλοφορίας με αριθμό .../12-1-2005.
Από τα ως άνω προκύπτει ότι από την τέλεση του αδικήματος [Ιανουάριο του 2005] έως την εκδίκαση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού.". Ο Αιτών με την κρινόμενη αίτηση του ισχυρίζεται ότι μετά την άνω καταδίκη του προέκυψαν και αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές στοιχεία, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος και σε κάθε περίπτωση, ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Ειδικότερα, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, για την ευδοκίμηση της αίτησης του, επικαλείται ως νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την άνω καταδικαστική απόφαση, τα προσκομιζόμενα υπ’ αυτού εξής έγγραφα: α] το από 15-3-2013 πιστοποιητικό της Διοικητικής Επαρχίας του ..., β] το υπ’ αρίθμ.
πρωτ. .../13-9-2012 έγγραφο του Α’ Τελωνείου Εισαγωγής Ε.Φ.Κ. και Εφοδίων Πειραιά και γ] την 4467/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει ο "κοινοτικός χαρακτήρας" του ως άνω αυτοκινήτου, μη στοιχειοθετουμένου, επομένως, του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, για το οποίο καταδικάσθηκε, αλλά της απλής τελωνειακής παράβασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, λαθρεμπορία είναι: α] "η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο" και β] και " οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος".
Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. β του ίδιου νόμου, η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 320 του 2454/1993 Κανονισμού ΕΟΚ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Ε.Ε.), για να θεωρηθεί ένα αυτοκίνητο κοινοτικό, ότι, δηλαδή, προέρχεται από Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οπότε, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 μέρος Α παρ. 1 του ν. 2960/2001, η κατοχή και κυκλοφορία του στην Ελλάδα, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των άρθρων 129 και 130 του ίδιου νόμου, θα κριθεί ως απλή τελωνειακή παράβαση, πρέπει, όταν τελωνισθεί, να προκύπτει από τον τίτλο κυριότητας του (brief) και τις πινακίδες που φέρει ότι ταξινομήθηκε σε Χώρα - Μέλος της Ε.Ε.
Ήτοι, θεωρείται το εν λόγω όχημα κοινοτικό εφόσον συνοδεύεται από την πινακίδα κυκλοφορίας και το έγγραφο ταξινόμησής του και εφόσον τα χαρακτηριστικά ταξινόμησης του, όπως αυτά προκύπτουν από το έγγραφο ταξινόμησης και, ενδεχομένως, από την πινακίδα κυκλοφορίας, πιστοποιούν κατά τρόπο ασφαλή τον κοινοτικό χαρακτήρα.
Πρέπει, δηλαδή, να αποδειχθεί θετικά ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα, διαφορετικά διαπράττεται λαθρεμπορία, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του Τελωνειακού Κώδικα, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας αρκεί το ότι δεν προκύπτει ο κοινοτικός χαρακτήρας του οχήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει ή να αναφέρεται η ειδικότερη Χώρα προελεύσεως του.
Αν η τελευταία, λοιπόν, δεν προκύπτει, δεν σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο, το οποίο έχει εισαχθεί στην Ελλάδα από Χώρα - Μέλος της Ε.Ε., άνευ ετέρου θα θεωρηθεί κοινοτικό, ώστε να τύχει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του άρθρου 137 του Τελωνειακού Κώδικα. [Α.Π.1517/2013, Α.Π.729/2011, Α.Π1956/2010]. Τα όσα όμως αναφέρονται στα ως άνω προσκομισθέντα από τον αιτούντα έγγραφα, τα οποία επικαλείται ως νέα στοιχεία προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί του "κοινοτικού χαρακτήρα" του ανωτέρω οχήματος δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων [καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα] στα οποία το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, στήριξε την κρίση του και ως εκ τούτου είναι βέβαιο, ότι το δικαστήριο εκείνο, δεν θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση από εκείνη που κατέληξε.
Ειδικότερα, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δη: α] το από 15-3-2013 πιστοποιητικό της Διοικητικής Επαρχίας του ..., στο οποίο φέρεται ότι βεβαιώνεται ότι το ανωτέρω όχημα, κατά την περίοδο από 19-12-2002 και μέχρι τις 14-7-2003 κυκλοφόρησε στη Γερμανία με την επίσημη άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ..., με κάτοχο τον R.
L., προσκομιζόμενο σε απλή φωτοτυπία, δεν προκύπτει η γνησιότητα του. β] το υπ’ αρίθμ..../13-9-2012 έγγραφο του Α’ Τελωνείου Εισαγωγής ΕΦΚ και Εφοδίων Πειραιά, το οποίο εκδόθηκε επί αιτήσεως προς υπολογισμό του τέλους ταξινόμησης, από το σύνολο του περιεχομένου του δεν βεβαιώνεται ο "κοινοτικός χαρακτήρας" του εν λόγω οχήματος, ειδικότερα, αναφέρεται σ’ αυτό ότι το από 23-7-2003 έγγραφο της "...", που το ονομάζει τιμολόγιο, αλλά στερείται αριθμού, μόνο ως απλή επιστολή μπορεί να ληφθεί υπόψη και όχι ως τιμολόγιο και ακολούθως προσδιορίζεται, υποθετικά, το ύψος των επιβαρύνσεων, αν θεωρηθεί ως προϊόν τρίτης χώρας, ως και το τέλος ταξινόμησης, αν θεωρηθεί ως κοινοτικό όχημα, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι γίνεται δεκτό ότι πρόκειται περί κοινοτικού χαρακτήρα οχήματος.
Και γ]η επικαλούμενη υπ’ αρίθμ.4467/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών εκδόθηκε επί συναφούς υποθέσεως και αφορά σε άλλους κατηγορούμενους και άλλες πράξεις, ήτοι αυτές της απάτης και πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και δεν αποτελεί δεδικασμένο, ενώ το από 23-7-2003 έγγραφο της εταιρίας "...", στο οποίο αναφέρεται και το από 4-3-2013 έγγραφο της ίδιας εταιρίας, το οποίο προσκόμισε και επικαλέσθηκε μετά των προαναφερθέντων εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ο αιτών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ’ αρίθμ.5191/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την οποία περατώθηκε αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται με την υπό κρίση αίτηση η επανάληψη, διαλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, τόσο στο πρωτόδικο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επομένως ήταν γνωστό στο δικαστήριο και ως αποδεικτικό στοιχείο το έλαβε υπόψη, το συνεκτίμησε και το συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, μη δεχθέν τον κοινοτικό χαρακτήρα του επίμαχου αυτοκινήτου, ο οποίος, άλλωστε, δεν προκύπτει και από τα επικληθέντα από τον αιτούντα έγγραφα, αφού δεν προσκομίζονται, όπως ορίζεται στο άρθρο 320 του Κανονισμού της Ε.Ε. 2454/1993 για τα ταξινομούμενα σε κράτος-μέλος της Κοινότητας οδικά οχήματα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι πιστοποιητικό ταξινόμησης του στη Γερμανία, πρωτότυπο άδειας κυκλοφορίας ή πινακίδες από τα οποία να προκύπτει μετά βεβαιότητας ή κατά τρόπο ασφαλή ο κοινοτικός του χαρακτήρας.
Τούτο ενισχύεται και από τις ενέργειες που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μετήλθε ο κατηγορούμενος - αιτών προβαίνοντας στην αλλαγή του αρχικού αριθμού κυκλοφορίας ... με νέο και δη τον υπ’ αρίθμ....,προφασιζόμενος φθορά των πινακίδων κυκλοφορίας και στην εν συνεχεία έκδοση νέας άδεια κυκλοφορίας, θεωρώντας ότι, έτσι, θα χάνονταν τα ίχνη της βάσει πλαστού πιστοποιητικού ταξινόμησης εκδοθείσας αρχικής άδειας κυκλοφορίας, γεγονός που επιτείνει και το δόλο αυτού, ως προς τη γνώση του ότι το επίμαχο όχημα ήταν προϊόν λαθρεμπορίας.
Με τα δεδομένα αυτά, από τα ανωτέρω γεγονότα και νέα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών για τη θεμελίωση της υπό κρίση αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, προηγουμένως, στο δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα άρθρο [583παρ.1 Κ.Π.Δ.] ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : 1] Να απορριφθεί η από 8-2-2016 αίτηση του Β. Φ. του Σ., κατοίκου ... περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αρίθμ.5191/2012 αμετάκλητη απόφαση Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών.
Και 2] Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα [250] ευρώ. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν μετά την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που, κατά τη διάταξη αυτή, είναι ταυτόσημοι, είναι εκείνοι που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν, αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Τέλος, δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα, εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ’ αμετάκλητης αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 734/2012).
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποίαν ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε αμετακλήτως με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 5191/2012 αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι μετά την καταδίκη του προέκυψαν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις που ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν και από τις οποίες γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι καταδικάσθηκε άδικα για πράξη την οποία δεν τέλεσε, άλλως καταδικάσθηκε για βαρύτερη πράξη από εκείνη που τέλεσε, είναι νόμιμη, στηριζομένη στην αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ.
αρμοδίως δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν (Α.Π. 16/2015, Α.Π. 1182/2014). Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα από την υπ’ αριθμ. 5191/2012 αμετάκλητη απόφαση που εξέδωσε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, το τελευταίο κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, επικυρώνοντας την υπ’ αριθμ. 90502/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον είχε κηρύξει επίσης ένοχο για την ίδια αξιόποινη πράξη και του είχε επιβάλλει την ποινή φυλακίσεως των δέκα τεσσάρων (14) μηνών.
Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα την 21-1-2005 ως νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Β.Φ. ...
Α.Ε." αγόρασε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας από τον πατέρα του Σ. Φ., έμπορο αυτοκινήτων, ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI, με αριθμό πλαισίου ... και με αριθμό κινητήρα "....", έτους πρώτης κυκλοφορίας 2002 και κυλινδρισμού ...., το οποίο είχε αγοράσει ο τελευταίος από την Γερμανία και το είχε εισαγάγει στο τελωνειακό έδαφος αρχές Νοεμβρίου 2003 κατέχοντάς το μέχρι την ανωτέρω ημεροχρονολογία (26-1-2005) ως προϊόν λαθρεμπορίας χωρίς την έγγραφη άδεια της τελωνειακής αρχής, αφού δεν είχε καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου.
Ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι το ανωτέρω όχημα αποτελούσε προϊόν λαθρεμπορίας, αφού γνώριζε ότι η υπ’ αριθμ. ...22-12-2003 άδεια κυκλοφορίας, που εξέδωσε το γραφείο Συγκοινωνιών Αγρινίου για το εν λόγω όχημα επ’ ονόματι του πατέρα του, εκδόθηκε βάσει πλαστού πιστοποιητικού ταξινόμησης, που φέρεται ότι είχε εκδοθεί από το ΣΤ’ Τελωνείο Πειραιώς, όπου βεβαιωνόταν αναληθώς ότι είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι.
Προκειμένου δε να χαθούν τα ίχνη του παρανόμως εισαχθέντος οχήματος αυτού, φρόντισε παράλληλα με την μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα της ανωτέρω εταιρείας, να αλλάξει τον αρχικό αριθμό κυκλοφορίας του ΑΙΖ-9436 με νέο, τον υπ’ αριθμ. ...-..., προφασιζόμενος φθορά των πινακίδων κυκλοφορίας εκδιδομένης εν συνεχεία νέας άδειας κυκλοφορίας την 26-1-2005 υπό τον ανωτέρω νέο αριθμό [...-.../12-1-2005].
Ο κατηγορούμενος στην εταιρεία του οποίου μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του αυτοκινήτου προέβη στην αλλαγή πινακίδων επικαλούμενος την φθορά αυτών. Η αλήθεια όμως είναι ότι προέβη στην αλλαγή των πινακίδων, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα χάνονταν τα ίχνη της παράνομης ταξινόμησης, παραπλανώντας, με την συμπεριφορά του αυτήν τον πιθανό μελλοντικό έλεγχο.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε την παράνομη ταξινόμηση του αυτοκινήτου, καθώς η εισαγωγή του αυτοκινήτου έγινε από τον πατέρα του Σ. Φ., με σκοπό να μην εμπλακεί το όνομα της εταιρείας "... Α.Ε." σε τυχόν αποκάλυψη της παράνομης ταξινόμησης του επιδίκου αυτοκινήτου. Επιπλέον θεωρούσε με την αρχική ταξινόμηση του αυτοκινήτου στο όνομα του Σ.
Φ. και ακολούθως τη μεταβίβαση στην εταιρεία για την εμπορία αυτού και την αλλαγή πινακίδων, θα χάνονταν τα ίχνη της παράνομης ταξινόμησης και τελωνισμού. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος σκόπευε με τις παραπάνω ενέργειές του να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που έπρεπε να έχουν εισπραχθεί για την εισαγωγή του προαναφερομένου οχήματος, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, ήτοι της αγοράς και κατοχής εντός τελωνειακού εδάφους εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς και φόρους που εισπράττονται στα τελωνεία χωρίς την έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, που έχουν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους υπ’ αυτού εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται στο ποσό των 30.000 ευρώ, γι’ αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α του Π.Κ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου Σ. Φ. κατείχε το εν λόγω όχημα μέχρι την 26-1-2005. Από την ημερομηνία εκείνη και έκτοτε το αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε ότι ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και μολαταύτα αγόρασε αυτό εκδίδοντας νέα άδεια κυκλοφορίας και δη τον με αριθμό ...-.../12-1-2005.
Εξάλλου, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί της κατοχής λαθρεμπορεύματος εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος συγχρόνως με τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου εξέδωσε νέα άδεια κυκλοφορίας [...-.../12-1-2005] Από τα ως άνω προκύπτει ότι από την τέλεση του αδικήματος (Ιανουάριος του έτους 2005) έως την εκδίκαση της υποθέσεως από το παρόν Δικαστήριο δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού".
Υπέρ της αθωότητάς του ως νέα στοιχεία με την κρινομένη αίτησή του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει: α) το από 15-3-2013 πιστοποιητικό της Διοικητικής Επαρχίας του ..., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου .../13-9-2012 έγγραφο του Α’ Τελωνείου Εισαγωγής Ε.Φ.Κ. και Εφοδίων Πειραιώς και γ) την υπ’ αριθμ. 4467/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει ο "κοινοτικός χαρακτήρας" του ως άνω αυτοκινήτου, μη στοιχειοθετούμενου, επομένως του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, για το οποίο καταδικάσθηκε, αλλά της απλής τελωνειακής παραβάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 του Νόμου "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο της τελέσεως της ένδικης αξιοποίνου πράξεως, λαθρεμπορία είναι: α) "η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς την έγγραφη άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο" και β) και "οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνον που ορίζει ο νόμος".
Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. β του ιδίου Νόμου η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και αν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 320 του υπ’ αριθμ. 2454/1993 Κανονισμού Ε.Ο.Κ.
της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη Ε.Ε.) για να θεωρηθεί ένα αυτοκίνητο κοινοτικό, ότι δηλαδή προέρχεται από Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οπότε κατά τη διάταξη του άρθρου 137 μέρος Α παρ. 1 του Νόμου 2960/2001, η κατοχή και κυκλοφορία του στην Ελλάδα, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των άρθρων 129 και 130 του ιδίου Νόμου, θα κριθεί ως απλή τελωνειακή παράβαση, πρέπει, όταν τελωνισθεί, να προκύπτει από τον τίτλο κυριότητάς του (brief) και τις πινακίδες που φέρει, ότι ταξινομήθηκε σε Χώρα-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Ήτοι, θεωρείται το εν λόγω όχημα κοινοτικό εφόσον συνοδεύεται από την πινακίδα κυκλοφορίας και το έγγραφο ταξινομήσεώς του και εφόσον τα χαρακτηριστικά ταξινομήσεώς του, όπως αυτά προκύπτουν από το έγγραφο ταξινομήσεως και, ενδεχομένως, από την πινακίδα κυκλοφορίας, πιστοποιούν κατά τρόπο ασφαλή τον κοινοτικό χαρακτήρα.
Πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί θετικά ότι πρόκειται για κοινοτικό όχημα, διαφορετικά διαπράττεται λαθρεμπορία, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του Τελωνειακού Κώδικα, για την στοιχειοθέτηση της οποίας αρκεί το ότι δεν προκύπτει ο κοινοτικός χαρακτήρας του οχήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει ή να αναφέρεται η ειδικότερη Χώρα προελεύσεώς του.
Αν η τελευταία λοιπόν δεν προκύπτει, δεν σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο, το οποίο έχει εισαχθεί στην Ελλάδα από Χώρα-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άνευ ετέρου θα θεωρηθεί κοινοτικό, ώστε να τύχει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του άρθρου 137 του Τελωνειακού Κώδικα (Α.Π. 1517/2013, Α.Π. 729/2011, Α.Π. 1956/2010). Τα όσα όμως αναφέρονται στα παραπάνω προσκομισθέντα από τον αιτούντα έγγραφα, τα οποία επικαλείται ως νέα στοιχεία προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί του "κοινοτικού χαρακτήρα" του ανωτέρω οχήματος δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα) στα οποία το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, στήριξε την κρίση του και ως εκ τούτου είναι βέβαιο, ότι το δικαστήριο εκείνο, δεν θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση από εκείνην που κατέληξε.
Ειδικότερα, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την κρινομένη αίτηση ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δη: α) το από 15-3-2013 πιστοποιητικό της Διοικητικής Επαρχίας του ..., στο οποίο φέρεται ότι επιβεβαιώνεται ότι το παραπάνω όχημα, κατά την περίοδο από 12-12-2002 και μέχρι τις 14-7-2003 κυκλοφόρησε στην Γερμανία με την επίσημη άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ..., με κάτοχο τον R.
L., προσκομιζόμενο σε απλή φωτοτυπία, δεν προκύπτει η γνησιότητά του, β) το υπ’ αριθμ. .../13-9-2012 έγγραφο του Α’ Τελωνείου Εισαγωγής Ε.Φ.Κ. και Εφοδίων Πειραιώς, το οποίο εκδόθηκε επί αιτήσεως προς υπολογισμό του τέλους ταξινομήσεως, από το σύνολο του περιεχομένου του δεν βεβαιώνεται ο "κοινοτικός χαρακτήρας" του εν λόγω οχήματος, ειδικότερα, αναφέρεται σ’ αυτό ότι το από 23-7-2003 έγγραφο της "...", που το ονομάζει τιμολόγιο, αλλά στερείται αριθμού, μόνον ως απλή επιστολή μπορεί να ληφθεί υπόψη και όχι ως τιμολόγιο και ακολούθως προσδιορίζεται, υποθετικά, το ύψος των επιβαρύνσεων, αν θεωρηθεί ως προϊόν τρίτης χώρας, ως και το τέλος ταξινομήσεως, αν θεωρηθεί ως κοινοτικό όχημα, χωρίς, όμως να προκύπτει ότι γίνεται δεκτό ότι πρόκειται περί κοινοτικού χαρακτήρα οχήματος.
Και γ) η επικαλουμένη υπ’ αριθμ. 4467/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών εκδόθηκε επί συναφούς υποθέσεως και αναφέρεται σε άλλους κατηγορουμένους και σε άλλες αξιόποινες πράξεις, ήτοι αυτές της απάτης και πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ’ επάγγελμα άνω των 15.000 ευρώ και δεν αποτελεί δεδικασμένο, ενώ το από 23-7-2003 έγγραφο της εταιρείας "...", στο οποίο αναφέρεται και το από 4-3-2013 έγγραφο της ιδίας εταιρείας, το οποίο προσκόμισε και επικαλέσθηκε μετά των προαναφερθέντων εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ο αιτών, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως της υπ’ αριθμ. 5191/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποίαν περατώθηκε αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται, με την κρινομένη αίτηση η επανάληψη της διαδικασίας, διαλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, τόσο στο πρωτόδικο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επομένως ήταν γνωστό στο δικαστήριο και ως αποδεικτικό στοιχείο το έλαβε υπόψη, το συνεκτίμησε και το συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, μη δεχθέν τον κοινοτικό χαρακτήρα του επίμαχου αυτοκινήτου, ο οποίος, άλλωστε, δεν προκύπτει από τα επικληθέντα, από τον αιτούντα, έγγραφα, αφού δεν προσκομίζονται, όπως ορίζεται στο άρθρο 320 του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ενώσεως 2454/1993 για τα ταξινομούμενα σε κράτος-μέλος της Κοινότητας οδικά οχήματα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι πιστοποιητικό ταξινομήσεώς του στην Γερμανία, πρωτότυπο άδειας κυκλοφορίας ή πινακίδες από τα οποία να προκύπτει μετά βεβαιότητας ή κατά τρόπο ασφαλή ο κοινοτικός του χαρακτήρας.
Τούτο ενισχύεται και από τις ενέργειες που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μετήλθε ο κατηγορούμενος-αιτών προβαίνοντας στην αλλαγή του αρχικού αριθμού κυκλοφορίας ... με νέο και δη τον με αριθμ. ..., προφασιζόμενος φθορά των πινακίδων κυκλοφορίας και στην εν συνεχεία έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας, θεωρώντας ότι, έτσι, θα χάνονταν τα ίχνη της βάσει πλαστού πιστοποιητικού ταξινομήσεως εκδοθείσας αρχικής άδειας κυκλοφορίας, γεγονός που επιτείνει και το δόλο αυτού, ως προς την γνώση του, ότι το επίμαχο όχημα ήταν προϊόν λαθρεμπορίας.
Με τα δεδομένα αυτά, από τα ανωτέρω γεγονότα και νέα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών για την θεμελίωση της κρινομένης αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, προηγουμένως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της αξιόποινης πράξεως, για την οποίαν καταδικάσθηκε ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Προκύπτει δε ότι με τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ιδίου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...9 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση του Β. Φ. του Σ. και Ε. - Μ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ. 5191/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ