Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on will invalidity due to missing date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning and erred by ruling on a different will than the one sued upon. The court rejected these claims, stating that the missing date in the will's text was a minor defect that did not invalidate the document and that the appellate court correctly addressed the appellant's actual arguments despite the clerical error in the complaint.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718, 1721, 1721(3) Civil Code; Article 559(8)(b), 559(9)(a) Code of Civil Procedure: A missing date in a holographic will does not automatically render it void if the date can be inferred from the content; an appeal based on lack of reasoning regarding substantive validity is inadmissible if the reasoning addresses the core arguments, and an appeal claiming the court ruled on an unrequested issue is unfounded if the court addressed the actual dispute despite clerical errors in the complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1811 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1811/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μπαλαφούτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ιερού Ναού "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το εκκλησιαστικό συμβούλιο, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 678/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2006 μη οριστική, 5720/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, κατά δε τη διάταξη της παρ..3 του ίδιου άρθρου, ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται ότι, η ατελής ή ελλιπής, ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της, χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης, εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα χρονολογία και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, εκτός εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης.
Εξάλλου, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1περ. α ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και όχι ελλείψεις που ανάγονται σε επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, σχετικά με την από 15-9-2003 ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, για αναγνώριση της ακυρότητας της αμέσως πιο κάτω αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης της Ζ: Η διαθήκη αυτή είναι ατελής ως προς την χρονολογία σύνταξής της (λείπει το έτος σύνταξής της και αναγράφεται απλώς "16 Φεβρουαρίου" ), και είναι άκυρη, αφού και από το όλο περιεχόμενό της δεν μπορεί να συναχθεί ο χρόνος σύνταξής της, αλλά ούτε μπορεί να συναχθεί και από τη με ημερομηνία 28-2-2002 έκθεση που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Βασ.
Μωραϊτου, στην οποία κατατέθηκε προς φύλαξη, αφού η χρονολογία αυτή δε χρησιμοποιείται για να αποσαφηνισθούν τα στη διαθήκη αναφερόμενα και να συναχθεί εξ αυτών ο χρόνος σύνταξης της διαθήκης αυτής, ο οποίος ανάγεται στα προηγούμενα χρόνια όταν ζούσε ο σύζυγος της διαθέτιδας και δεν προκύπτει κάποιο συγκεκριμένο έτος.Άλλωστε το βασικό ακίνητο που αναφέρεται στη διαθήκη αυτή, δηλαδή το διαμέρισμα στο ..., δεν ήταν στην κυριότητα της Ζ, αλλά ήταν στην κυριότητα του συζύγου της ... (που, σύμφωνα με παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, απεβίωσε στις 7-4-2002), ο οποίος με την από 16-2-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του αφήνει στην εναγομένη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της ως άνω από 16 Φεβρουαρίου, χωρίς έτος σύνταξης, ιδιόγραφης διαθήκης της Ζ, και το λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να αναπληρωθεί το στοιχείο αυτό που λείπει από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με το άλλα εκτός αυτού στοιχεία, όπως της χρονολογίας κατάθεσης της διαθήκης στην ανωτέρω συμβολαιογράφο, αφού το στοιχείο αυτό δε λαμβάνεται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που αναφέρονται στη διαθήκη ως προς την χρονολογία σύνταξής της, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξη τους άρθρου 1721 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.1 περ. α ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια της παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία, του άρθρου 1721ΑΚ, διότι, σύμφωνα με το λόγο αυτό, η επίδικη διαθήκη είναι βέβαιο ότι έχει συνταχθεί την ίδια ημερομηνία με αυτή του συζύγου της διαθέτιδας, δηλαδή στις 16-2-2002,δεδομένου ότι είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Αρετή Μοραΐτη στις 28-2-2002, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσής της, από την οποία μπορεί να συμπληρωθεί η ατελής χρονολογία της διαθήκης και να καθοριστεί ως έτος σύνταξής της το 2002, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται, επικουρικώς, η από την ίδια διάταξη αναιρετική αιτίαση της παραβίασης της ως άνω διάταξης του άρθρου 1721ΑΚ από το Δικαστήριο της ουσίας, γιατί από τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που αναφέρονται στον λόγο αυτό αναίρεσης, προκύπτει ότι η επίμαχη διαθήκη συντάχθηκε την ίδια ημέρα με την ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της διαθέτιδας, ήτοι στις 16-2-2002 και σε χρόνο μεταγενέστερο από τον χρόνο σύνταξης της από 20-5-1991 μυστικής διαθήκης της ίδιας διαθέτιδας, καθόσον κατά τον χρόνο εκείνο η διαθέτης δε γνώριζε την αναιρεσείουσα, την οποία γνώρισε στις αρχές του έτους 1992, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων(άρθρ 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ,τρίτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ 1περ.α ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία δεν χρησιμοποίησε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι αόριστος, διότι προεχόντως δεν αναφέρονται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.
Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.19ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών σχετικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ως προς την εγκυρότητα της επίμαχης διαθήκης, ο χρόνος σύνταξης της οποίας ήταν, σύμφωνα μα αυτούς, η 16-2-2002,προέκυπτε δε από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο λόγο αυτό αναίρεσης , είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν αποδιδόμενες ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται σε ουσιώδη ζητήματα, με ην έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε, αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, ως προς την εγκυρότητα της διαθήκης, τα οποία αντλούνται από εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται , ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι, δεν έλαβε υπόψη τους αυτούς ως άνω ισχυρισμούς της εκκαλούσας, αναφορικά με την εγκυρότητα της ανωτέρω διαθήκης, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα"κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ.559 αριθ. 8 περ.
βΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς διαδίκου που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, ως προς την εγκυρότητα της διαθήκης, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, γιαυτό και δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 9 περ.α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο όρος "επιδίκασε"στην ανωτέρω περίπτωση σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ 9 περ. α ΚΠολΔ πλημμέλεια της επιδίκασης κάτι που δεν ζητήθηκε, γιατί , ενώ με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 19 Φεβρουαρίου (χωρίς χρονολογία) ιδιόγραφη διαθήκη της Ζ, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 16 Φεβρουαρίου(χωρίς έτος σύνταξης)ιδιόγραφη διαθήκη της ανωτέρω διαθέτιδας, δηλαδή άλλης διαθήκης από εκείνη που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν αμφισβητήθηκε ,από τους ενάγοντες, η εγκυρότητα της από 16 Φεβρουαρίου ιδιόγραφης διαθήκη της διαθέτιδας Ζ, για το λόγο ότι δεν έφερε χρονολογία σύνταξης, την αναγνώριση δε της ακυρότητας της διαθήκης αυτής ζήτησαν, αλλά από προφανή παραδρομή στο αιτητικό της αγωγής αναγράφηκε ως χρόνος σύνταξης αυτής η 19 Φεβρουαρίου και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν επιδίκασε κάτι που δε ζητήθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 5720/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ