Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding ownership acquisition by twenty-year possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific notarized witness certificates, claiming this violated procedural requirements. The court ruled that these certificates were obtained outside the current trial and served as judicial evidence rather than direct proof, thus not requiring specific mention in the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 974 of the Civil Code; Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure: Possession for twenty years grants ownership, but failure to cite out-of-trial witness certificates does not constitute grounds for appeal if they were used as judicial evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1811 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1811/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Λεπίδα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Ψ, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 622/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 359/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ.. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Τέτοια περίπτωση όμως δεν συντρέχει αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες ή όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων.: Οι εναγόμενες είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από τις λοιπές, μιας παλιάς ανώγειας οικίας με το οικόπεδο και το προαύλιο, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της τέως Κοινότητος και ήδη δημοτικού διαμερίσματος ..... .
Το ακίνητο αυτό ανήκε στον Α, σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ο οποίος απεβίωσε στις 16-4-1998 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις εναγόμενες κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Από αυτόν το ακίνητο αποκτήθηκε με αγορά από τη Ψ2, με το ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φαρρών Χρίστου Καλαμαρά, που μεταγράφηκε νόμιμα, είχε δε αυτό, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης του, συνολική έκταση "150 τετραγωνικών μέτρων ή όσης εκτάσεως και αν είναι" και συνορεύει " γύρωθεν με οικίαν Β (ήδη ενάγουσας) διαχωριζομένην ταύτης δια κοινού μεσοτοίχου και με προαύλιον ταύτης, με προαύλιο οικίας Γ και με δρόμο προς εκκλησία".
Νοτίως του ακινήτου των εναγομένων κείται το ακίνητο της ενάγουσας που περιγράφεται στον προεκτεθέντα τίτλο κτήσεως του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγομένων ως "οικία Β, μετά του προαυλίου της", το οποίο περιήλθε, κατά ποσοστό 11/12 εξ αδιαιρέτου, στην ενάγουσα με το ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Καραλή, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Το επίδικο ακίνητο είναι έκτασης 53, 81 τ.μ., που βρίσκεται βορειοδυτικά της οικίας της ενάγουσας και συνορεύει προς βορρά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α, προς νότο με ιδιοκτησία ενάγουσας, προς ανατολάς με ιδιοκτησία εναγομένων και ενάγουσας και προς δυσμάς με την κείμενη χαμηλότερα αυτής κατά δύο (2) περίπου μέτρα επαρχιακή οδό ..... .
Προς την επίδικη έκταση έχουν πρόσοψη δύο ξύλινες πόρτες του ισογείου της οικοδομής των εναγομένων και μία σιδερένια πόρτα (η προϋπάρχουσα ξύλινη πόρτα αντικαταστάθηκε από την ενάγουσα το 1999) της οικοδομής της ενάγουσας που οδηγεί στην κουζίνα και W.C. αυτής. Την επίδικη έκταση νεμόταν ως αποκλειστικός κύριος ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων, Α, τουλάχιστον από το έτος 1958 μέχρι και τον θάνατο του κατά το έτος 1998, ασκώντας επ' αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό της και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του, συνέχισαν να νέμονται αυτήν οι εναγόμενες, γενόμενες έτσι συγκύριες αυτής με έκτακτη χρησικτησία.
Συγκεκριμένα, το ακίνητο αυτό αποτελούσε τον προαύλιο χώρο της ανωτέρω ιδιοκτησίας των εναγομένων και τη μοναδική πρόσβαση στην οικία τους από την επαρχιακή οδό ..... . Στο επίδικο ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων διατηρούσε μέχρι τις αρχές του έτους 1970 κατοικίδια ζώα και το χρησιμοποιούσε ως αποθηκευτικό χώρο, όπου τοποθετούσε καυσόξυλα και διάφορα άλλα υλικά.
Τον ίδιο χρόνο, ήτοι αρχές του έτους 1970, εκείνος διαμόρφωσε το νότιο τμήμα του επιδίκου σε κλίμακα με τσιμεντένια σκαλοπάτια και στο άκρο αυτού τοποθέτησε περίφραξη με σιδερένια πόρτα, διαστάσεων 1,60 Χ 1,70 μέτρων. Ειδικότερα, μετά τον επισυμβάντα, στις 28-5-1991, θάνατο του απώτερου δικαιοπάροχου της ενάγουσας Δ, ο Α τοποθέτησε σιδερένια πόρτα στο νότιο άκρο της επίδικης έκτασης, χωρίς να διαμαρτυρηθεί κανείς, κρατώντας αποκλειστικά ο ίδιος τα κλειδιά της και εμποδίζοντας τη διέλευση οποιουδήποτε τρίτου, "κέντρωσε" σε ήμερη την υπάρχουσα εντός αυτής αγριοσυκιά και συνέλεγε αργότερα τους καρπούς της, ενώ φύτεψε και διάφορα φυτά σ' αυτήν, όπως τριανταφυλλιές, μέσα δε στην αυλή αυτή είχε και κότες.
Μετά το θάνατο του Α, το 1998, συνέχισαν να ασκούν ανάλογες διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου, στον επίδικο χώρο οι εναγόμενες, οι οποίες διέρχονταν από αυτόν και τον διατηρούσαν περίκλειστο, έχοντας στα χέρια τους, μόνες αυτές, τα κλειδιά της καγκελόπορτας. Από τον επίδικο χώρο διέρχονταν, ήδη από το έτος 1930, και ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Β και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του, το έτος 1973, ο γιος του Δ και η οικογένεια του.
Η διέλευση τους όμως αυτή γινόταν μόνο κατά τους θερινούς μήνες που παραθέριζαν στο ....., καθόσον η κύρια κατοικία της οικογένειας Δ βρισκόταν στην Αθήνα, χωρίς διάνοια δικαιούχων δικαιώματος και με την ανοχή των φίλων τους τότε, δικαιοπαρόχων των εναγομένων, προκειμένου να επικοινωνούν με την όμορη προς βορρά οικία της οικογένειας των εναγομένων, με την οποία συνδέονταν τότε με στενές φιλικές σχέσεις και μέσω αυτής (οικίας οικογένειας Α) προς την επαρχιακή οδό ....., μόνο ως βοηθητική έξοδο της οικίας τους, δεδομένου ότι η οικία Δ είχε άλλες δύο κύριες εισόδους και δη μία προς την επαρχιακή οδό .....
και μία προς το δημοτικό σχολείο. Μετά την τοποθέτηση της σιδερένιας πόρτας στο νότιο άκρο της επίδικης έκτασης, οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκαν αλλά σταμάτησαν ακόμα και να επισκέπτονται τον ..... και να διαμένουν στην οικία τους και να διέρχονται από την επίδικη έκταση.
Μάλιστα όταν ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Β επισκέφθηκε δύο φορές την οικία των εναγομένων, κατά τα έτη 1995 και 1997, δε χρησιμοποίησε την τότε ξύλινη πόρτα της κουζίνας της οικίας του, αλλά εισήλθε από την σιδερένια πόρτα, χωρίς να ζητήσει τα κλειδιά της από την πρώτη των εναγομένων, αναγνωρίζοντας την έτσι συγκυρία, με τις λοιπές εναγόμενες, της επίδικης έκτασης.
Επομένως, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν κοινός προαύλιος χώρος, αλλά όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ότι οι δικαιοπάροχοι της εν λόγω διαδίκου άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής σε αυτό, ότι η ενάγουσα κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 11/12 εξ αδιαιρέτου του 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αλλά αυτό, του οποίου συγκύριος δεν υπήρξε ποτέ ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, νέμονταν, από το έτος 1958 μέχρι την άσκηση της αγωγής συνέχεια, οι εναγόμενες και προ αυτών αδιάλειπτα ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτών, με διάνοια συγκυρίων εξ ολοκλήρου, και έτσι έγιναν συγκύριες όλου αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ο δυτικός τοίχος της οικίας των εναγομένων και ανατολικός της οικίας της ενάγουσας δεν αποτελεί μεσότοιχο, αλλά ότι έχει ανεγερθεί εξ ολοκλήρου εντός του ακινήτου των εναγομένων και η κεραμοσκεπή της οικοδομής της ενάγουσας, όπου βρίσκεται η κουζίνα, που ανακατασκευάσθηκε από αυτήν, και W.C., δεν μεταβιβάζει φορτία στον ένδικο αυτό τοίχο παρά μόνον εφάπτεται επ' αυτού, σε αντίθεση με άλλο τοίχο των οικοδομών των διαδίκων, ο οποίος δέχεται φορτία από τις στέγες και των δύο οικοδομών και αποτελεί μεσότοιχο.
Για το λόγο αυτό οι ενέργειες της ενάγουσας, η οποία, κατά το τέλος Οκτωβρίου 1999, κατά τη διάρκεια της ανακατασκευής των βοηθητικών χώρων της οικίας της τοποθέτησε στο νότιο τμήμα του επίδικου τοίχο, ο οποίος συνόρευε αρχικά με ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, καλώδια και πρίζες ηλεκτρολογικής εγκατάστασης και κάλυψε την επιφάνεια τους με επίχρισμα από τσιμεντοκονίαμα και έκτοτε χρησιμοποιούσε αυτόν ως τοίχο της κουζίνας της, κρίθηκε τόσο με την 577/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όσο και με την 519/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που δίκασε και πάλι κατ' έφεση, κατά την τακτική διαδικασία, ότι συνιστούν διατάραξη της σύννομης των εναγομένων στον εν λόγω τοίχο και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να ξηλώσει τις καλωδιώσεις και τις πρίζες της ηλεκτρικής εγκατάστασης και να καθαιρέσει τα επιχρίσματα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε, το Εφετείο, ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα της, κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, επί των ανωτέρω ακινήτων και η απόδοση τους, κατά το ποσοστό αυτό, σ' εκείνη, και απέρριψε την έφεση της εν λόγω διαδίκου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα, με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και επί του επίδικου τοίχου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 ΑΚ τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, αναφορικά με τις περαιτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι σ' αυτήν δε γίνονται αναφορές σχετικά, α) με την ..... πράξη αποδοχής κληρονομιάς των δικαιοπάροχων της αναιρεσείουσας, στην οποία αναφέρεται ο επίδικος χώρος ως "κοινή δίοδος Α και Δ", β) με το ανωτέρω .....
συμβόλαιο, στο οποίο αναφέρεται ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει "γύρωθεν με οικία Β διαχωριζομένην ταύτης δια κοινού μεσοτοίχου και με προαύλιο ταύτης, με προαύλιο οικίας Γ και με δρόμο προς εκκλησία" και γ) με τις παραδοχές της, ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει "με την κείμενη χαμηλότερα αυτής κατά δύο περίπου μέτρα επαρχιακή οδό ....." και "προς την επίδικη έκταση έχουν πρόσοψη δύο πόρτες του ισογείου της οικοδομής των εναγομένων και μία σιδερένια πόρτα (η προϋπάρχουσα ξύλινη πόρτα αντικαταστάθηκε από την ενάγουσα το 1999) της οικοδομής της ενάγουσας που οδηγεί στην κουζίνα και W.C.
αυτής", είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες, με τις αιτιάσεις αυτές, πλημμέλειες αφορούν την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίθεται με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλομένη.
Τέλος, ο λόγος αυτός, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για αντιφατικότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, με το να δεχθεί αφενός ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει "γύρωθεν με οικία Β (ήδη αναιρεσείουσας) διαχωριζομένην δια κοινού μεσοτοίχου και με προαύλιο ταύτης" και αφετέρου ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει με την κειμένη χαμηλότερα αυτής κατά δύο περίπου μέτρα επαρχιακή οδό ....., είναι αβάσιμος, προέχοντος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η ως άνω πρώτη περιγραφή των ορίων του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελεί παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, αναφορικά με τα όρια των ακινήτων των διαδίκων, αλλά περιγραφή των ορίων αυτών που αναφέρεται στο .....
συμβόλαιο, η οποία ιστορικώς αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ.
γ' ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης είχε ορισθεί για τις 3-2-2004, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν, εκτός των άλλων, έχουν δοθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται.
Ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν όχι στα πλαίσια της δίκης κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης, μπορούν να ληφθούν από το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ, οπότε δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη των ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον των αναφερόμενων συμβολαιογράφων μετά νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων και προσκομίσθηκαν μ' επίκληση από την αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς απόδειξη των αναφερόμενων αγωγικών ισχυρισμών ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ 561 παρ.2) προκύπτει ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δόθηκαν όχι στα πλαίσια της συγκεκριμένης αυτής δίκης, επί της από 10-1-2002 και με αριθ. καταθ. 786/297/21-2-2002 ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης, και επομένως μπορούσαν να ληφθούν από το Δικαστήριο της ουσίας προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από δε την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη αλλά και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως έγγραφα, για τον σχηματισμό της κρίσης του και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 359/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ