Legislator Case Law & Legislation
1811/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of breach of contract claim regarding force majeure.

Case Number 1811/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing a breach of contract claim. The appellant argued that the respondent's inability to fulfill purchase targets stemmed from an initial impossibility due to overestimating market demand, rather than a subsequent unforeseen event. The Court found the lower court's reasoning insufficient as it failed to address whether the parties could have adjusted their targets based on realistic market conditions at the time of contract formation. Consequently, the Court remanded the case for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335-337 and 362-364 of the Civil Code: When performance is impossible, it may be due to pre-existing facts or subsequent events; the Court must determine if the impossibility was inherent at contract formation or arose later, and whether the debtor was at fault.

Keywords

AI generated
force majeure impossibility of performance breach of contract fault of debtor remittal to court initial impossibility market conditions

Cited Legislation

AI generated
Articles 335-337 and 362-364 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1811 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1811/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα-

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TASTY FOODS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-10-2003 και 17-2-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2668/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 236/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 6 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 - 337 και 362 -364 του ΑΚ που ρυθμίζουν την αδυναμία παροχής συνάγονται τα εξής: Όταν η παροχή δεν μπορεί οριστικά να εκπληρωθεί, δυνατόν να οφείλεται είτε σε γεγονότα υφιστάμενα ήδη κατά τη γένεση της ενοχής, (αρχική αδυναμία παροχής) είτε σε γεγονότα επιγενόμενα αυτής (επιγενόμενη αδυναμία παροχής).

Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος στον οποίο αυτή πρέπει να εκπληρωθεί. Η αδυναμία που συνέβη κατά το χρόνο εκπληρώσεως οφείλεται όμως σε λόγο που υπάρχει ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης δεν είναι επιγενόμενη αλλά αρχική. Η ευθύνη του οφειλέτη που περιήλθε στην κατάσταση αυτή υπάρχει, κατά βάση, μόνο όταν η αδυναμία οφείλεται σε υπαιτιότητά του.

Αλλιώς, δηλαδή επί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής, ο οφειλέτης απαλλάσσεται. Το περιεχόμενο όμως της υπαιτιότητας για την αδυναμία σε καθεμιά από τις ανωτέρω δύο κατηγορίες γεγονότων που εμποδίζουν την εκπλήρωση είναι διαφορετικό. Για επιγενόμενα γεγονότα που ματαιώνουν την εκπλήρωση ο οφειλέτης ευθύνεται αν προκάλεσε αυτά με υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, ενώ απαλλάσσεται αν τυχαίο [ανυπαίτιο] γεγονός εμποδίζει την εκπλήρωση [άρθ. 336 σε συνδυασμό προς 330 ΑΚ].

Όταν όμως τα γεγονότα που εμποδίζουν την εκπλήρωση υπήρχαν ήδη κατά την γένεση της ενοχής, είναι αδιάφορο για τον καθορισμό της απαλλαγής ή της ευθύνης του οφειλέτη, αν αυτά οφείλονται σε πράξη ή παράλειψη του οφειλέτη ή σε άλλο συμβάν. Το προέχον στην περίπτωση αυτή είναι η γνώση ή η άγνοια του οφειλέτη, σε περίπτωση δε άγνοιας η ύπαρξη ή ανυπαρξία υπαιτιότητας ως προς αυτή [άρθ. 363 ΑΚ].

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα:: "..Στις 5 Απριλίου 2001 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Με τη σύμβαση αυτή η εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε ως διανομέας την αποκλειστική αγορά και διακίνηση, με σκοπό την μεταπώληση σε τρίτους εντός της Ελληνικής επικράτειας, των τυποποιημένων κριτσινιών με το γνώρισμα Κ1, διαφόρων γεύσεων, παραγωγής της ενάγουσας εταιρείας, όπως αυτά διαλαμβάνονται στο παράρτημα Α της συμβάσεως, ενώ συγχρόνως η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να απέχει από τη διάθεση ιδίω ονόματι ή δια μέσου τρίτων, των ανωτέρω προϊόντων στη χώρα (ρήτρα αποκλειστικότητας).

Επίσης η εναγόμενη ανέλαβε υποχρεώσεις για την αποτελεσματική προώθηση των προϊόντων της ενάγουσας, την αύξηση της ζήτησής τους στη χώρα και την επίτευξη της μέγιστης δυνατής διασποράς των στα σημεία πωλήσεως, για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος προϊόντων, ούτως ώστε να καλύπτεται η ζήτηση στην Ελλάδα για διάστημα τριών τουλάχιστον ημερών, για την εκτέλεση των αναγκαίων ενεργειών, προκειμένου τα ως άνω προϊόντα να πωλούνται με τις προδιαγραφές ποιοτικού ελέγχου της παραγωγού εταιρείας και κατά τρόπο που να διατηρεί την εικόνα και παρουσίαση αυτής, για την από κοινού σχεδίαση περιοδικών προγραμμάτων διαφημίσεως και προωθήσεως των προϊόντων και για την αποφυγή υπονομεύσεως ή διακινδυνεύσεως της φήμης της ενάγουσας εταιρείας.................Η διάθεση των ως άνω προϊόντων της ενάγουσας θα ελάμβανε χώρα δια μέσου του εκτεταμένου και αποτελεσματικού δικτύου διανομής που η εναγομένη είχε διαμορφώσει για τα δικά της προϊόντα, κατά την επιχειρηματική της κρίση και προκειμένου να επιτευχθεί η καταλληλότερη μορφή διανομής κατά περίπτωση (όρος 3).

Με τον όρο 9.1 της ως άνω συμβάσεως είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών τα ακόλουθα: "Ο διανομέας και ο παραγωγός μετά από συζητήσεις και ανάλυση της αγοράς έχουν διαμορφώσει ποσοτικούς στόχους, τους οποίους ο διανομέας δεσμεύεται να επιτύχει. Ο παραγωγός χορήγησε στον διανομέα το δικαίωμα αποκλειστικής διανομής επί τη βάσει του δικαιοπρακτικού θεμελίου ότι ο διανομέας θα ανταποκρίνεται τουλάχιστον στους ελαχίστους αυτούς ποσοτικούς στόχους, με την επιφύλαξη πάντως των διατάξεων του επομένου άρθρου περί αποδεκτών αποκλίσεων.

Οι στόχοι αυτοί καταγράφονται στο συνημμένο στην παρούσα Παράρτημα Γ, το οποίο υπογράφεται από τα μέρη, προσαρτάται στην παρούσα και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της και αφορούν α) τις αγορές προϊόντων εκ μέρους του διανομέα (σε τιμές αγοράς από τον παραγωγό) β) τον αριθμό σημείων πώλησης, στα οποία ο διανομέας θα επιδιώξει να εξασφαλίσει διάθεση των προϊόντων και γ) τον αριθμό σημείων πώλησης, στα οποία ο διανομέας θα επιτύχει την εγκατάσταση ειδικού εξοπλισμού έκθεσης των προϊόντων (σκαλιερών).

Οι καταγραφόμενοι στο παράρτημα Γ στόχοι αφορούν την πρώτη τριετία λειτουργίας της παρούσας σύμβασης και αναφέρονται σε ημερολογιακά έτη, θα αναπροσαρμόζονται δε εφεξής προς τα άνω, κατά ποσοστό 10% ετησίως.....Σύμφωνα δε με το παράρτημα Γ της επίδικης συμβάσεως οι στόχοι του διανομέα ορίσθηκαν από τα μέρη ως εξής:

Αξία αγορών από Αθηναϊκή Οικογενειακή Αρτοποιία, για το 2001 σε 600.000.000 δρχ., για το 2002 σε 1.100.000.000 δρχ., για το 2003 σε 1.350.000.000. Ο αριθμός σημείων διανομής για το 2001 σε 24.000, για το 2002 σε 29.000, για το 2003 σε 34.000 και ο αριθμός σημείων με εξοπλισμό έκθεσηςΚ1 για το 2001 σε 10.000, για το 2002 σε 20.000, για το 2003 σε 27.000. Περαιτέρω με την παράγραφο (γ) του όρου 10.1 της ένδικης συμβάσεως......είχε συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση που ο διανομέας επιτύχει εν μέρει το στόχο του άρθρου 9(α) και του παραρτήματος Γ για οποιοδήποτε έτος, κατά ποσοστό μικρότερο ή ίσο του 85% αλλά όχι μικρότερο του 65% του στόχου αυτού, ο διανομέας θα αποδίδει προς την ενάγουσα αποζημίωση ίση προς 5% επί της τιμής πωλήσεως προς τον διανομέα, που αντιστοιχούν στην υστέρηση αγορών κατά ποσοστό μικρότερο ή ίσο του 85% αλλά όχι μικρότερο του 65% των στόχων του άρθρου 9(α) και του παραρτήματος Γ της παρούσας, σύμφωνα με το παράδειγμα που αναφερόταν στον όρο αυτό.

Με την παράγραφο (δ) του ιδίου όρου 10.1 συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο διανομέας επιτύχει εν μέρει το στόχο του άρθρου 9(α) και του παραρτήματος Γ της παρούσας για οποιοδήποτε έτος, κατά ποσοστό μικρότερο του 65%, ο παραγωγός θα δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση άμεσα και άνευ προειδοποιήσεως προς εκούσια αποκατάσταση του άρθρου 5.2 της παρούσας, αλλά πάντως με τη διαδικασία του άρθρου 5.2, δεδομένου ότι τα μέρη συνομολογούν ότι η εκτέλεση της παρούσας θα καθίσταται υπό τις περιστάσεις αυτές ασύμφορη για τον παραγωγό, ενώ ο καθορισμός των ποσοτικών στόχων έγινε από κοινού μεταξύ των συμβαλλομένων με εύλογη και δίκαιη προεκτίμηση.

Η δε απόκλιση αυτή συμφωνείται ρητά ότι αποτελεί σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την άμεση λύση της παρούσας από τον παραγωγό. Η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως ορίσθηκε πενταετής με χρόνο λήξεως την 4 Απριλίου 2006, δυνάμενη να παραταθεί για περαιτέρω διαδοχικά διαστήματα με έγγραφη συμφωνία των μερών.........Από τους προπαρατεθέντες όρους της ένδικης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και ιδία τους υπ' αριθμ. 9.1, 10.1 περ.

γ και δ, ερμηνευομένους κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα .συναλλακτικά ήθη (αρθρ. 173 και 200ΑΚ), ενόψει του ότι τα μέρη ουδέν όρισαν στη σύμβαση, πέραν της παροχής στην ενάγουσα του δικαιώματος καταγγελίας αυτής στην περίπτωση που η εναγόμενη αποτύγχανε να επιτύχει ποσοστό της τάξεως του 65% τουλάχιστον επί των συμφωνηθέντων από τα μέρη ποσοτικών στόχων αγορών, υπάρχοντος επομένως σχετικού κενού όσον αφορά την τυχόν υποχρέωση αποζημιώσεως της ενάγουσας από την εναγομένη και των προϋποθέσεων αυτής, συνάγεται ότι τα μέρη δεν ήθελαν να αποστούν από τις γενικές ρυθμίσεις του ενοχικού δικαίου, σε περίπτωση μερικής αδυναμίας παροχής.

Επομένως στην περίπτωση που η εναγομένη εταιρεία αποτύγχανε να επιτύχει ποσοστό της τάξεως του 65% τουλάχιστον επί των συμφωνηθέντων ποσοτικών στόχων, που κατά την συμφωνία αποτέλεσαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο για την κατάρτιση αυτής, υποχρεούτο αυτή να παράσχει πλήρη αποζημίωση στην ενάγουσα για διαφυγόντα κέρδη αυτής μέχρι του 65% επί των συμφωνηθέντων ποσοτικών στόχων, ενόψει του ότι για το πέραν αυτής και μέχρι το 85% ποσοστό είχε συμφωνηθεί μειωμένη αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ως άνω μερική αδυναμία παροχής οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο η εναγόμενη εταιρεία ή το πρόσωπο για το οποίο ευθυνόταν, υπείχαν ευθύνη.

Αντιθέτως η υποχρέωση της εναγομένης να επιτύχει τους στόχους αυτούς δεν είχε συμφωνηθεί ως "εγγυοδοτική" ήτοι ανεξάρτητη τυχόν υπαιτιότητάς της στην επίτευξη αυτών............Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά το έτος 2001 πραγματοποίησε αγορές τυποποιημένων κριτσινιών υπό το γνώρισμα "Κ1" της ενάγουσας εταιρείας, αξίας 154.971.396 δραχμών αντί των συμφωνηθέντων 600.000.000 δραχμών, το έτος 2002 πραγματοποίησε αγορές ύψους 526.958,91 ευρώ έναντι των συμφωνηθέντων 1.100.000.000 δραχμών ή 3.228.173,15 ευρώ και το έτος 2003 (για το διάστημα λειτουργίας της συμβάσεως) πραγματοποίησε αγορές ύψους 286.279,36 ευρώ έναντι των συμφωνηθέντων 1.350.000.000 δραχμών (για ολόκληρο το έτος), ήτοι με αποκλίσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ το 65% των συμφωνηθέντων ελαχίστων ποσοτικών ορίων..........Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για τον προσδιορισμό των ανωτέρω ποσοτικών στόχων αγορών, που αναγράφονται στο Παράρτημα 5 της συμβάσεως, έγιναν πριν την κατάρτιση αυτής εκτεταμένες συζητήσεις και αναλύσεις μεταξύ των μερών, σχετικά με τις προοπτικές αναπτύξεως της αγοράς τυποποιημένου κριτσινιού και ως εκ τούτου η επίτευξη των στόχων αυτών αποτέλεσε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο επί του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν την κατάρτιση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Παρά την πεποίθηση αμφοτέρων των μερών κατά την κατάρτιση της ότι επίτευξη των ανωτέρω ποσοτικών στόχων ήταν εφικτή, αποδείχτηκε ότι οι σχετικές εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της αγοράς τυποποιημένου κριτσινιού ήσαν εξωπραγματικές. Ειδικότερα ήδη κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της συμβάσεως διανομής διαπιστώθηκε ότι οι τεθέντες στόχοι δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, παρά την αποτελεσματική προώθηση των πωλήσεων από την εναγόμενη εταιρεία, διότι είχε υπερεκτιμηθεί από τα μέρη η πραγματική κατάσταση της αγοράς για το συγκεκριμένο προϊόν.

Το ανωτέρω επιβεβαιώθηκε από έρευνα που πραγματοποίησε η ανεξάρτητη στατιστική εταιρεία "...." στην αγορά του τυποποιημένου κριτσινιού, η οποία ήταν η πρώτη που πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την οποία ο όγκος των συνολικών πωλήσεων τυποποιημένου κριτσινιού στην Ελλάδα ανήλθε για το έτος 2002 σε 762 τόνους και για το έτος 2003 σε 903 τόνους, ενώ εάν αναχθούν οι συμφωνηθέντες σε αξία αγορών ποσοτικοί στόχοι σε στόχους όγκου πωλήσεων, αυτοί ανέρχονται σε 600, 1.100 και 1.250 τόνους τυποποιημένου κριτσινιού για τα έτη 2001, 2002 και 2003 αντίστοιχα.

Από την ίδια έρευνα προέκυψε ότι κατά το έτος 2002 τα κριτσίνια με το γνώρισμα "Κ1" είχαν μερίδιο αγοράς 19,8% και κατείχαν την τρίτη θέση μετά τα κριτσίνια της εταιρείας "...." (27,8%) και τα κριτσίνια "...." (21,3%), ενώ στην αγορά σε αξία κατείχε την πρώτη θέση η ενάγουσα με μερίδιο αγοράς 31,3%, την τρίτη η εταιρεία "...." με 23,5% και τη δεύτερη τα "...." με 24,5%.

Τούτο σήμαινε ότι για την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου αγορών με αναγωγή αυτού σε όγκο πωλήσεων, θα έπρεπε οι πωλήσεις τυποποιημένου κριτσινιού "Κ1" όχι μόνον να εκτοπίσουν πλήρως από την αγορά τους ανταγωνιστές της ενάγουσας, αλλά συγχρόνως να αυξηθεί η ζήτηση για τα τυποποιημένα κριτσίνια από τους καταναλωτές σε πολύ μεγάλο ποσοστό από την ήδη υπάρχουσα....

Η εναγόμενη, όπως αποδείχθηκε, επέδειξε κάθε επιμέλεια και κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την προώθηση των πωλήσεων των ανωτέρω προϊόντων της ενάγουσας εταιρείας, σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες ποσοτικούς στόχους, χρησιμοποιώντας προς τούτο το εκτεταμένο και αρκούντως αποτελεσματικό δίκτυο διανομής των προϊόντων αυτής και παραλλήλως με αυτά, αυξάνοντας τα τελικά σημεία πώλησης τυποποιημένου κριτσινιού από 4.500 που ήταν πριν την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων σε 19.700 σε όλη τη χώρα, ήδη από το πρώτο έτος της συνεργασίας, μεριμνώντας για τη διαφήμιση και τοποθέτηση αυτών σε σκαλιέρες και ειδικά χάρτινα δισκάκια (shelf trays) και διαθέτοντας αυτά σε μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών (super markets}, στα οποία προηγουμένως δεν διατίθεντο.

Ούτε η παράλειψη της εναγομένης να αυξήσει ήδη από το πρώτος έτος λειτουργίας της συμβάσεως τα σημεία πωλήσεως σε 24.000, όπως είχε συμφωνηθεί, συνδέεται αιτιωδώς με την αδυναμία να επιτύχει τους συμφωνηθέντες στόχους αγορών, ενόψει του προαναφερθέντος όγκου αγοράς τυποποιημένου κριτσινιού, που αφορούσε την υπάρχουσα ζήτηση και των περιορισμένων προοπτικών σημαντικής αναπτύξεώς της....Άλλωστε και η εμμονή της ενάγουσας στην σύμβαση, παρά τις σημαντικές αποκλίσεις από τους συμφωνημένους στόχους, ενώ είχε για τον λόγο αυτό δικαίωμα καταγγελίας αυτής υποδηλώνει ότι αυτή δεν καταλόγιζε καμία υπαιτιότητα στην εναγομένη".

Βάσει των ανωτέρω παραδοχών του, το Εφετείο κατέληξε, ότι η αδυναμία της εναγομένης να επιτύχει τους συμφωνηθέντες με τη σύμβαση ποσοτικούς στόχους οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, όπως είχε προβάλει με τη σχετική ένστασή της, και ότι συνεπώς δεν γεννάται υποχρέωση αποζημιώσεως της ενάγουσας εταιρείας.

Με τα ανωτέρω όμως που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε με βάση αυτά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που ομοίως είχε απορρίψει τις από 3.10.2003 και 17.2.2004 αγωγές της, κατά το μέρος τους, με το οποίο ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει τα αναφερόμενα στις αγωγές της αυτές ποσά ως αποζημίωση λόγω διαφευγόντων κερδών της εκ της, κατά παραβίαση ρητού συμβατικού όρου, μειωμένης αγοράς κριτσινίων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά έτη 2001 έως 2003, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δεν αιτιολογεί με επάρκεια και σαφήνεια για πιο λόγο, η με βάση τις παραδοχές του μερική αδυναμία εκπλήρωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του συμβατικού όρου οφειλόμενη σε πεπλανημένη αντίληψή της κατά την ανάληψη της συμβατικής υποχρέωσης, ήταν ανυπαίτια.

Συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι είχαν συμφωνηθεί "εξωπραγματικοί στόχοι αγορών", διότι "είχε υπερεκτιμηθεί" η πραγματική κατάσταση της αγοράς ως προς τη ζήτηση του συγκεκριμένου προϊόντος και την προοπτική ανάπτυξής της, η οποία, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ήταν περιορισμένη, δέχεται δηλαδή αρχική αδυναμία, δεν αναφέρει αν τα όργανα εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε υποσχεθεί την πραγματοποίηση των συμφωνημένων ετήσιων στόχων αγοράς του προϊόντος της αναιρεσείουσας, μπορούσαν, καταβάλλοντας την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, να διαπιστώσουν την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων ή να προβλέψουν ότι θα υπήρχε ενδεχομένως αδυναμία της να εκπληρώσει την αναλαμβανόμενη υποχρέωση, κατά το μέρος που δεν την εκπλήρωσε.

Αντίθετα δέχεται ότι η μερική αδυναμία της αναιρεσίβλητης για την πραγματοποίηση των αγορών που είχε υποσχεθεί οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτή δεν είχε ευθύνη διότι κατά την κρίσιμη τριετή χρονική διάρκεια της σύμβασης αυτή επέδειξε κάθε επιμέλεια. Δηλαδή δέχεται έλλειψη υπαιτιότητας η οποία προϋποθέτει αδυναμία οφειλόμενη σε επιγενόμενα της κατάρτισης της σύμβασης περιστατικά, που όμως δεν δέχεται ότι συνέτρεχαν.

Περαιτέρω δεν αναφέρει το Εφετείο πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι λόγω της εσφαλμένης εκτίμησης των υφιστάμενων πραγματικών συνθηκών για το συγκεκριμένο προϊόν, η εκπλήρωση της συμβατικής παροχής της αναιρεσίβλητης ήταν εξ αρχής δυνατή μόνο στο μέτρο που εκπληρώθηκε, και άρα υπήρχε από την κατάρτιση της σύμβασης αδυναμία για την υπόλοιπη.

Ειδικότερα, δεν αναφέρει [ενόψει και των παραδοχών του ότι άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις είχαν επιτύχει, στο κρίσιμο διάστημα μεγαλύτερο από την αναιρεσίβλητη όγκο πωλήσεων του ίδιου προϊόντος] ποια λύση τα μέρη θα έδιναν αν λάμβαναν υπόψη την ανυπαρξία των συνθηκών στις οποίες στήριξαν τη σύμβαση, δηλαδή ποιους ποσοτικούς στόχους αγορών θα έθεταν, ή ποιοι στόχοι, κατά την καλή πίστη και βάσει των πραγματικών συνθηκών της αγοράς (ΑΚ 288), ήταν εφικτοί,.

Επομένως, με την ανεπάρκεια αυτή των αιτιολογιών του, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής εφαρμογής των περί αδυναμίας παροχής διατάξεων, γι' αυτό και πρέπει η απόφασή του να αναιρεθεί κατά το αφορόν τις περί αποζημιώσεως αγωγές της αναιρεσείουσας κεφάλαιό της, κατά τους βάσιμους από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο [εν μέρει], λόγους αναιρέσεως, που, όπως εκτιμώνται, έχουν αυτή την έννοια, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 236/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ