Supreme Court dismisses appeal against first-instance property ownership judgment due to lack of admissible legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence, including witness affidavits and land lease agreements, which they claimed proved their long-term possession. The court rejected these arguments, ruling that the appeal lacked valid legal grounds under the Code of Civil Procedure because the contested decision was a final appeal judgment, not a first-instance ruling, and the cited evidence issues did not constitute admissible grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 1, Art. 560 no. 5, Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final appeal judgment is inadmissible for grounds regarding the consideration of evidence not permitted by law or evidence not submitted, as these grounds apply only to first-instance judgments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1810 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Γ., 2) Γ. Α. του Σ., κατοίκων ..., 3) Σ. Γ. του Ε., 4) Μ. Τ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Πάντου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Πιστικό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από .../2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. .../2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση των τότε εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. .../2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία έγινε δεκτή η από ...-2017 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 40/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό , από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση , διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018). 3.Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976, 1045, 369 και 159 παρ.1 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Σ.
Μ. από το έτος 1957 είχε στην κατοχή του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του κλήρου του αρχικού κληρούχου Χ. Ι., ενώ περί το έτος 1963 ο Σ. Μ. προέβη σε άτυπη διανομή όλων των αγροτεμαχίων του αρχικού κληρούχου σε συμφωνία με την πρώτη αναιρεσείουσα Β. Α., η οποία σύμφωνα με την .../1960 δημόσια διαθήκη της Α. Ι. εγκαταστάθηκε μοναδική κληρονόμος στο σύνολο των αγροτεμαχίων του κλήρου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων από τον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο και, αντιθέτως, για τη μη απόκτηση από τους αναιρεσείοντες της κυριότητας αυτών, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, με τον ίδιο, πρώτο, λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία δεν είναι λογικό να καταλείπεται με δημόσια διαθήκη ολόκληρο το ποσοστό του κλήρου το έτος 1960, ενώ το 1/2 αυτού ήδη από το έτος 1957 να το κατέχει άλλο πρόσωπο.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε τι συνίσταται η παραβίαση και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από τους αναιρεσείοντες.
4.Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με την αιτίαση, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε, δέχθηκε χωρίς αιτιολογία ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Σ. Μ. απέκτησε το έτος 1963 την κυριότητα του 1/2 του επιδίκου κλήρου και ότι νομιμοποιείτο να προβεί σε διανομή αυτού με την πρώτη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεν αναφέρεται ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
5.Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι : " Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 967/2018, ΑΠ 894/2018, ).Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019). Βάσει των ανωτέρω, κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τον αναφερόμενο στο άρθρο 559 KΠολΔ λόγο του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν"(ΑΠ 1032/2019). 6.Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του:1) την υπ'αριθ. .../2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός τους, Β.
Χ., και την υπ'αριθ. .../2016 βεβαίωση της Διευθύνσεως Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής ΠΕ Κιλκίς, από τα οποία προκύπτει ότι τα έτη 1997-2005 καλλιεργούσε τα επίδικα κληροτεμάχια ο ίδιος ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, ως μισθωτής, χωρίς να φαίνεται το όνομα του εκμισθωτή και όχι ο δικαιοπάροχος πατέρας του, ώστε να υπολογίζονται δεκαεπτά έτη στον χρόνο της επικαλούμενης χρησιδεσποτείας του στα επίδικα, 2)το από ...-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το υπ'αριθ. .../2015 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κιλκίς Α.
Α., από όπου προκύπτει ότι με την πώληση στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων-αναιρεσειόντων, από τον δεύτερο εναγόμενο-αναιρεσείοντα, ολόκληρου του 1112 επίδικου κληροτεμαχίου το 2015, τους παραδόθηκε και η νομή αυτού, την οποία παρέλαβαν άμεσα, 3) την υπ'αριθ. .../1960 δημόσια διαθήκη της Α. Ι., από την οποία προκύπτει ότι με αυτήν(διαθήκη) εγκατέστησε κληρονόμο της σε όλο τον κλήρο και όχι στο 1/2, την πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος, με βάση το περιεχόμενό του, εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11γ` ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες), είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται απόφαση του πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου. 7.Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από ....2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 20/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από ....2021 αίτηση για αναίρεση της .../2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που δίκασε ως Εφετείο.
-Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ