Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and insufficient reasoning in labor contract termination case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal regarding a labor contract dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its decision on contract termination, but the Court found the appeal inadmissible due to vagueness and unfounded because the lower court provided clear reasoning linking the appellant's role to the termination grounds. Consequently, the appeal was rejected, the security fee was returned, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or fail to specify the violated substantive law, and unfounded if the lower court's reasoning sufficiently addresses the contested issues without needing re-evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1810 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1810/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. - Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15560/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2845/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/2/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2845/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 2-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 4370/2013 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 15560/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 8-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης 43836/2011 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.091.308,55 ευρώ, νομιμοτόκως, ως μηνιαίες αποδοχές του καθώς και ως αποζημίωση, ένεκα καταγγελίας, χωρίς σπουδαίο λόγο, σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ορισμένου χρόνου διάρκειας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρου 29 του ν.3604/2007 "Επιτρέπεται, το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.
Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου ....". Νομοθετική ρύθμιση, για καταστατική δυνατότητα ανάθεσης της εξουσίας του Δ.Σ.
σε μέλη του, προβλεπόταν και από το ίδιο άρθρο 22, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 8 του ν.δ. 4237/1962. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.2 και 3 του ίδιου νόμου 2190/1920, όπως το άρθρο αυτό έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του ν.δ. 4237/1962, "Πάσα ετέρα, μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του καταστατικού, χορηγουμένη, δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις, θεωρείται βαρύνουσα την εταιρείαν, μόνον, εάν εγκριθή δι' ειδικής αποφάσεως της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως...". "Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου δεν εφαρμόζεται προκειμένου περί αμοιβών οφειλομένων εις μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δι' υπηρεσίας αυτών παρεχομένας εις την εταιρείαν επί τη βάσει ειδικής σχέσεως μισθώσεως εργασίας ή εντολής".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Το έτος 1976, ιδρύθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... καταστατικού σύστασης ανώνυμης εταιρίας δια μετατροπής ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Κλεοπάτρας Καριπίδου-Χειμωνίδου, από τους Κ.
Χ. και Χ. Χ., η εναγομένη εταιρία, με έδρα το Δήμο ….. του Νομού Θεσσαλονίκης και σκοπό τη συγκέντρωση γάλακτος και τη βιομηχανική επεξεργασία αυτού, προς παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και την τυποποίηση αυτών και χυμών. Το έτος 1981, ο ενάγων, ο οποίος είναι μηχανολόγος μηχανικός, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (master) μηχανολόγου μηχανικού και επίτιμος διδάκτωρ στη διοίκηση επιχειρήσεων του ...
του Λονδίνου και σύζυγος της Δ. Χ., θυγατέρας του ενός εκ των ιδρυτών της εταιρίας, Κ. Χ., προσλήφθηκε από την εναγομένη με την ανωτέρω ιδιότητα του και εργάστηκε σ' αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έως το έτος 2001, με αντικείμενο δραστηριότητας κυρίως την οργάνωση της παραγωγής και τη δημιουργία δικτύων υποδομών, ενώ από το έτος 1992 εργάστηκε στα ανωτέρω τμήματα με την ιδιότητα του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή.
Το έτος 1997 και κατά τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, της 22-7-1997, εκλέχθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής και δυνάμει του υπ' αριθμ. 702/28-7-1997 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου, εξελέγη Αντιπρόεδρος αυτού με Πρόεδρο τον Κ. Χ., με πενταετή θητεία, ενώ παράλληλα του ανατέθηκαν αρμοδιότητες και εξουσίες νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας.
Στη συνέχεια, κατόπιν παραίτησης του ανωτέρω Προέδρου της εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο ανασυγκροτήθηκε σε σώμα δυνάμει των υπ' αριθμ. 751/12-4-1999 και 752/16-4-1999 πρακτικών αυτού και ο ενάγων εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης έχοντας εξουσίες να διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την εταιρία.
Ωστόσο, το έτος 2001 παραιτήθηκε από τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και κατά την ανασυγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα δυνάμει του υπ' αριθμ. 883/12-6-2001 πρακτικού αυτού, ορίστηκε απλό μέλος, ενώ περί τα τέλη Ιουλίου του ιδίου έτους παραιτήθηκε και από την ανωτέρω εργασία του, λαμβάνοντας τη σχετική αποζημίωση και αποχώρησε από την εναγομένη, δηλαδή και από μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου, παρέμεινε όμως ως μέτοχος αυτής.
Την 14-4-2006 μεταξύ των Ο. Χ., Α. Χ. και Π. Π. αφ' ενός και των Δ. Σ. και Δ.-Θ. Σ., ενάγοντος (όλων μετόχων της εναγόμενης εταιρίας), υπογράφηκε το ταυτόχρονο "Σύμφωνο μετόχων", δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι άνω συμβαλλόμενοι, αναλαμβάνουν την υποχρέωση, όπως α) κατά την εκάστοτε συγκρότηση σε σώμα του Διοικητικού Συμβουλίου, ψηφίζουν κατά τρόπο ώστε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος εκλέγεται ο Π.
Π. και, αντίστοιχα, Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος ο Δ. Σ., β) περιλάβουν στο νέο οργανόγραμμα της εταιρίας, το οποίο θα καταρτίσουν από κοινού και στο οποίο θα προβλέπεται η διάρθρωση της εταιρίας, τους ακόλουθους τέσσερις (4) τομείς ευθύνης: ί) Οικονομική Διεύθυνση, ii) Διεύθυνση Παραγωγής, iii) Εμπορική Διεύθυνση, iv) Τεχνικές-Διοικητικές Υπηρεσίες και Ανθρώπινο Δυναμικό, ενώ ρητά συμφωνήθηκε και ότι υπεύθυνος για την καθημερινή διοίκηση και εποπτεία των υπό (ί) και (ii) τομέων ευθύνης ορίζεται ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και για τους τομείς (iii) και (iv) ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, γ) προβούν σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την αντικατάσταση του τωρινού Γενικού Διευθυντή της εταιρίας, Δ.
Κ., μετά την απομάκρυνση του οποίου θα ορίσουν νέο, κοινής αποδοχής, Γενικό Διευθυντή της εταιρίας, προβλέψουν και δημιουργήσουν στο νέο οργανόγραμμα Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου της εταιρίας, για την πλήρωση της θέσης του Προϊστάμενου του οποίου τα μέρη συμφώνησαν ότι κατάλληλο πρόσωπο είναι ο νυν Οικονομικός Διευθυντής της εταιρίας, Α.
Σ., συστήσουν εξαμελές Εκτελεστικό Συμβούλιο Διοίκησης, το οποίο θα συνέρχεται σε εβδομαδιαία βάση και θα συζητά, αποφασίζει και χαράσσει στρατηγική επί όλων των θεμάτων, των σχετικών με τη λειτουργία της εταιρίας. Μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου Διοίκησης θα είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ο Υπεύθυνος του τομέα Οικονομικής Διεύθυνσης, ο Υπεύθυνος του τομέα Παραγωγής, ο Υπεύθυνος του τομέα Τεχνικών/Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρωπίνου Δυναμικού και ο Υπεύθυνος του τομέα Εμπορικής Διεύθυνσης, δ) τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν αμοιβαία την υποχρέωση έναντι αλλήλων να προβούν στις εκάστοτε απαιτούμενες ενέργειες και να συμπράξουν, ώστε να διασφαλιστούν και υλοποιηθούν επιπλέον των παραπάνω και την ακόλουθη μεταξύ αυτών και της εταιρίας συμφωνία.
Ειδικότερα, ο Π. Π. και ο Δ. Σ. θα συνάψουν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ίσης διάρκειας με τη θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου, που θα εκλεγεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 της παρούσας, με μηνιαίες αποδοχές (μικτές) 15.000,00€ ο καθένας. Ακολούθως, κατά την έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, της 29-5-2006, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 80/2006 πρακτικό, ο ενάγων εκλέχθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενώ κατά τη συνεδρίαση αυτού (Δ.Σ.), της 30-5-2006, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 1130/2006 πρακτικό, εκλέχθηκαν, ο ίδιος ανωτέρω, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ Πρόεδρος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, ο Π.
Π., σύζυγος της μετόχου της εταιρίας, Α. Χ. Θ.. Κατά την ίδια συνεδρίαση το εκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, α) την κατάρτιση νέου οργανογράμματος της εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο η διάρθρωση της εταιρίας χωρίζεται στους εξής τέσσερις (4) τομείς ευθύνης: α) Οικονομική Διεύθυνση, β) Διεύθυνση Παραγωγής, γ) Εμπορική Διεύθυνση, δ) Τεχνικές-Διοικητικές Υπηρεσίες και Ανθρώπινο Δυναμικό.
Υπεύθυνος για την καθημερινή διοίκηση και εποπτεία των υπό (α) και (β) τομέων ευθύνης ορίζεται ο Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και για τους τομείς (γ) και (δ) ο Πρόεδρος και αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, β) τη σύσταση Διαχειριστικής Επιτροπής, η οποία θα συνέρχεται σε εβδομαδιαία βάση και θα συζητά, αποφασίζει και χαράσσει στρατηγική επί όλων των θεμάτων, των σχετικών με τη λειτουργία της εταιρίας.
Μέλη της θα είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ο αναπληρωτής υπεύθυνος του τομέα Οικονομικής Διεύθυνσης, ο αναπληρωτής υπεύθυνος του τομέα Παραγωγής, ο αναπληρωτής υπεύθυνος του τομέα Εμπορικής Διεύθυνσης και ο αναπληρωτής υπεύθυνος του τομέα Τεχνικών/Διοικητικών Υπηρεσιών και Ανθρωπίνου Δυναμικού.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 1-12-2006 μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος, και μετά προηγούμενη έγκριση, την 3-11-2006, της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών από τον τελευταίο αναφορικά με την οργάνωση, διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εναγομένης εταιρίας.
Σύμφωνα με τον όρο (2) της άνω σύμβασης, ο ενάγων ως εκ της θέσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου και του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αναλάμβανε την υποχρέωση να προΐσταται των τομέων της Οικονομικής Διεύθυνσης και της Διεύθυνσης παραγωγής σύμφωνα με το ανωτέρω υπ' αριθμ. 1130/30-5-2006 πρακτικό του Δ.Σ.
της εταιρίας και ειδικότερα ήταν υπεύθυνος για την καθημερινή διοίκηση και εποπτεία τους στο πλαίσιο της ανωτέρω ιδιότητας του. Ειδικότερα, ο ενάγων επί των ανωτέρω τομέων, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω σύμβασης, ήταν υπεύθυνος: α) να λαμβάνει, κάνοντας χρήση των γνώσεων και της εμπειρίας του, κάθε απαραίτητη απόφαση που άπτεται των αρμοδιοτήτων του και αφορά τη διοίκηση των ανωτέρω τομέων της εναγομένης, δεσμευόμενος όμως και τελώντας υπό τους περιορισμούς που τίθενται από το νόμο, το καταστατικό και τις αποφάσεις του Δ,Σ., β) να εποπτεύει και να επιβλέπει τη σωστή τήρηση όλων των οικονομικών, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών στοιχείων της εταιρίας και γ) να επιβλέπει και να εποπτεύει την καλή και εύρυθμη λειτουργία του εργοστασίου της εταιρίας και ιδίως την παραγωγική διαδικασία του, μη υποχρεούμενος στην τήρηση ωραρίου κατά την παροχή των παραπάνω οριζομένων υπηρεσιών.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δωδεκαετής, αρχομένη την 27-11-2006 και λήγουσα την 26-11-2018, ενώ η αμοιβή του καθορίστηκε για τον πρώτο χρόνο σε 220.000 ευρώ ετησίως, ποσό το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν με απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας κατά ποσοστό 5% τουλάχιστον. Περαιτέρω, με το άρθρο 5 συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση μπορούσε να λυθεί πριν από την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας της, αφενός για σπουδαίο λόγο ή σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, μετά από έγγραφη καταγγελία του ανυπαίτιου συμβαλλόμενου μέρους, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχονται με την περιέλευσή της στο υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος (άρθρο 5 παρ. 1), αφετέρου χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, με έγγραφη καταγγελία του συμβαλλόμενου μέρους που επιθυμεί τη λύση της προς το άλλο μέρος, τα αποτελέσματα δε αυτής θα επέρχονται τρεις μήνες μετά την περιέλευσή της σχετικής δήλωσης στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ενώ αν στην περίπτωση αυτή ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας η εταιρία θα όφειλε προς τον ενάγοντα αποζημίωση ανάλογα με το χρόνο κατά τον οποίο θα λάμβανε χώρα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο ανωτέρω συμφωνητικό.
Ειδικότερα, εάν η καταγγελία πραγματοποιηθεί μεταξύ του τρίτου και του έκτου έτους από την υπογραφή της σύμβασης, η αποζημίωση θα ανερχόταν στο 50% των συνολικών αποδοχών που ο ενάγων θα ελάμβανε μέχρι τη λήξη της, υπολογιζόμενων με βάση τις ελάχιστες προβλεπόμενες παραπάνω ετήσιες αναπροσαρμογές. Στη συνέχεια, κατά τη συγκρότηση της έκτακτης μετ' αναβολή Γενικής Συνέλευσης της 29-3-2011, ο ενάγων εξελέγη εκ νέου στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, όμως με το υπ' αριθμ. 1431/29-3-2011 πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου εξελέγη ως απλό μέλος αυτού, πρόεδρος δε και Διευθύνων Σύμβουλος εξελέγη ο Π.
Π., ενώ με το ανωτέρω πρακτικό αποφασίστηκε η ανάκληση κάθε προηγούμενου πρακτικού περί εκπροσώπησης της εταιρίας και η εκχώρηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων με την κατανομή εκ νέου αρμοδιοτήτων και εξουσιών. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι από την 30-5-2011 ανακλήθηκε η ιδιότητα του ενάγοντος ως Διευθύνοντος Συμβούλου και Αντιπροέδρου της εναγομένης και συνεπώς έπαυσε η διοικητική και διαχειριστική του εξουσία.
Ακολούθως, κατόπιν απόφασης που λήφθηκε από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης δυνάμει του υπ' αριθμ. 1442/6-7-2011 πρακτικού συνεδρίασης αυτού, κατά την οποία ο ενάγων δεν παραβρέθηκε, επιδόθηκε στον τελευταίο, την 7-7-2011, η από 6-7-2011 εξώδικη καταγγελία-πρόσκληση της εναγομένης, με την οποία αυτή κατήγγειλε την από 1-12-2006 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών του ενάγοντος και τον καλούσε εντός μίας ημέρας από τη λήψη της να εκκενώσει το γραφείο και να παραδώσει όλα τα αντικείμενα που η εταιρία του παρείχε, χωρίς όμως να του καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση.
Η ανωτέρω καταγγελία έλαβε χώρα λόγω μη εκλογής του ενάγοντος στη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου με αποτέλεσμα να παύσει η διοίκηση του στους τομείς που του ανατέθηκαν με την ανωτέρω σύμβαση, η οποία προϋπέθετε, ως υποκείμενη σχέση την ιδιότητα του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω καταγγελίας.
Στην άνω ενέργεια της εναγομένης, απάντησε ο ενάγων με την επίδοση της από 18-7-2011 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησής του, δηλώνοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη λόγω έλλειψης σπουδαίου λόγου και την κάλεσε να αποκαταστήσει την ομαλή λειτουργία της σχέσης τους, ενώ με την από 27-9-2011 νέα εξώδικο την κάλεσε να του καταβάλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5.2.β.
ΙΙ αποζημίωση, ακολούθως δε και λόγω μη συμμόρφωσης εκείνης, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή αιτούμενος όσα σε οικεία θέση της παρούσας αναφέρονται. Πλην, από το συνδυασμό των όσων ανωτέρω έγιναν δεκτά, καθίσταται σαφές, ότι η πιο πάνω σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, καταρτίσθηκε, σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρεχόταν στους ανωτέρω συμβληθέντες από τον όρο (6) του υπογραφέντος, την 14-4-2006, συμφώνου μετόχων, αμέσως μετά την εκλογή του ενάγοντος ως Διευθύνοντος Συμβούλου ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και είχε ως αντικείμενο την ανάθεση στον ενάγοντα δραστηριοτήτων που από τη φύση τους αποτελούν δραστηριότητες διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρίας. Συνίστανται δε αυτές στον έλεγχο και την εποπτεία των βασικών εταιρικών διευθύνσεων (εποπτεία και επίβλεψη της σωστής τήρησης των οικονομικών και φορολογικών στοιχείων της εταιρίας) και της διεύθυνσης παραγωγής (επίβλεψη της σωστής λειτουργίας του εργοστασίου και της παραγωγικής διαδικασίας) λόγω της εμπειρίας και της γνώσης των προπεριγραφομένων αντικειμένων, εξαιτίας της πολυετούς ενασχόλησης του στην εταιρία και δεν αποτύπωνε ούτε ρύθμιζε αρμοδιότητες και καθήκοντα άλλα, πέραν της οργανικής εξουσίας του ενάγοντος ως υποκατάστατου οργάνου αυτής (εταιρίας).
Συνεπώς, όπως σαφώς προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της σύμβασης, οι αρμοδιότητες αυτές ήταν άμεσα συνυφασμένες με τους ανωτέρω τομείς και δεν αποτελούσαν επιπλέον και ανεξάρτητες της θέσεως του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, υπηρεσίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Στην κρίση του αυτή ενισχύεται το Δικαστήριο και από το γεγονός ότι όπως αποδείχθηκε τις παραπάνω δραστηριότητες ασκούσε με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να υπόκειται σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη εταιρία ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής υπηρεσιών, αναπλήρωνε τον Πρόεδρο αυτής σε όλα τα καθήκοντα και γενικά ασκούσε τα καθήκοντα του μέσα στα εκάστοτε όρια του νόμου και του καταστατικού της εταιρίας και με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο καταστατικό και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, αφού λόγω της παραπάνω ιδιότητας του ασκούσε εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη, υποβαλλόμενος ως όργανο της εταιρίας στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό της συμβούλιο.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι παράλληλα με τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου εκτελούσε ουσιαστικά και καθήκοντα γενικού διευθυντή της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε, αφού ούτε ο μάρτυρας απόδειξη κατέθεσε σαφώς επ' αυτού του θέματος, ούτε προέκυψε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, αντιθέτως από την αναδιοργάνωση της εταιρίας στους ανωτέρω τέσσερις τομείς διεύθυνσης, προκύπτει εμμέσως ότι η θέση του γενικού διευθυντή, η οποία βέβαια προβλέπεται στο καταστατικό της εταιρίας, καταργήθηκε σιωπηρώς.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξακολουθούσε να προσφέρει καθημερινώς και ανελλιπώς τις ανωτέρω περιγραφόμενες δραστηριότητες και υπηρεσίες και κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων περίπου μηνών που μεσολάβησαν από την εκλογή του ως απλού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και την ανάκληση της ιδιότητας του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, δηλαδή μετά την 29-3-2011 μέχρι και την 7-7-2011, οπότε και του κοινοποιήθηκε η ανωτέρω καταγγελία.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δωδεκαετής, ήτοι διπλάσια από τη θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου (αν και στην από 14-4-2006 εξωεταιρική συμφωνία όλων των μετόχων συμφωνήθηκε η διάρκεια της να είναι ίση προς τη θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου), δεν αποτελεί στοιχείο που καθιστά τη σύμβαση ανεξάρτητη και αποσυνδεόμενη από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, διότι, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά και όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα του, ο ουσιαστικός σκοπός της σύμβασης αυτής ήταν να διασφαλιστεί ο ενάγων, προκειμένου να επανέλθει στην εταιρία και να προσφέρει τις γνώσεις, την εμπειρία του, τις διοικητικές και οργανωτικές του ικανότητες για τη βελτίωση της οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης της, με την ιδιότητα όμως του Διευθύνοντος Συμβούλου, την οποία θα διατηρούσε αφενός με τη δωδεκαετή διάρκεια της σύμβασης (ήτοι εξασφαλίζοντας συνεχόμενη εκλογή του στο Δ.Σ.
της εταιρίας και ειδικότερα στη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου) και αφετέρου με τις ως άνω διατάξεις περί αποζημίωσης του σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης από την εναγομένη, όπως αυτές διαμορφώνονται με βάση το συνολικό χρόνο ισχύος της σύμβασης του, δεδομένου ότι αυτές, δρουν αποτρεπτικά για την καταγγελία αυτής, αφού ο μέσος συνετός επιχειρηματίας, αναλογιζόμενος ότι θα όφειλε αποζημίωση ανερχόμενη έως και το 75% του συνόλου των αποδοχών του αντισυμβαλλομένου του για δώδεκα έτη, στην προκειμένη δε περίπτωση, το ποσό των 1.091,308,55 ευρώ, που ζητεί ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, θα ήταν ιδιαίτερα διστακτικός να προβεί σε ανάκληση του συγκεκριμένου προσώπου από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και ιδίως από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου.
Οι ανωτέρω όμως διατάξεις της σύμβασης, που προβλέπουν αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης λύσης αυτής, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο περιορισμό της προβλεπόμενης από το άρθρο 19 του Ν. 2190/1920, δυνατότητας ανάκλησης από τη Γενική Συνέλευση, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ωστόσο, ενόψει του άρθρου 33 του Ν. 2190/1920, που ορίζει ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρίας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, το δικαίωμα της γενικής συνέλευσης να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς, είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως, είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών σε περίπτωση άσκησης του, και αν ακόμη έχουν συμφωνηθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση του άρθρου 5 παρ. 2 περ.
ιι της σύμβασης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η εναγομένη ορθώς κατήγγειλε τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών του ενάγοντος, μετά την ανάκληση της ιδιότητας του ως Διευθύνοντος Συμβούλου χωρίς την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 2 της καταγγελθείσας σύμβασης, καθόσον σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη, η ανάκληση αυτή, πράγματι συνεπάγεται πάντοτε και τη λήξη της υποκείμενης σχέσης, ακόμη και αν έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η ανώνυμη εταιρία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας αυτής.
Ενώ σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω σύμβαση, ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ούτε και αυτό της αποζημίωσης με το ανωτέρω περιεχόμενο.
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε όμοια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ' αυτές πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα...". Με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα ότι η επίδικη από 1-12-2006 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων μερών είχε το χαρακτήρα σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών από τον αναιρεσείοντα προς την αναιρεσίβλητη εταιρία, με αντικείμενο, την ανάθεση περιγραφομένων δραστηριοτήτων που από τη φύση τους αποτελούν δραστηριότητες διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης εταιρίας, ότι την 29-3-2011 ο αναιρεσείων εξελέγη από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και από 30-5-2011 έπαυσε η διοικητική και διαχειριστική του εξουσία και ακόμη ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων παράλληλα με τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου εκτελούσε ουσιαστικά και καθήκοντα γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης, ακόμα δε ότι η επίδικη καταγγελία της ως άνω σύμβασης έλαβε χώρα λόγω μη εκλογής του αναιρεσείοντος στη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, η οποία σύμβαση προϋπέθετε ως υποκείμενη σχέση την ιδιότητα αυτή, δεν παραβίασε, το Εφετείο, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 22 παρ.3 και 24 παρ.3 του ν.2190/2020, δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το υπαγωγικό σφάλμα της μη ορθής εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις πραγματικές παραδοχές του, αρνήθηκε την ύπαρξη ειδικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, επιτρεπτής κατ' άρθρ. 24 παρ.3 ν.2190/1920 και άλλης από την οργανική υποκατάσταση στη διοίκηση της εταιρίας, που προβλέπεται από το άρθρο 22 παρ.3 του ν.2190/1920, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθ.20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενος, ειδικότερα, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε αναγνωστικό λάθος της από 1-12-2006 σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με το να δεχθεί ότι "όπως σαφώς προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της σύμβασης, οι αρμοδιότητες αυτές ήταν άμεσα συνυφασμένες με τους ανωτέρω τομείς και δεν αποτελούσαν επιπλέον και ανεξάρτητες της θέσεως του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, υπηρεσίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων...".
Ότι ένεκα του διαγνωστικού αυτού σφάλματος η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ανύπαρκτη την πιο πάνω σύμβαση και αποφάνθηκε ότι είναι ουσία αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 1-12-2006 σύμβασης, που παρατίθεται και στο αναιρετήριο και από τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το αντικείμενο της σύμβασης, δηλαδή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών σε σχέση με την οργάνωση, διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρίας, όπως αυτές αναλύονται και εξειδικεύονται στο άρθρο 2, το περιεχόμενο δε του άρθρου αυτού παρατίθεται στην απόφαση του Εφετείου.
Συνεπώς, δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που ο ενάγων θεωρεί ορθό και ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. IV. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).
Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικουρικό των δύο πρώτων λόγων αυτής, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου δικονομικό σφάλμα από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Διατείνεται, συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμό 132123/8-2-2017, 132124/8-2-2017, 132125/8-2-2017, 132126/9-2-2017 και 132127/9-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του, ενώπιον της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Χρουσαλά - Μπιλίση, που είχε νομότυπα προσκομίσει με επίκληση και των οποίων εκτίμηση θα διαμόρφωνε διαφορετικά το αποδεικτικό πόρισμα, υπέρ της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του.
Ο παρών αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος διότι, εκτός του ότι στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος μνημονεύονται ρητά, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, από το σύνολο των προεκτεθέντων ουσιαστικών παραδοχών της ίδιας απόφασης, καθώς και από την ειδικότερη παραδοχή της ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι παράλληλα με τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου εκτελούσε ουσιαστικά και καθήκοντα γενικού διευθυντή της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ούτε προέκυψε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολλ.Δ, ο αναιρεσείων μέμφεται την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης, επικαλούμενος ανεπάρκεια και αντίφαση αιτιολογιών, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα σχετικά με τις αρμοδιότητες που ανατέθηκαν σε αυτόν, με την από 1-12-2006 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Ο παρών λόγος αναίρεσης τυγχάνει πρωτίστως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει και δη ενάριθμα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΑΠ 89/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 530/2008). Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα βασισμένο σε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα ότι το αντικείμενο των αρμοδιοτήτων του αναιρεσείοντος ήταν άμεσα συνυφασμένο με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης εταιρίας και ότι η απώλεια της ιδιότητας αυτής απετέλεσε τον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Με τον παρόντα δε αναιρετικό λόγο και με τις ειδικότερες, επιγραμματικές, αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τις επιμέρους παραδοχές του, ενώ παραλείπει να εκτιμήσει το αποδεικτικό υλικό του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος επιχειρεί, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, να πλήξει την ανέλεγκτη πραγματική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2019 αίτηση του Δ. - Θ. Σ., για αναίρεση της με αριθμό 2845/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ