Legislator Case Law & Legislation
1810/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction, citing lack of procedural nullity and insufficient reasoning.

Case Number 1810/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for professional fraud and ordered him to pay court costs. The appellant argued for absolute nullity due to the civil plaintiff's absence and misinterpretation of procedural rules, but the court found no absolute nullity occurred. The court rejected these claims because the civil plaintiff appeared and the trial proceeded without absolute invalidity, while other arguments lacked specific reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386(1) of the Penal Code; Article 510(1)(a) and (e) of the Criminal Procedure Code: The absence of the civil plaintiff does not constitute absolute nullity if they appeared in the trial, and appeals lacking specific reasoning regarding the substantive court's unfettered discretion are inadmissible.

Keywords

AI generated
professional fraud conviction absolute nullity procedural civil plaintiff absence appeal admissibility court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Article 386(1) of the Penal Code
Article 510(1)(a) and (e) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
Article 473(3) of the Criminal Procedure Code
Article 509(2) of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 3838/2016 of the Athens Court of Assizes
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1810 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1810/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.3067/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Γ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28-2-2018 αίτησή του αναίρεσης, καθώς και στους από 4-5-2018 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 558/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ'αριθμ. 22/28.2.2018 αίτηση του Δ. Ν. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3067/ 2017 αποφάσεως του Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (η οποία κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 21.2.2018), και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής με χρονολογία 4.5.2018 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 509 παρ 2 ΚΠΔ), πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση πραγματικών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους", β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων του παρελθόντος ή του παρόντος σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Νόμου 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει: α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73. 000 ευρώ.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Νόμου 4055/2012 του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ' άρθρο 113 αυτού, από 2-4-2012, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α και β της παρ. 3 του άρθρου 386 του Π.Κ. ποσό ανήλθε σ' αυτό των 30.000 ευρώ και 120.000 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ.

στ του Π.Κ., "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.

Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) στην φύση εγκλήματος που τελείται κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 του Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις (Α.Π. 388/2016, 291/2016, Α.Π. 619/2014, Α.Π. 602/2014), ενώ και χωρίς επανειλημμένη τέλεση συντρέχει κατ' επάγγελμα τέλεση, όταν διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή την επί της ένοχης δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της αξιόποινης πράξεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.

Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών, με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 241/2015, ΑΠ. 278/2014).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ. ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ' αριθμ. 3067/2017 προσβαλλομένης αποφάσεώς του, μετά την παράθεση των προαναφερομένων νομικών σκέψεων και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, δηλαδή την απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ, όπως αυτή κατά τα περιστατικά που τη συνθέτουν, περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής.

Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Περί το μήνα Μάϊο του έτους 2005, άτομο, το οποίο δήλωσε πως ονομάζεται Δ. - Δ. Ν., επικοινώνησε, τηλεφωνικά, με το κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Γ. στην ... επί της οδού ..., και εξέφρασε την επιθυμία του να παραγγείλει προς αγορά ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συναφή ηλεκτρονικά μηχανήματα για τις επιχειρήσεις του.

Ο Δ. Γ. απέστειλε τον υπάλληλό του Φ. Η. στην εταιρεία με την επωνυμία "...Σ" που είχε την έδρα της στην οδό ... προκειμένου να συζητήσει με τον κατηγορούμενο, ο οποίος εμφανίστηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής τις λεπτομέρειες για τη συνεργασία τους. Ο κατηγορούμενος ο οποίος δήλωσε και πάλι ότι ονομάζεται Δ.-Δ.

Ν., εξέθεσε στον υπάλληλο του πολιτικώς ενάγοντος Η. Φ. ότι ήταν φορέας μεγάλου ομίλου εταιρειών με σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα και οικονομική επιφάνεια και μεγάλο κύκλο εργασιών, αναφέροντας χαρακτηριστικά ως εταιρείες "... ΕΠΕ" και "... ΕΠΕ - ...". Μεταξύ κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγοντος αναπτύχθηκε επαγγελματική συνεργασία, η οποία, αρχικά, δεν είχε προβλήματα.

Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εμφανιζόταν ως Δ. - Δ. Ν., στις 10 Μαΐου 2005, αγόρασε για την εταιρεία, δήθεν του Ομίλου του, με την επωνυμία "... ΕΠΕ" ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλεοράσεις, από την εταιρεία του πολιτικώς ενάγοντος συνολικής αξίας 14.744,14 Ευρώ. Στις 27-10-2007, ο ίδιος αγόρασε και πάλι από την εταιρεία του τελευταίου, συναφή εμπορεύματα, συνολικής αξίας 15.707,41 Ευρώ.

Προς εξόφληση των εμπορευμάτων αυτών, ο κατηγορούμενος εξέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές, ήτοι α) την υπ' αριθ. ...99-1 της ... με ημερομηνία έκδοσης 29-12-2005, έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "...", και με διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" ποσού 14.650,00 Ευρώ σε χρέωση του υπ' αριθ. ...554 λογαριασμού της παραπάνω εταιρείας και β) την υπ' αριθ. ...049-7 επιταγή της Τράπεζας "..." με ημερομηνία έκδοσης 30-3-2006, έκδοσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...Ε.Π.Ε." ποσού 16.330,00 Ευρώ σε χρέωση του υπ' αριθ. ...390 λογαριασμού της παραπάνω εταιρείας.

Οι επιταγές, όπως αυτές δεν πληρώθηκαν όταν εμφανίστηκαν στις πληρώτριες Τράπεζες, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Κατόπιν τούτων ο πολιτικώς ενάγων, προσπάθησε να επικοινωνήσει με το άτομο που είχε δηλώσει τα στοιχεία Δ.-Δ. Ν., χωρίς αυτό να καταστεί δυνατόν. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας "..." ιδιοκτησίας δήθεν του παραπάνω ατόμου, και με έκπληξή του διαπίστωσε ότι επί της οδού ...

δεν υπήρχαν τέτοια εταιρεία ή γραφεία της. Στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων, στο πλαίσιο της διενεργούμενης κύριας ανάκρισης, ανεγνώρισε ότι το άτομο το οποίο εμφανιζόταν ως Δ.-Δ. Ν., είναι ο κατηγορούμενος Δ. Ν. του Γ. και Ζ., ο οποίος του παρέστησε ψευδώς ότι είναι εύρωστος οικονομικά επιχειρηματίας, με μεγάλο κύκλο εργασιών και σημαντική οικονομική επιφάνεια, για να τον πείσει να προβεί στην εκτέλεση των προπεριγραφεισών παραγγελιών και να του παραδώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας 30.980 Ευρώ με πίστωση, λαμβάνοντας για την εξόφληση αυτών τις προαναφερόμενες δύο ακάλυπτες επιταγές.

Την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθώς από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, ήτοι τη χρησιμοποίηση χώρων γραφείων που εμφάνιζε ως έδρα των επιχειρήσεών του και την έκδοση επιταγών ως εκπρόσωπος εταιρειών, προκύπτει σκοπός του για επανειλημμένη τέλεση της πράξης, και πορισμό εισοδήματος από αυτήν.

Να ενημερωθεί ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..." και με διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", η οποία φέρεται ότι εξέδωσε την πρώτη επιταγή Γ. Ν., δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο ούτε είχε οποιαδήποτε συνεργασία μαζί του. Περαιτέρω αναφορικά με τον φερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "...Σ" με το διακριτικό τίτλο "...

ΕΠΕ" Γεώργιο Κουκούλογλου αποδείχθηκε ότι τον πλησίασε ο κατηγορούμενος ο οποίος εκμεταλλευόμενος την εξάρτησή του από ναρκωτικές ουσίες δέχθηκε να οριστεί έναντι μικρής αμοιβής, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της παραπάνω εταιρείας. Αποδείχθηκε, επομένως, ότι από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 Ευρώ, και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ορίζεται στο διατακτικό".

Μετά ταύτα το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στο ... τον Οκτώβριο του έτους 2005, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος ή η συνολικά προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι είναι εύρωστος οικονομικά επιχειρηματίας και παρήγγειλε από αυτόν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οθόνες και άλλα εμπορεύματα, πείθοντας αυτόν να προβεί στην εκτέλεση της παραγγελίας και να τους παραδώσει τα εμπορεύματα αυτά, δια δε την πληρωμή αυτών εξέδωσε:

α) την με αριθμό ...99-1 επιταγή της τράπεζας Εθνική, με ημερομηνία έκδοσης 29-12-2005, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", ποσού 14.650,00 ευρώ, σε χρέωση του με αριθμό ...554 λογαριασμού της παραπάνω εταιρείας και β) την με αριθμό ...049-7 επιταγή της τράπεζας ..., με ημερομηνία έκδοσης 30-03-2006, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "...Σ" και, με διακριτικό τίτλο "...Ε.Π.Ε.", ποσού 16.330,00 ευρώ, σε χρέωση του με αριθμό 0...390 1 λογαριασμού της παραπάνω εταιρείας, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων.

Την πράξη αυτή τέλεσε ο κατηγορούμενος ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, ήτοι την χρησιμοποίηση χώρων γραφείων που εμφάνισε ως έδρα των επιχειρήσεων του και την έκδοση επιταγών ως εκπρόσωπος εταιρειών, προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του".

Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την απαιτουμένη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,13 περ.

στ, 14, 16, 18, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1, 51, 53, 60, 63, 79 και 386 παρ. 1 και 3 περ. α του Π Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: Διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις και αναφέρεται ότι, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο αναιρεσείων παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στον υπάλληλο του εγκαλούντος ότι ήταν εύρωστος επιχειρηματίας με σημαντική οικονομική επιφάνεια.

Προσδιορίζεται δε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος - ζημιωθέντος, που συμπίπτει στο πρόσωπο του εγκαλούντος εν προκειμένω και είναι αδιάφορο το ότι οι ψευδείς παραστάσεις επανελήφθησαν και προς τον υπάλληλο του εγκαλούντος. Ότι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις έπεισε τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος παραπλανήθηκε αναφορικώς προς την - δήθεν - ανθηρή και φερέγγυα οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, και του παρέδωσε τα αναφερόμενα εμπορεύματα (ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τηλεοράσεις), η αξία των οποίων υπερέβαινε συνολικώς το ποσό των 30.000 ευρώ (30.980), για την εξόφληση των οποίων ο κατηγορούμενος αναιρεσείων εξέδωσε στις 29.12.2005 και 30.3.2006 αντίστοιχα, τις δύο αναφερόμενες επιταγές ποσών 14.650 και 16.330 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρύσματος, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο πολιτικώς ενάγων κατά τα ανωτέρω ποσά.

Αιτιολογείται, ακόμη, επαρκώς η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πιο πάνω πράξεως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτή πλέον του ότι τελέσθηκε εκ μέρους του κατ' επανάληψη και αυτός είχε διαμορφώσει και υποδομή (με τη χρησιμοποίηση χώρων γραφείων που τα εμφάνιζε ως έδρα της επιχειρήσεώς του και με την έκδοση επιταγών ως εκπρόσωπος εταιριών), δρώντας με ετοιμότητα και στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό την επανειλημμένη τέλεσή της, αναφέρεται δε και ο σκοπός πορισμού εισοδήματος καθώς και ότι το συνολικό όφελος, που πέτυχε ο αναιρεσείων και, αντιστοίχως, ζημιώθηκε ο παθών, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Καθώς και ότι είχε σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Εξ άλλου, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το ότι, ως ο αναιρεσείων επισημαίνει, στη σελίδα 10 α της

προσβαλλομένης αποφάσεως αναγράφεται ότι ο εγκαλών παρέδωσε στον

κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα εμπορεύματα συνολικής αξίας 30.980 ευρώ, ενώ στη σελίδα 10 της αποφάσεως αναφέρεται ότι η αξία των εμπορευμάτων αυτών ήταν 14.744,14 ευρώ και 15.707,41 ευρώ (30.451,55 ευρώ), καθ' όσον δεν μεταβάλλεται ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξης, η διαφορά δε αυτή παρεισέφρυσε εκ παραδρομής.

Επομένως, οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, λόγοι της αναιρέσεως και του δικογράφου προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α του ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ.

Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Στο άνω άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου, ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση ... εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως.

Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Η παραγραφή της αξιώσεως της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο, αν παρίσταται, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως, αν ήταν απών στον πρώτο βαθμό, πρέπει να προβάλλεται με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της ερήμην καταδικαστικής απόφασης.

Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενέργειας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υποχρέου.

Εφ' όσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής, και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση των αξιώσεών της.

Η ένσταση αυτή, εφ' όσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ) πρέπει να προβάλλεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο Εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως (Α.Π. 810/14).

Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι παρά το νόμο παρέστη ως πολιτικώς ενάγων στη δευτεροβάθμια δίκη ο εγκαλών λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού, διότι δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στην πρωτόδικη δίκη μετά πενταετία, οπότε και είχε παραγραφεί η σχετική αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικώς να παραστεί στην ποινική διαδικασία και για υπέρβαση εξουσίας από τη μη αποβολή της πολιτικής αγωγής, εκ του ως άνω λόγου παραγραφής.

Όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 3838/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, είχε εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου ο εγκαλών Δ. Γ. και δήλωσε, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ με επιφύλαξη, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο.

Κατά της παραστάσεως αυτής ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον δια πληρεξουσίου παραστάντα κατηγορούμενο. Με την παραπάνω απόφαση, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, έγινε δεκτό το αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να πληρώσει το ποσό των 44 ευρώ στον άνω πολιτικώς ενάγοντα.

Στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της ως άνω αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, εμφανίσθηκε ο άνω εγκαλών και επανέλαβε τη δήλωση ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, για το ίδιο ως και πρωτοδίκως ποσό, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου, ενώ από την πλευρά του τελευταίου, παραστάντος δια πληρεξουσίου, ουδεμία προβλήθηκε αντίρρηση για την παράσταση της πολιτικής αγωγής.

Κατόπιν, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα επεδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, δεν παρέστη παρά το νόμο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ο πολιτικώς ενάγων, ούτε εκ της παραστάσεώς του δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα και οι - κατ' εκτίμηση αυτού - από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και Ε' του ΚΠοινΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη αποβολή της πολιτικής αγωγής και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 63 ΚΠΔ είναι αβάσιμοι.

Οι αναφερόμενες στην έκθεση αναιρέσεως και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, απαραδέκτως προβάλλονται, γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και οι, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3067/2017 αποφάσεως του Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 22/28.2.2018 αίτηση του Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο από 4.5.2018 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3067/2017 αποφάσεως του Δ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ