Legislator Case Law & Legislation
1810/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract form and statute of limitations grounds due to employer's absence.

Case Number 1810/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the regional court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the contract required written form and the lawsuit was time-barred, but the lower court correctly identified the relationship as a work contract rather than an employment one. The court ruled that the appellant's failure to appear at the hearing constituted default, validating the lower court's findings on contract validity and procedural timelines.

Legislator headnote

AI generated

Articles 158 of the Civil Code and 226 of the Code of Civil Procedure; Contracts with public entities do not require written form if they are work contracts, and default judgments stand when the opposing party fails to appear after proper summons.

Keywords

AI generated
contract form requirement work contract classification statute of limitations default judgment public entity liability civil procedure appeal employer default

Cited Legislation

AI generated
Article 158 of the Civil Code
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 3198/1955
Article 672 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1810 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1810/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Τουρισμού Πολιτισμού Λάρισας" (ΔΕΤΠΟΛ), που έδρευε στη Λάρισα και εκπροσωπείτο νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 671/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ. 2243/29-5-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Γ. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Δήμος Λαρισαίων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση από 31-10-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 671/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε αρμοδίως η 19-11-2013, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς αυτόν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο.

Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (1-4-2014). Όπως προκύπτει δε από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του για την μετ' αναβολή δικάσιμο (1-4-2014), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέσει κλητεύσεώς του και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ.

α' και γ' ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/ 1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος, ο οποίος παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της συμβάσεως - υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίνοντας δεσμευτικές οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της, και να καθορίζει αυτός τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, άσχετα αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας, αντιστοίχως, ελεύθερης υπηρεσιακής δράσεως, απαλλαγμένης από τον έλεγχο του τελευταίου.

Έτσι, ενόψει του ότι σε κάθε περίπτωση παροχής υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, στο βαθμό που η δέσμευση και εξάρτηση υπάρχουν σε όλες τις περιπτώσεις που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με κάθε ενοχική σύμβαση, εκείνο που χαρακτηρίζει την εξαρτημένη εργασία, η οποία ρυθμίζεται από το εργατικό δίκαιο, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο της δέσμευσης και μιας οποιασδήποτε εξάρτησης, αλλά είναι η ιδιαίτερη εκείνη ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης, η οποία έχει, για εκείνον που υποβάλλεται σ' αυτή, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του και δικαιολογούν την ειδική προστασία του κατά την εργατική νομοθεσία.

Εξάλλου, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την, κατ' άρθρα 681 επ. ΑΚ, σύμβαση μισθώσεως έργου, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το αποτέλεσμα που επέρχεται κατά το χρόνο αυτό, ενώ η σύμβαση μισθώσεως έργου αποσκοπεί στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος, μετά την πραγμάτωση του οποίου επέρχεται αυτόματα η λύση της συμβατικής σχέσης, αδιάφορα από το χρόνο που θα χρειασθεί.

Επομένως, ενώ στη σύμβαση εργασίας αντικείμενο της σύμβασης είναι η παροχή ορισμένης εργασίας, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε αποτέλεσμα, στη σύμβαση έργου, αντικείμενο είναι το αποτέλεσμα της εργασίας, δηλαδή το έργο που συμφωνήθηκε, με την παράδοση του οποίου από τον εργολάβο οφείλεται και η συμφωνημένη αμοιβή, ανεξάρτητα από αυτή την ίδια την εργασία.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή έργου, γίνεται, σε κάθε περίπτωση, από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η συγκεκριμένη σχέση, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται αν, ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, αυτό δεν εφαρμόσει τον εφαρμοστέο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν τον εφαρμόσει, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόσει τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου εσφαλμένα, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην ένδικη διαφορά το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 5887/21-2-2000 ανακοίνωση του εναγόμενου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Τουρισμού - Πολιτισμού Λάρισας (Δ.Ε.Τ.ΠΟ.Λ.)", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσείων Δήμος Λαρισαίων (Ο.Τ.Α.), ανακοινώθηκε στον τοπικό τύπο ότι το εναγόμενο επιθυμεί να προσλάβει Υπεύθυνο για το Δημοτικό Ραδιόφωνο Λάρισας και ότι η συνεργασία αφορά σύμβαση έργου για ένα εξάμηνο.

Μεταξύ των ενδιαφερομένων ήταν και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δημοσιογράφος, ο οποίος υπέβαλε σχετική αίτηση μετά των δικαιολογητικών. Το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υπ' αριθμ. 28/17-5-2000 ομόφωνη απόφασή του ανέθεσε στον ενάγοντα, ως δημοσιογράφο, την Διεύθυνση του Δημοτικού Ραδιοφώνου Λάρισας για επτά (7) μήνες.

Ειδικότερα - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - στον ενάγοντα ανατέθηκε το έργο της εκπόνησης των επί μέρους δραστηριοτήτων, στα πλαίσια της παρακολούθησης της προόδου του έργου των δημοσιογράφων, ως διευθυντή του Δημοτικού Ραδιοφώνου Λάρισας, το οποίο λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως. Ως αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε το ποσό των 400.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 2.800.000 (400.000 Χ 7 μήνες) δραχμών.

Ο ενάγων αυθημερόν αποδέχθηκε τους προταθέντες όρους και εις εκτέλεση της συμφωνίας αυτής προσέφερε το ανατεθέν σ' αυτόν έργο επί ένα μήνα (καθόσον στις 15-6-2000 το εναγόμενο κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση), χωρίς να έχει υποχρέωση να τηρεί προκαθορισμένο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας και δεν ελεγχόταν από το εναγόμενο ως προς την τήρηση του ωραρίου, ούτε ως προς την προσέλευση ή μη στον εν λόγω ραδιοφωνικό σταθμό, του οποίου ο ενάγων είχε την εποπτεία και ήταν υπεύθυνος για τον συντονισμό του σταθμού, συνεργαζόμενος με τους δημοσιογράφους, καθόσον είχε ειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις στον τομέα αυτό, εκτελώντας όλες τις επί μέρους εργασίες, που περιελάμβανε το ως άνω έργο που του ανατέθηκε, σύμφωνα με τις γνώσεις του αυτές, χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία εκ μέρους των εξουσιοδοτημένων οργάνων του εναγομένου ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης του έργου και χωρίς το τελευταίο να παρέχει σ' αυτόν δεσμευτικές εντολές και οδηγίες κατά την εκτέλεση του έργου, η υποχρέωση δε του ενάγοντος να ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της συμβάσεως ως τοιαύτης μισθώσεως έργου, καθόσον η ενημέρωση αυτή αφορούσε την παραγωγή του αποτελέσματος, δηλαδή την εύρυθμη λειτουργία του Ραδιοφωνικού Σταθμού Λάρισας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση μισθώσεως έργου και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως υποστηρίζει το εναγόμενο, και ότι την κρίση του αυτή ενισχύει και το γεγονός, ότι ο ενάγων δεν περιελήφθη στη μισθολογική κατάσταση των εργαζομένων στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Λάρισας, ούτε προέκυψε ότι το εναγόμενο ασφάλισε τον ενάγοντα στο ΙΚΑ, αλλά, αντιθέτως, προέκυψε ότι ο ενάγων, στις 20-6-2000, χορήγησε στο εναγόμενο την υπ' αριθμ. 21 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, από μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών αυτού, με πράξη θεώρησης 4776/1999 της Α' Δ.Ο.Υ.

Λάρισας. Έτσι επικύρωσε το Εφετείο, με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 681 επ. του ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 277 παρ. 1 και 5, 280 παρ. 1, 291 παρ. 9 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" και 51 παρ. 1 περ. ε' του Ν. 1892/1990, οι δημοτικές επιχειρήσεις, όπως ήταν και η εναγομένη, δεν υπάγονται στους φορείς του δημόσιου τομέα της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 και δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε ειδικότερα οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των οργανισμών αυτών (Ο.Τ.Α.) επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν υπό την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτών οι διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/1969 και του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974, που επιβάλλουν, προκειμένου για συμβάσεις με το Δημόσιο ή με Ν.Π.Δ.Δ., την υποβολή των συμβάσεων στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου επί ποινή ακυρότητας. Συνακόλουθα, οι συμβάσεις, που καταρτίζονται με δημοτικές επιχειρήσεις, δεν υπόκεινται σε έγγραφο τύπο, διότι εφαρμόζονται επ' αυτών οι γενικές διατάξεις του αστικού δικαίου, με βάση τις οποίες οι συμβάσεις καταρτίζονται κατά κανόνα άτυπα (άρθρο 158 ΑΚ). Επομένως, το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση έργου δεν περιεβλήθη τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, δεν καθιστά αυτήν άκυρη, ούτε την αγωγή μη νόμιμη.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να γίνει εγγράφως η επίδικη σύμβαση, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, γιατί η ένδικη αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας από την λύση της σχέσεως εργασίας, καθώς και την διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ, γιατί η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) έγινε για σπουδαίο λόγο. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέδεε τους διαδίκους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι παραπάνω φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά σύμβαση έργου.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή αυτή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του, λόγω πρόωρης καταγγελίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. (εργοδότη) της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως έργου, είναι αρκούντως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, προς θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 681, 694 και 700 του ΑΚ και συγκεκριμένα εκτίθενται στην αγωγή η καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως έργου, το συμφωνηθέν έργο, η συμφωνηθείσα αμοιβή και η καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη πριν από τη περάτωση του έργου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, γιατί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε, άλλωστε, ως ερημοδικασθείς, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2012 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Τουρισμού - Πολιτισμού Λάρισας", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 671/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ