1810/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι αναιρεσείοντες είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Γ. Λ. του Δ. και όχι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1810/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1810 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χήρας Γ. Λ., 2) Σ. Λ. του Γ., 3) Δ. Λ. του Γ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Γ. Λ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Ν., κατοίκων ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Τηλικίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι αναιρεσείοντες είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Γ. Λ. του Δ. και όχι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/7/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της ένδικης αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Κύριο πάντως χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεως της, η οποία παύει αυτοδικαίως να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συμφωνήθηκε, χωρίς να απαιτείται καταγγελία αυτής και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 1318/1998, ΕλΔνη 44, 109).
Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων και γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων κάτω από τις οποίες αυτή καταρτίστηκε και λειτούργησε και ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, χωρίς να δεσμεύεται από το νομικό χαρα-κτηρισμό, που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση (ΑΕΔ 3/2001, ΑΠ 1291/2001).
Άλλωστε ο κατά τα ως άνω ορθός νομικός χαρακτηρισμός εργασιακής σχέσης, διαφέρει της απαγορευμένης από το νόμο (άρθρο 8§3 ν. 2112/ 1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος, Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, Π.Δ. 81/2003) μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου, ενώ από την ως άνω απαγόρευση μετατροπής δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης (ΑΠ 1618/2003).
Περαιτέρω, κατά την§4 του άρθρου 2 του Π.Δ/τος 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21§2 και 29 του Ν.Δ. 102/1973 "Όλο το προσωπικό του ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ΚΤΕΛ, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα του και τις υποχρεώσεις του", κατά δε την§6 του ίδιου άρθρου: "Η απόλυση των οδηγών μπορεί να γίνει μόνο στις εξής περιπτώσεις:
α) Για τους λόγους του άρθρου 14 του παρόντος Κανονισμού, β)..., γ)..."• Εξάλλου στην§1 του άρθρου 14 του ίδιου Π. Δ/τος ορίζεται ότι "το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης του ΚΤΕΛ απολύεται από την υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους: α) εξαιτίας κατάργησης θέσεως ή υπηρεσίας του ΚΤΕΛ, β) εξαιτίας καταδίκης για κακούργημα, ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών σε βαθμό πλημμελήματος, γ)εξαιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ" αυτούς, δ)εξαιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα του, ε) εξαιτίας αδικαιολόγητης απουσίας, που παρατείνεται πέρα από πέντε (5) συνεχείς ημέρες και στ) εξαιτίας επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος.
Τέλος στην§2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι: "οι παραπάνω λόγοι απολύσεως ισχύουν και για το προσωπικό κινήσεως των λεωφορείων των ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των μονάδων εκμεταλλεύσεως (λεωφορείων) στις οποίες υπηρετεί το προσωπικό αυτό, ισχύουν δε επίσης και για τους εργαζόμενους - ιδιοκτήτες - οδηγούς των ΚΤΕΛ", στη δε παράγραφο 3(ορίζεται) ότι: "ιδιοκτήτης λεωφορείου, που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απολύσεως του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίηση του να προβεί σε καταγγελία της από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο ανωτέρω Π.Δ.
λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους συμβάσεως κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και ο εργοδότης τους. Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5§2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 14 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεων τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (Ολ.ΑΠ 15/2002).
Οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (άρθρα 4§1 και 25§1), αφού δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση που ισχύει για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (ΑΠ 428/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι επαγγελματίας οδηγός από 1-4-1975 (όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 101/1413 /17-5-2005 έγγραφο του Ταμείου ΟΑΕΕ-ΤΣΑ), προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ τους, στο ..., στις 9 Φεβρουαρίου 2003, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
λεωφορείο ιδιοκτησίας αυτού, το οποίο ήταν ενταγμένο στις Υπεραστικές γραμμές του ΚΤΕΛ Νομού Ευβοίας και έφερε στο παρμπρίζ του, τον κωδικό αριθμό "75". Ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό των 705,74 ευρώ. Με την προαναφερομένη ιδιότητα εργάσθηκε ο ενάγων στο ως άνω λεωφορείο του εναγόμενου, μέχρι την 31 Μαρτίου 2003, οπότε κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη του και δεδομένου ότι το ως άνω υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
λεωφορείο του τελευταίου επρόκειτο να αποσυρθεί (και αποσύρθηκε την 3-4-2003) από την κυκλοφορία, λόγω παλαιότητας (ημερομηνία εκδόσεως πρώτης άδειας 20-1-1978) και να αντικατασταθεί με νέο, από 1-4-2003 άρχισε ο ενάγων να εργάζεται ως οδηγός στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... λεωφορείο, ιδιοκτησίας του υιού του εναγόμενου, Σ.
Λ. του Γ., το οποίο ήταν επίσης ενταγμένο στις γραμμές του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Νομού Ευβοίας και έφερε στο παρμπρίζ του τον κωδικό αριθμό "94" και το οποίο μέχρι τότε οδηγούσε ο ίδιος ο παραπάνω ιδιοκτήτης του, Σ. Λ., επαγγελματίας οδηγός και αυτός. Εξακολούθησε δε ο ενάγων κατ' εντολήν του εργοδότη του Γ. Λ., να εργάζεται στο παραπάνω λεωφορείο του Σ.
Λ. και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόσυρσης του παλαιού υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... λεωφορείου και την αντικατάσταση του με το νέο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΔΧΛ, που ο εναγόμενος ωστόσο είχε αγοράσει και θέσει σε κυκλοφορία (ημερομηνία εκδόσεως της σχετικής άδειας η 16-4-2003) και είχε εντάξει στις γραμμές του ΚΤΕΛ Νομού Ευβοίας, με τον ίδιο κωδικό αριθμό "75", που έφερε και το ως άνω παλαιό λεωφορείο.
Το νέο δε αυτό λεωφορείο του εναγόμενου άρχισε να οδηγεί ο γυιός του Σ. Λ., κατ' εντολή του ιδιοκτήτη - πατέρα του, ο οποίος προτιμούσε να οδηγεί το καινούργιο αυτό λεωφορείο του, ο γυιός του, που όπως ήταν λογικά αναμενόμενο, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα επιδείκνυε μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την οδήγηση της πατρικής ιδιοκτησίας, από εκείνη του απλού εργαζόμενου οδηγού, όπως ήταν ο ενάγων.
Η διαμορφωθείσα έτσι κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι την 13-12-2003, οπότε, ο ενάγων ανέλαβε κατ' εντολήν του εναγόμενου -εργοδότη του την οδήγηση του ως άνω με τον κωδικό αριθμό "75" νέου λεωφορείου αυτού, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι και το λεωφορείο με αριθμό κυκλοφορίας ... και με κωδικό αριθμό "94", ιδιοκτησίας του υιού του εναγόμενου Σ.
Λ., την οδήγηση του οποίου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανέλαβε από 1-4-2003 ο ενάγων, αντικαταστάθηκε τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2003, λόγω παλαιότητας, με καινούργιο, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΔΧΛ, το οποίο, μετά την ένταξη του στις 18-12-2003 στις γραμμές του ΚΤΕΛ Εύβοιας, με τον ίδιο με το αντικατασταθέν λεωφορείο κωδικό αριθμό "94" προτίμησε να οδηγεί ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του, Σ.
Λ.. Η ως άνω εναλλαγή του ενάγοντος ως οδηγού στα δύο παραπάνω λεωφορεία δεν έγινε λόγω λήξεως της αρχικής συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου με τον εναγόμενο την 31-3-2003 και καταρτίσεως νέας συμβάσεως εργασίας, επίσης ορισμένου χρόνου, με το γιο του εναγόμενου, η οποία έληξε την 17-12-2003, οπότε καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας και πάλι ορισμένου χρόνου, μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε ο τελευταίος, αλλά οφειλόταν στην ανάγκη εξυπηρέτησης των ως άνω συγκεκριμένων αναγκών του εναγόμενου ως εργοδότη.
Η ανυπαρξία δε αυτοτελών διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του λεωφορείου, την οδήγηση του οποίου αναλάμβανε κάθε φορά αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι την 13-12-2003, ενώ, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμόν 12/13-12-2003 αντίγραφο του αντίστοιχου φύλλου από το ημερήσιο βιβλίο εργασίας και δρομολογίων, που τηρείται από το αρμόδιο Τμήμα Εργασίας Χαλκίδας του ΚΤΕΛ Νομού Εύβοιας, ο ενάγων φέρεται ως οδηγός στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
λεωφορείου, ιδιοκτησίας του Λ. Σ. (υιού του εναγόμενου), ο οποίος μάλιστα έχει ρεπό, την ίδια ακριβώς ημέρα (13-12-2003) όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο, με επίκληση, από τον ενάγοντα υπ' αριθμόν 185/2004 αντίγραφο κλητηρίου θεσπίσματος του Δημόσιου Κατήγορου, με το οποίο κλητεύεται αυτός ενώπιον του Πταισματοδικείου Αλιβερίου, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι "κατελήφθη την 13-12-2003 και ώρα 10,15 στην ΕΟ Ευβοίας να οδηγεί το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ΔΧΛ ΚΤΕΛ Εύβοιας, ιδιοκτησίας Λ. Γ. του Δ. ... στερούμενος βιβλιαρίου Εργασίας θεωρημένου από τον Επόπτη Εργασίας" ο ενάγων εργάστηκε ως οδηγός στο νέο λεωφορείο του εναγόμενου, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..., το οποίο στα βιβλία ημερήσιων δρομολογίων του ΚΤΕΛ εμφανίζεται την ίδια ημερομηνία (13-12-2003) να οδηγεί ο γιος του εναγόμενου, εκτελώντας τα δρομολόγια, Θεσσαλονίκη -Αρκίτσα - Χαλκίδα και Χαλκίδα -Αλιβέρι.
Ενόψει των ως άνω πραγματικών περιστατικών, το επικαλούμενο από τον εναγόμενο, από 17-12-2003 έγγραφο, το οποίο τιτλοφορούμενο ως "σύμβαση εργασίας", περιέχει τους όρους της χαρακτηριζόμενης από τον τελευταίο "τρίτης" από τις επικαλούμενες από αυτοτελείς συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, πέραν του γεγονότος ότι από την αντιπαραβολή του προσκομιζόμενου από τον εναγόμενο αντιγράφου αυτού, το οποίο φέρει την υπογραφή και των δύο συμβαλλόμενων μερών, με το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα αντίγραφο, το οποίο φέρει μόνον την υπογραφή του ενάγοντος, δημιουργώντας έτσι αμφιβολίες ως προς το χρόνο κατάρτισης και υπογραφής αυτού, δεδομένου και του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι αυτός υπέγραψε κάτω από κενό (ασυμπλήρωτο) κείμενο και σε μεταγενέστερο χρόνο υπέγραψε ο εναγόμενος, αποτελεί μεν έγγραφο υποστατό, το οποίο κατά το άρθρο 671§1 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο που δικάζει κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έστω και αν δεν πληροί τους όρους του νόμου (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 2064/2006), πλην όμως, δεν αποτελεί ουσιώδες για τη διάγνωση της κρινόμενης υπόθεσης αποδεικτικό μέσο, αλλά συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθώς και με τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο μισθοδοτικές καταστάσεις, που αφορούν το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2003, μέχρι και Δεκέμβριο του ίδιου έτους, οι οποίες έχουν εκδοθεί από το ΚΤΕΛ Νομού Ευβοίας, το οποίο καταβάλλει στους οδηγούς των ενταγμένων σ' αυτό λεωφορείων τις μηνιαίες αποδοχές τους, με χρέωση των μετόχων, δηλαδή, των ιδιοκτητών των λεωφορείων, η οποία (χρέωση) γίνεται με βάση τον κωδικό αριθμό του κάθε λεωφορείου, το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη του και του οδηγού του, καθώς και τις εργάσιμες ημέρες απασχόλησης οδηγού και λεωφορείου, (25 ημέρες το μήνα).
Ειδικότερα, από τις ως άνω καταστάσεις αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε ως οδηγός στο υπ' αριθμόν ... λεωφορείο ιδιοκτησίας του υιού του εναγόμενου, Σ. Λ. του Γ., από 1-4-2003 μέχρι τέλος του μηνός Νοεμβρίου 2003 και για 13 ημέρες το μήνα Δεκέμβριο, ενώ για 12 ημέρες του ίδιου μήνα εργάσθηκε στο καινούργιο, με αριθμό κυκλοφορίας ...
νέο λεωφορείο του εναγόμενου, το οποίο μετά την ένταξη του στις γραμμές του ΚΤΕΛ Νομού Εύβοιας έφερε στο παρμπρίζ του τον ίδιο κωδικό αριθμό "75", που έφερε και το παλαιό υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... λεωφορείο του εναγόμενου, που είχε αποσυρθεί και αντικατασταθεί με το νέο, κατά τα προαναφερόμενα. Εάν όμως, ο ενάγων είχε πράγματι εργασθεί μέχρι την 17-12-2003 στο λεωφορείο του υιού του εναγόμενου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, τότε θα έπρεπε να αναγράφεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις ότι αυτός δικαιούται αποδοχές ως οδηγός του συγκεκριμένου λεωφορείου για δεκαέξι (16) και όχι για δεκατρείς (13) εργάσιμες ήμερες του μήνα Δεκεμβρίου 2003 και ως οδηγός του λεωφορείου του εναγόμενου για εννέα (9) και όχι για δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες.
Κατ' ακολουθία τούτων, αλλά και ενόψει του άτυπου της εργασιακής συμβάσεως, σχετικά με την ένσταση πλαστότητας του ως άνω εγγράφου, την οποία παραδεκτά πρόβαλε ο ενάγων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επίσης παραδεκτά επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος, με τις προτάσεις του (ΑΠ 2160/2007), ως αυτοτελή λόγο της κρινόμενης έφεσης του, δεν θα διαταχθούν τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΚΠολΔ, αφού όπως προαναφέρθηκε το ως στο προσβαλλόμενο έγγραφο δεν είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, ουσιώδες για την διάγνωση της υποθέσεως, αλλά λήφθηκε υπόψη κατά συνεκτίμηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1834/2007, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2064/2006, όπ.π).
Εφόσον δε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του όμοια έκρινε, ο σχετικός με το ζήτημα αυτό πέμπτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Περαιτέρω (δέχεται το εφετείο), ότι "από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων μετά την ως άνω ημερομηνία (13-12-2003) απασχολήθηκε αποκλειστικά ως οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... λεωφορείου του εναγόμενου, μέχρι την 28-2-2004, οπότε ο τελευταίος προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, στο οποίο αναγράφεται ότι πρόκειται περί "καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου", χωρίς να φέρει την υπογραφή του εργαζόμενου και χωρίς να αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε σ' αυτόν, ούτε ότι του καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω της καταγγελίας, όπως, άλλωστε, ρητά τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διαδίκους.
Από όλα όσα προαναφέρθηκαν και μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων κάτω από τις οποίες αποδείχτηκε ότι καταρτίστηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση και ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και με βάση τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε ο ενάγων στον εναγόμενο, αλλά και το είδος των καλυπτόμενων με την εργασία του αυτή εκάστοτε^ αναγκών του τελευταίου, σε συνδυασμό με τον τρόπο και τις συνθήκες λειτουργίας τόσο της επιχείρησης του ίδιου του εναγόμενου, όσο και εκείνης του υιού του, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία επιχείρηση, λόγω αφενός του ομοειδούς χαρακτήρα τους (εκμετάλλευση λεωφορείου ενταγμένου στις γραμμές του ΚΤΕΛ) και αφετέρου λόγω της στενής συγγενικής σχέσης των ιδιοκτητών τους, ως πατέρα και γιου και μάλιστα πατέρα που πάσχει από ασθένεια (Πάρκινσον) που τον υποχρεώνει στην εξ αποστάσεως εκμετάλλευση της επιχείρησης του, προκύπτει ότι η ως άνω αρχική από 9-2-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, προφορικά, είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, βεβαίως, δεν έληξε την 1-4-2003, όταν ο ενάγων άρχισε να οδηγεί το λεωφορείο του υιού του εναγόμενου, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη του, εναγόμενο, (γνήσια σύμβαση δανεισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ), καθόσον η απασχόληση αυτή του ενάγοντος ήταν ευκαιριακή και προσωρινή, όπως προκύπτει από τις συνθήκες και τις περιστάσεις που αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω, αφού οφειλόταν σε παροδική ανάγκη της επιχείρησης του εναγόμενου, δηλαδή, στην ανάγκη αντικατάστασης του παλαιού υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
και ενταγμένου στις γραμμές του ΚΤΕΛ λεωφορείου του, με το νέο ... λεωφορείο, αλλά και στην επιθυμία του (εναγόμενου) να οδηγεί το καινούργιο αυτό λεωφορείο του, ο γιος του, για τους λόγους που εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω. Ούτε άλλωστε, αποδείχτηκε ότι ήταν αναγκαία η κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του υιού του εναγόμενου, την 1-4-2003, όταν έγινε η εναλλαγή αυτών ως οδηγών στα δύο λεωφορεία, ενώ αντίθετα αποδείχτηκε ότι αυτή έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως γνήσιου δανεισμού μεταξύ των διαδίκων, η κατάρτιση της οποίας έγινε σιωπηρά, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες παραπάνω περιστάσεις χωρίς να επηρεάζεται η σύμβαση εργασίας, αφού εργοδότης, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, παρέμεινε ο εναγόμενος και κατά το διάστημα του δανεισμού.
Ομοίως, δεν αποδείχτηκε η ανάγκη καταρτίσεως νέας και μάλιστα έγγραφης, αυτή τη φορά, συμβάσεως εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, όταν μετά τους αρχικούς μήνες κυκλοφορίας του νέου λεωφορείου υπό την οδήγηση του υιού, ανέλαβε και πάλι να οδηγεί τούτο ο ενάγων, πολύ περισσότερο όταν, όπως αποδείχτηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Δ.
Λ. (υιού και αυτού του εναγόμενου) η ανάθεση και πάλι στον ενάγοντα στις 13-12-2003, της οδήγησης του λεωφορείου (...) του εναγόμενου, οφειλόταν στην ανάγκη αντικατάστασης λόγω παλαιότητας του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιοκτησίας του υιού του εναγόμενου Σ. Λ., την οδήγηση του οποίου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχε αναλάβει από 1-4-2003 ο ενάγων, με καινούργιο, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ΔΧΛ, το οποίο αφού εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΤΕΛ Εύβοιας, στις 18-12-2003 λαμβάνοντας τον ίδιο με το αντικατασταθέν λεωφορείο κωδικό αριθμό "94" προτίμησε να οδηγεί ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του, Σ. Λ.. Τέλος, δεν αποδείχτηκε, ούτε ο εναγόμενος εξέθεσε, για ποιο λόγο η τελευταία, κατά τους ισχυρισμούς του, σύμβαση εργασίας του ενάγοντος συμφωνήθηκε ως ορισμένης διάρκειας, ενόψει ακριβώς της φύσης των παρεχόμενων υπηρεσιών του τελευταίου και το είδος των καλυπτόμενων με αυτές εκάστοτε αναγκών αυτού.
Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί στο σημείο τούτο η αντίφαση μεταξύ του ως άνω ισχυρισμού του εναγόμενου περί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε την 27-2-2004, δηλαδή, με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου και του γεγονότος ότι αυτός προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, την οποία, όμως, στο σχετικό έγγραφο, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτηρίζει ως αορίστου χρόνου.
Επομένως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, ο ισχυρισμός του εναγόμενου τον οποίον παραδεκτά πρόβαλλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επίσης παραδεκτά κατ' άρθρο 527§1 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις του, επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί καταρτίσεως τριών διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από τις οποίες η μεν πρώτη και τρίτη καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, η μία προφορικά, την 9-2-2003 με συμφωνημένη διάρκεια μέχρι την 31-3-2003 και η άλλη, εγγράφως, την 17-12-2003, με συμφωνημένη διάρκεια μέχρι 27-2-2004, ενώ η δεύτερη καταρτίστηκε επίσης προφορικά μεταξύ ενάγοντος και του υιού του, Σ.
Λ., με συγκεκριμένη διάρκεια από 1-4-2003 μέχρι 17-12-2003, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Συνακόλουθα δε, εφόσον η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ως οδηγού σε λεωφορείο, ενταγμένο στις γραμμές του ΚΤΕΛ, είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, αυτός ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, αλλά και ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων απόλυσης του υπαγόταν στις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΚΤΕΛ, όπως αυτές καθορίζονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 14 του ως άνω Κανονισμού (Π.Δ/τος 229/1994), με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα των ιδιοκτητών των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των οδηγών που έχουν προσλάβει, με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5§2 του Ν. 3198/1955 και εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεχε στην περίπτωση του ενάγοντος κάποιος από τους προβλεπόμενους περιοριστικά στον ως άνω Κανονισμό, λόγους, ούτε άλλωστε ο εναγόμενος ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, η γενόμενη την 27-2-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού, ήταν άκυρη ως γενόμενη κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού του ΚΤΕΛ και ανεξάρτητα βέβαια από το γεγονός ότι αυτή ήταν άκυρη και κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης".
Στην προκειμένη περίπτωση, ουσιώδης και αναγκαίος ήταν ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι συνήψε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με τον εναγόμενο και ότι αυτή λειτούργησε μέχρι την καταγγελία της από τον τελευταίο, ισχυρισμός ο οποίος και έχει προβληθεί με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της.
Τον ισχυρισμό αυτό δέχεται, κατά τρόπο ανενδοίαστο, ως αληθή το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του. Η αναφορά, περαιτέρω ότι, ενδιάμεσα, της συμβάσεως, ο ενάγων παρέσχε την εργασία του προς τον υιό του εναγομένου, με "δανεισμό", οδηγώντας το λεωφορείο του, χωρίς όμως, να αλλάξει η ως άνω εργασιακή σχέση ούτε η ιδιότητα του εναγομένου, ως εργοδότη του ενάγοντα, δεν αποτελεί λήψη υπόψη ισχυρισμού, που δεν προτάθηκε και ο οποίος ήταν αναγκαίο να προβληθεί από τον ενάγοντα, αλλά τα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ως "επιχειρήματα" και συλλογισμοί, προς αντίκρουση του ισχυρισμού του εναγομένου, ο οποίος προέβαλε ότι, κατά το ως άνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, εργοδότης του ενάγοντα ήταν ο υιός αυτού (εναγομένου) και ότι, μετά την 13-12-2003 ήταν αναγκαία η κατάρτιση νέας συμβάσεως μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου.
Εξάλλου, αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων, ότι "εκτελούσε δρομολόγια τόσο με το λεωφορείο του εναγομένου όσο και με αυτό, ιδιοκτησίας του υιού του". Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος και τέταρτος (β) λόγοι της ένδικης αιτήσεως, ότι δηλαδή το εφετείο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Με βάση, επίσης, τις ανωτέρω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες είναι ικανές, ώστε να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό αυτής, ήτοι την ακυρότητα της καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου της επίδικης εργασιακής συμβάσεως.
Τέλος, με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 651, 669 Α.Κ. καθώς και τις σχετικές περί καταγγελίας διατάξεις του Π.Δ. 229/1994.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου, εκ των αριθμών δε 1 και 19 τρίτος και τέταρτος (α) λόγοι της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν ο ισχυρισμός αυτός (μεταξύ των άλλων) αφορά στη δημόσια τάξη. Ο όρος "δημόσια τάξη" υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για την εξυπηρέτηση του γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δε μπορεί να αποκλειστεί με την ιδιωτική βούληση, η οποία, στην περίπτωση αυτή, καθίσταται ανενεργής.
Όμως και στην περίπτωση αυτή, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2002, Α.Π. 600/2010).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου του Π.Δ. 229/1994 (Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ΝΔ 102/1973, "όλο το προσωπικό του ΚΤΕΛ έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο, πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ΚΤΕΛ μονάδας εκμετάλλευσης, αλλά όμως διέπεται από τον παρόντα Κανονισμό, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντά του και τις υποχρεώσεις του", κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 περ.
δ του ίδιου Π.Δ/τος, "Κανείς δε μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα...Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας, για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν.
Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς, που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από τους ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα μήνες". Από τις παραπάνω διατάξεις, που έχουν εφαρμογή και μετά την μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, (άρθρα 1, 2, 3 παρ. 1 6 και 10 του ν. 2963/2001), προκύπτει ότι, για την πρόσληψη κάποιου ως οδηγού σε λεωφορείο των ΚΤΕΛ, απαιτείται, για την εγκυρότητα της σχετικής σύμβασης, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας, για την εργασία, την οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει.
Η καταλληλότητα αυτή πιστοποιείται από τους αρμοδίους γιατρούς, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Τα σχετικά πιστοποιητικά υγείας, ισχύουν για δώδεκα μήνες. Δηλαδή, απαιτείται, κατ' αρχάς και προκειμένου να συναφθεί έγκυρη σύμβαση, για την πρόσληψη κάποιου ως οδηγού λεωφορείων ΚΤΕΛ, να προσκομισθεί πιστοποιητικό ιατρού, με το οποίο να βεβαιώνεται ότι αυτός είναι κατάλληλος, από άποψη υγείας, να εκτελέσει την εργασία αυτή.
Το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να ανανεώνεται κάθε δώδεκα μήνες, διαφορετικά η σύμβαση καθίσταται άκυρη. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού τους, είναι δημόσιας τάξης, αφού αφορούν στο δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα αποβλέπουν στη διασφάλιση της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των μεταφερομένων με τα λεωφορεία των ΚΤΕΛ επιβατών και, γενικά, στην ασφαλή μεταφορά αυτών, αφού, μία από τις βασικές προς τούτο προϋποθέσεις, είναι και η καλή, γενικά, υγεία του οδηγού, στα χέρια του οποίου εμπιστεύονται, κατά κάποιο τρόπο, τη ζωή τους και τη σωματική τους ακεραιότητα οι χρησιμοποιούντες το δημόσιο αυτό μέσο μεταφοράς πολίτες.
Η έλλειψη τέτοιου πιστοποιητικού, καθιστά, όπως αναφέρθηκε, τη σχετική σύμβαση άκυρη, η οποία λογίζεται ως μη γενομένη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), το γεγονός δε αυτό εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι, όπως αναφέρθηκε, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν τον σχετικό αναιρετικό λόγο, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, για να είναι ορισμένη η αγωγή, που στηρίζεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκεται με αυτή η πληρωμή οφειλομένων μισθών ή μισθών υπερημερίας, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο ή πιστοποιητικό υγείας, διότι η έλλειψη αυτή αποτελεί ένσταση του εναγομένου εργοδότη περί ακυρότητας της συμβάσεως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως ουσία αβάσιμης (Α.Π. 939/2011, 791/2011, 439/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παραβιάσθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ 1 του Π.Δ. 229/1994 καθώς και αυτές των άρθρων 174 και 180 Α.Κ., καθόσον το Εφετείο δέχθηκε την επίδικη εργασιακή σύμβαση ως έγκυρη, μολονότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε υποχρέωση προσκομιδής πιστοποιητικού υγείας, δεν έπραξε αυτό, με συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες συνομολογούν μεν ότι η εν λόγω ένσταση, ήτοι περί ακυρότητας της επίδικης εργασιακής, δεν υποβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας, πλην υποστηρίζουν ότι αυτή προβάλλεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον αφορά τη δημόσια τάξη και είχαν προβληθεί σ' αυτά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο, ως οδηγός υπεραστικού λεωφορείου ΚΤΕΛ και ότι η εν λόγω σύμβαση διεπόταν από τις διατάξεις του Π.Δ. 229/1994. Όμως, όπως αναφέρθηκε, την ύπαρξη του ως άνω πιστοποιητικού δεν ήταν αναγκαίο να επικαλεσθεί ο ενάγων και δεν αποτελεί, συνεπώς, το γεγονός αυτό στοιχείο της βάσης της αγωγής, ώστε να ερευνηθεί, χωρίς άλλο τι, από το δικαστήριο, κατά τον (αυτεπάγγελτο) έλεγχο του ορισμένου της αγωγής.
Συνεπώς, εφόσον η εν λόγω ακυρότητα προτείνεται κατ' ένσταση, για την πληρότητά της, θα έπρεπε να αναφερθεί, εκτός των ανωτέρω περιστατικών και το βασικό θεμελιωτικό αυτής γεγονός, ήτοι ότι ο ενάγων δεν είχε εφοδιασθεί με το κατά νόμο πιστοποιητικό καταλληλότητάς του, καθόσον αφορά την υγεία του, για την εκτέλεση από αυτόν της εργασίας οδηγού υπεραστικού λεωφορείου ΚΤΕΛ. Όμως στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού, αλλά και ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι προβλήθηκε από τον εναγόμενο. Επομένως, ο ως άνω, 2ος αναιρετικός λόγος, αν και αφορά σε ισχυρισμό δημόσιας τάξης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2010 αίτηση των Γ. Λ. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 151/2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ