Legislator Case Law & Legislation
1810/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative land ownership decision due to procedural errors and lack of legal basis.

Case Number 1810/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against a lower court's decision regarding land ownership in the Cyclades. The State argued the lower court erred by denying public acquisition rights and failed to provide sufficient reasoning for its ruling. The Court found these errors constituted grounds for annulment under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287(1), 290 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court violates substantive law by denying public acquisition rights or fails to provide adequate reasoning for its decision.

Keywords

AI generated
administrative land ownership public acquisition rights civil procedure code annulment of judgment lack of legal basis procedural errors Cyclades islands

Cited Legislation

AI generated
Article 12(1), (2) of Law 2298/1995
Article 286(a) of the Civil Procedure Code
Article 287(1) of the Civil Procedure Code
Article 290 of the Civil Procedure Code
Article 1 of Royal Decree of 3/15-12-1833
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 562(4) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1810 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8. ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9. ..., 10. ..., 11. ..., 12. ..., 13. ..., 14. ..., 15. ..., 16. ..., 17. ..., 18. ..., 19. ..., 20. ..., 21. ... και 22. .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μόσχα Κωτσέλη, η οποία δήλωσε ότι οι 7η και 8η αναιρεσίβλητες (... και ...) απεβίωσαν στις 25-6-2008, 14-4-2005 αντίστοιχα, και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ο 6ος αναιρεσίβλητος - ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/1995 μη οριστική, 105/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2003 μη οριστική, 218/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 10.2.2005 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 690/2006 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Ε) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

ΙΙ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α`, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ... και ... ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., ως και των 5429/14.91968 και 2047/21.6.1994 δημοσιών διαθηκών των ... (όγδοης αναιρεσίβλητης) και ... (έβδομης αναιρεσίβλητης), που συντάχθηκαν ενώπιον των σ/φων Μήλου Ιωάννου Ζερβουδάκη και Σεβαστής Γεωργίου Κυράνη, αντιστοίχως, η μεν έβδομη αναιρεσίβλητη αποβίωσε στις 26.6.2008, η δε όγδοη στις 15.4.2005, ήτοι μετά την άσκηση της από 10.2.2005 αναιρέσεως και κληρονομήθηκαν, δυνάμει των ως άνω διαθηκών, από τον έκτο αναιρεσίβλητο, όπως τούτο συνομολογείται και από τους λοιπούς διαδίκους. Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω εκ διαθήκης κληρονόμος των αποβιωσασών αναιρεσιβλήτων (άρθρα 1710, 1712, 1716 επ.) νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνων βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομα του επανάληψη της.

ΙΙΙ). Οι διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν εφαρμόζονται επί των κειμένων στα νησιά των Κυκλάδων γαιών, διότι είναι πασίγνωστο ότι κατά της εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες απετελούντο στο σύνολό τους από ιδιωτικές γαίες καθαράς ιδιοκτησίας.

Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π 200/1934, Α.Π. 466/1957).

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο - αναιρεσείον προς απόκρουση της διεκδικητικής αγωγής των εναγόντων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, που βρίσκεται στη νήσο ... των Κυκλάδων, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των ως άνω πρωτοκόλλων. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι το γεγονός και μόνο της επεκτάσεως της Οθωμανικής κυριαρχίας στις Κυκλάδες, κατά τον 16ο αιώνα, δεν αρκεί για κτήση της κυριότητας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου βάσει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, επί πλέον δε το επίδικο, όπως και κάθε ακίνητο των Κυκλάδων, δεν κατείχετο από Οθωμανούς, γεγονός το οποίο είναι τόσο πασίγνωστο, ώστε να είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, κατά το άρθρο 336 του Κ.Πολ.Δ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις περιεχόμενες στις ως άνω συνθήκες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περαιτέρω δε, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, αφού δέχθηκε ως πασίγνωστο το γεγονός ότι το επίδικο δεν κατείχετο από οθωμανούς.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα με στοιχ. I, II, III, IV, V και VI σκέλη του, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 13 και 19 του ΚΠολΔ. Εξάλλου ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι "το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στο δημόσιο διότι ανέκαθεν βρέχεται από το συνηθισμένο χειμέριο κύμα", είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού το αναιρεσείον δεν αναφέρει ποία ακριβώς είναι η έκταση του αιγιαλού που περιλαμβάνεται στην μείζονα έκταση των 438.555 τ.μ, που διεκδικείται από τους ενάγοντες, και ως εκ τούτου το Εφετείο, που δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψή του, δεν υπέπεσε στην προβλεπομένη από την προαναφερομένη διάταξη πλημμέλεια.

ΙV). Επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ` άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ` ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ` αυτά.

Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β.Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ` αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία.

Παραπέρα κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά .Η έννοια αυτή προκύπτει και από:

α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ` της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ`/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένεντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ`/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ`/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσης κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.

ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 της, και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε σχετικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί της κτήσεως από αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου ως λειβαδικής εκτάσεως, τα εξής: " Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15-12-1833 όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει να παρουσιασθεί έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσιο και η νομή αυτών μένει ως μέχρι τούδε εις το Δημόσιον.

Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής σαφώς προκύπτει η εφαρμογή της προϋποθέτει κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους, κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας διότι μόνο από καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για "ταπί", .......Όπως αναπτύχθηκε, όμως, παραπάνω, μόνη η κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους στη ...

και σε άλλα νησιά του Αιγαίου κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας δεν αρκεί για την απόκτηση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού πάνω στην κατακτημένη γη ενόψει του ιδιότυπου προνομιακού καθεστώτος των νησιών αυτών. Εφόσον λοιπόν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν προσκομίσθηκε κανένα άλλο στοιχείο, αποδεικτικό της κυριότητας του Οθωμανικού Κράτους επί της επίδικης έκτασης ελέγχεται αναπόδεικτος και ο ισχυρισμός για την περιέλευση της κυριότητας της έκτασης αυτής στο εναγόμενο στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει της ιδιότητά της ως λειβαδιού ή βοσκοτόπου".

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε " ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων ... κατέστη αποκλειστική κυρία του μεγαλυτέρου τμήματος αυτής, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1428/1892 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε σ/φου Μήλου Ι. Νοστράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών .... Νεμήθηκε το όλο ακίνητο με διάνοια κυρίας και καλή πίστη μέχρι το έτος 1918, οπότε δυνάμει του υπ' αριθμ. ....

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα ....το μεταβίβασε στον ... .....ο οποίος έγινε κύριος του επιδίκου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία ... Στο σημείο αυτό πρέπει (επικουρικά) να παρατηρηθεί ότι ακόμη και αν η παραπάνω έκταση είχε, κατά τα χρόνια του αγώνα ανεξαρτησίας δασικό χαρακτήρα (πράγμα που δεν αποδείχθηκε) η δικαιοπάροχος του ... ...

έχοντας συμπληρώσει - συνυπλογιζόντας στο χρόνο της δικής της νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου της εφόσον, όπως προεκτέθηκε είχε γίνει με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού υπερτριακονταετή καλόπιστη νομή επί της έκτασης αυτής πριν από την 11.9.1915, χρησιδέσποσε, σε κάθε περίπτωση, και εις βάρος του εναγομένου...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ΒΔ της 3/15-12-1833, καθ' όσον απέκλεισε την δυνατότητα κτήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί των λειβαδιών ή βοσκοτόπων, τα οποία αυτό κατείχε στις Κυκλάδες κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος και δεν ανήκαν μέχρι τότε σε ιδιώτες, προσδίδοντας στις διατάξεις αυτές έννοια την οποία αυτές δεν είχαν.

Εξ' άλλου το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ως προς τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) του εναγομένου περί του ότι απέκτησε, επί πλέον, την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως και περί του ότι η εν λόγω έκταση είναι δάσος και ήταν δασική έκταση πριν την έναρξη της ισχύος του από 16.11.1836 β.δ., αλλά και ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων περί κτήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθ' όσον στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη, διενεργούντες επ' αυτού τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του διεκδικουμένου ακινήτου από του έτους 1892, οπότε και η αρχική δικαιοπάροχός τους ...

αγόρασε την επίδικη έκταση, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε ονομαστική μνεία του πωλητού αυτής ή και του χρόνου νομής του τελευταίου επί του επιδίκου, για να είναι δυνατόν εξακριβωθεί εάν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων τριακονταετής καλόπιστη νομή πριν της 11.9.1915, κατά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, για την οποία ιδρύονται οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκαν, κατά το άρθρο 562 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., από τον εισηγητή δικαστή, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την προσβαλλόμενη ως άνω 218/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ