Legislator Case Law & Legislation
1810/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to debt amount falling below statutory threshold limits.

Case Number 1810/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a debt restructuring case. The State argued the lower court failed to apply specific provisions of Law 2789/2000 and related ministerial decrees governing debt relief for industrial enterprises in Florina and Kilkis. The court rejected this claim because the total debt amount, including capital and three months of contractual interest, was calculated to be below the statutory limit required to trigger the applicable debt relief provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30(1) of Law 2789/2000 as amended by Article 42 of Law 2912/2001; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The appeal is inadmissible if the disputed debt amount, including interest, falls below the statutory threshold required to activate the specific debt restructuring regime for industrial enterprises.

Keywords

AI generated
debt restructuring industrial enterprises statutory threshold interest calculation appeal inadmissibility Law 2789/2000 State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 30(1) of Law 2789/2000 as amended by Article 42 of Law 2912/2001
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Ministerial Decision 66336/B/398 of 1993
Ministerial Decision 27362/B/1312 of 22.8.2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1810 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Βασιλική Δούσκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της " ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4563/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7994/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την υπ` αριθμ. 66336/Β/398 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και oικονομικών (ΦΕΚ 733/1993 τεύχος Β`) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των ν.128/1975 και 1266/1982, ορίστηκαν τα εξής: "Το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30/6/1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια (κεφάλαια κινήσεως και πάγιες εγκαταστάσεις), σε δραχμές ή συνάλλαγμα και από καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών σε δραχμές ή συνάλλαγμα, των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς, θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, που θα εξοφληθεί σε δέκα έτη, με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις ή με ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις (απλό χρεολύσιο) και υπολογισμό των τόκων ανά εξάμηνο, με το εκάστοτε εφαρμοζόμενο για τη ρύθμιση επιτόκιο...

Οι τόκοι και το κεφάλαιο των ρυθμιζόμενων οφειλών των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, των νομών Φλώρινας και Κιλκίς, θα είναι εγγυημένοι από το Δημόσιο. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρωθούν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις, το δάνειο θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα παύει η ισχύουσα ρύθμιση...

Οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στις ρυθμίσεις της παρούσας, είναι: α) οι επιχειρήσεις να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση. Η βιωσιμότητα θα κρίνεται από τις Τράπεζες. Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να κριθεί η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων από τις τράπεζες, ορίζεται σε τρεις (3) μήνες, β) ..., γ)...

δ) Ο έλεγχος της εφαρμογής των ανωτέρω, ανατίθεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και του Υπουργείου Οικονομικών, ε)...". Στη συνέχεια, με την υπ` αριθμό 2059171/11090/0025 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 814/7-10-1993 Τεύχος Β), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των α.ν. 747/1945 και 9/1967 σε συνδυασμό με το ν. 1266/1982, ορίσθηκαν μεταξύ άλλων, τα εξής: "Παρέχουμε, ανεπιφύλακτα, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες, για την, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αριθμός 66336/Β 398/14-9-1993 και με τους όρους και προϋποθέσεις που τίθενται σ` αυτή, ρύθμιση των προς αυτές υφισταμένων μέχρι 30-6-1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια (κεφαλαίων κίνησης και παγίων εγκαταστάσεων), σε δραχμές ή συνάλλαγμα και από καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών σε δραχμές ή συνάλλαγμα, των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους νομούς Φλώρινας και Κιλκίς.

Οι τράπεζες σε περίπτωση καθυστέρησης της καταβολής δύο (2) συνεχόμενων ληξιπρόθεσμων δόσεων, πρέπει να κηρύσσουν αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών και εφόσον θέλουν να εξοφληθούν από τον εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο, θα πρέπει να απευθύνονται σ` αυτό (Γ.Λ.Κ.- Δ25-Δ), μετά από προηγούμενη βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

σε βάρος της κάθε οφειλέτριας επιχείρησης του συνολικού ποσού των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους στον ειδικό λογαριασμό αυτού "ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ ΕΚ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Η ΕΓΓΥΗΣΕΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΑΧΚΕΕΔ). Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των απαιτήσεων των Τραπεζών που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό (από κεφάλαιο και τόκους) των ρυθμιζόμενων οφειλών και όσους από τους ανεξόφλητους νέους τόκους μέχρι κι ένα (1) τρίμηνο κατά ανώτατο όριο μετά την κήρυξη του δανείου ως ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, αναλογούν πάνω στο εγγυημένο τμήμα των ρυθμιζόμενων οφειλών και τέλος, όσα από τα αναλογούντα συναφή έξοδα, που αφορούν χρονικό διάστημα για το οποίο καλύπτονται από το Δημόσιο ανεξόφλητοι τόκοι, είναι ανεξόφλητα...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ναι μεν ο έλεγχος, μάλιστα μέσα σε ορισμένη προθεσμία (τρεις μήνες), της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, για τις οφειλές των οποίων παρέχεται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ανατίθεται στις τράπεζες και κρίνεται από αυτές, εκ τούτου όμως δεν προκύπτει, ότι σε περίπτωση μη βιώσιμης εκ του αποτελέσματος επιχείρησης, η εγγύηση του Δημοσίου είναι άκυρη και την ευθύνη φέρει η δανείστρια τράπεζα.

Αντιθέτως το Δημόσιο, την κρίση μεν της βιωσιμότητας, εμπιστεύθηκε στις τράπεζες, για την περίπτωση όμως που η κρίση περί βιωσιμότητας της επιχειρήσεως δεν επαληθευθεί, εγγυήθηκε το ίδιο, υπό τους όρους που αναφέρθηκαν την πληρωμή των οφειλών της επιχείρησης προς τις τράπεζες. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜOTOR ΣTAR ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και τόπο εγκατάστασης στο Κιλικίς, όφειλε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα για κεφάλαια και τόκους, δυνάμει της ... από σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό και προσθέτων αυτής πράξεων, μέχρι της 30.06.1993, για κεφάλαιο και τόκους το συνολικό ποσό των 246600034 δραχμών.

Με βάση την από 12.04.1994 μελέτη βιωσιμότητας που είχε συντάξει η Τράπεζα Αθηνών Α.Ε. για την ρύθμιση των οφειλών της πιο πάνω επιχειρήσεως, η αναιρεσίβλητη κατήρτησε με την άνω οφειλέτρια εταιρεία την από 12.04.94 σύμβαση αναδιαρθρώσεως και ρυθμίσεως οφειλής, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της 66336/Β398/14.09.1993 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Το Υπουργείο Οικονομικών με το υπ' αριθμόν πρωτ. 2077243/12372/6.12.1994 έγγραφό του προς την αναιρεσίβλητη της εγνωστοποίησε ότι η άνω μελέτη βιωσιμότητας της προαναφερομένης εταιρείας έχει υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του μαζί με άλλα δικαιολογητικά και μπορεί να προχωρήσει στην καταγραφή της σχετικής συμφωνίας για την ρύθμιση των χρεών της.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι το συνολικό ποσό της οφειλής της εταιρείας "ΜOTOR ΣTAR ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." προς την αναιρεσίβλητη, που κατέστη αντικείμενο ρυθμίσεως, υπαχθείσης στην 66336/Β398/14.9.1993 άνω υπουργική απόφαση, ανήλθε μετά και την από 17.11.1995 τροποποιητική σύμβαση ρυθμίσεως του χρέους, στο ποσό των 250116598 δραχμών καταβλητέο σε είκοσι μία ισόποσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις, ποσού 12386504 δραχμών η κάθε μία, από τις οποίες η πρώτη ήταν καταβλητέα την 1.7.1995 και η τελευταία την 1.7.2006.

Η οφειλέτρια όμως άνω εταιρεία δεν τήρησε την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων δόσεων, όπως ορίσθηκαν στις ανωτέρω ρυθμιστικές του χρέους συμβάσεις και ειδικότερα μετά την εκπνοή της, κατά παράταση, περιόδου χάριτος στις 31.12.1995, δεν κατάβαλε τρεις συνεχόμενες δόσεις, δηλαδή αυτές της 30.06.1996, 31.12.1996 και 30.06.1997, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη στις 30.06.1997 να κηρύξει σύμφωνα με την ...., ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το υπό ρύθμιση δάνειο στο σύνολό του, κλείνοντας το σχετικό λογαριασμό.

Οι οφειλές δε της άνω οφειλέτριας εταιρείας προς την αναιρεσίβλητη από τις παραπάνω ρυθμιστικές του χρέους συμβάσεις κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 313733933 δραχμών. Κατόπιν τούτο το Εφετείο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε υποχρέωση ως εγγυητής να πληρώσει το ποσό αυτό στην ενάγουσα Τράπεζα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των ως άνω υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η εγγύηση ήταν άκυρη διότι η επιχείρηση που δανειοδοτήθηκε δεν ήταν, όπως αποδείχθηκε, βιώσιμη, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 του Ν 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α) όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν. 29/2/2001 (ΦΕΚ 94 Α) ορίζονται τα εξής: "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν λόγω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι της 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Εξάλλου, με την παράγραφο 10 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύνανται να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου περιπτώσεις δανείων που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν.128/1975....

Στα πλαίσια της νομοθετικής αυτής εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε η υπουργική απόφαση 27362/Β1312/22.8.2001, σύμφωνα με την οποία στη ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 42 παρ.1 του ν.2912/2001 υπάγονται και τα δάνεια που τελούν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με την ΥΑ 66336/Β398/1993 και παρασχέθηκε στους οφειλέτες η ευχέρεια με γραπτή δήλωσή τους να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση της υφισταμένης ρυθμίσεως ή την υπαγωγή τους στο άρθρο 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε ανωτέρω.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001, καθώς και την Υ.Α. 27362/Β1312/22.8.2001, αν και συνέτρεχαν στην κρινόμενη υπόθεση οι προϋποθέσεις της εφαρμογής των.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται και ως τέτοιος είναι απαράδεκτος, γιατί με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης, κατά τις οποίες τα γενεσιουργά της ενδίκου απαιτήσεως περιστατικά, για την οποία εγγυήθηκε το αναιρεσείον, συνέβησαν την 30.6.1997, το αιτηθέν και επιδικασθέν στην αναιρεσίβλητη ποσό των 313.733.933 δραχμών, που περιλαμβάνει το κεφάλαιο (260.116.598 δρχ.) και τους συμβατικούς τόκους τριών εξαμήνων από 30.6.96 μέχρι 30.6.97 (53.617.335 δρχ.), βρίσκεται κάτω από το υπό της διατάξεως του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε, τιθέμενο όριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.02.2005 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 7994/2005 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις12 Ιουλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ