Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence and reasoning adequacy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a land ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and provided insufficient reasoning for its findings. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible because it challenged the court of first instance's evaluation of facts and relied on arguments that were merely denials of the claim rather than new matters.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c), 559(1)(g), 559(1)(h), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the evaluation of facts by the court of first instance or relies on denials of the claim rather than new matters affecting the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1810 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1810/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαντά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 3ος των αναιρεσειόντων ....απεβίωσε την 21-9-2005 και κληρονομήθηκε από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και από την ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν. Των αναιρεσίβλητων: ..... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πατεριανάκη, ο 2ος παραστάθηκε με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-11-1993 και 28-12-1994 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1902/1996 μη οριστική, 3189/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1857/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 10-1-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΕΙΔΗ, μετά την, εξαιτίας του θανάτου του τρίτου αναιρεσείοντος στις 21-9-2005, βίαιη διακοπή της δίκης επί της κρινόμενης από 26 Ιουνίου 2004 αιτήσεως αναιρέσεως της 1857/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, νομίμως αυτή επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται με την καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, ρητή δήλωση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και της ...., ως μοναδικών κατ' ισομοιρία εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος διαδίκου (άρθρα 286 περ. α΄ και 290 ΚΠολΔ).
ΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει υποχρέωση το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμ. 11 περ. γ άρθρο 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση, όπως αναφέρονται στους αντίστοιχους λόγους:
α) Τα με αριθμ. 2211 και 2212/23-4-1969 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, β) την από 19-5-1970 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος περί αποζημίωσης και την επ' αυτής εκδοθείσα 12996/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) τις από 12-6-1975, 25-7-1975 και 16-10-1975 αποδείξεις περί καταβολής των εκεί αναφερομένων χρηματικών ποσών του δικαστικού επιμελητή Νικολάου Μπούγλη σε συνδυασμό με τις παραπάνω αγωγή και απόφαση, από τις οποίες αποδεικνύεται η επιστροφή του τιμήματος και των εξόδων της αγοραπωλησίας.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι" και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα παραπάνω έγγραφα, μερικά από τα οποία μάλιστα τα αναφέρει ρητά όπως τις 2211 και 2212/1969 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, την 12996/1973 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις πιο πάνω αποδείξεις του δικ.
επιμελητή.
ΙΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στην συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση απόρριψης των προηγούμενων λόγων, αιτίαση από αριθμ. 20 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου α) της από 19-5-1970 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος, β) της 12996/1973 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της αγωγής εκείνης και γ) των 2211 και 2212/1969 πρακτικών και αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, διότι απέδωσε στα έγγραφα αυτά περιεχόμενο φανερά διαφορετικό από εκείνο που έχουν και έτσι απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων αντί να την κάμει δεκτή και στην συνέχεια να κάμει δεκτή την αγωγή τους και να απορρίψει την αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα παραπάνω έγγραφα για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί βασιμότητας της αγωγής της αναιρεσίβλητης και απόρριψης ως αβάσιμης της αγωγής των αναιρεσειόντων, αλλά τα συνεκτίμησε με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
ΙV. ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή ή συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία η εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα.
Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται αυτή, δηλαδή ποιο είναι το επιπλέον στοιχείο που ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται στο λόγο της αναίρεσης σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να παραθέτονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, ιστορείται ότι ενώ από τα αναφερόμενα έγγραφα (αγωγή της αναιρεσίβλητης) σε συνδυασμό με τις εξοφλητικές αποδείξεις και τις καταθέσεις στα 2211 και 2212/1969 πρακτικά του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής και κατοχής του αγροτεμαχίου που αγόρασε και ότι με την αγωγή της επέλεξε να αποζημιωθεί σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 149 ΑΚ, αποκλείοντας την εφαρμογή της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εντελώς αντίθετα ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη επιλήφθηκε από την αρχή της νομής και κατοχής του αγροτεμαχίου και ότι αποδέχθηκε τη δικαιοπραξία και ζήτησε μόνο ανόρθωση της ζημίας, ώστε υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 149 παρ. 1 και 974 ΑΚ.
Επίσης στο δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται επίσης παραβίαση των ίδιων διατάξεων διότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία (από 12-6-1975, 25-7-1975 κα 16-10-1975 αποδείξεις καταβολής χρημάτων κ.τλ.) από τα οποία προέκυπτε ότι στην αναιρεσίβλητη επιστράφηκε το τίμημα που είχε καταβάλει και τα έξοδα της αγοραπωλησίας του αγροτεμαχίου ώστε επέλεξαν την εφαρμογή του εδ. 1 του άρθρου 149 ΑΚ αποκλείοντας τα εδ.2 του ίδιου άρθρου.
Αλλά και με το δεύτερο μέρος του τετάρτου λόγου της αναίρεσης προβάλλεται παραμόρφωση των εγγράφων που προαναφέρθηκαν (σκ.
ΙΙΙ) και παραβίαση επίσης της διάταξης της παρ. 1 άρθρου 149 ΑΚ. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται επίσης αιτίαση από τον αριθμ. 1 άρθρου 559 ΑΚ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 147 επ. και 149 ΑΚ διότι ενώ από τα αναφερόμενα έγγραφα (2211 και 2212/1969 πρακτικά Εφετείου Αθηνών και από 19-5-1970 αγωγή της αναιρεσίβλητης) προκύπτει ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης είναι δηλωτική παραίτησης και ότι επέλεξε την αποζημίωσή της σύμφωνα με το εδαφ. 1 και όχι με το εδαφ. 2 του άρθρου 149 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε αντίθετα.
Τέλος, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ με την παραδοχή της ότι η αναιρεσίβλητη επιλήφθηκε της νομής και κατοχής του αγροτεμαχίου που της πουλήθηκε ενώ από τα παραπάνω έγγραφα (2211 και 2242/1969 πρακτικά και σκεπτικό των ταυτάριθμων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και από 19-5-1970 αγωγής της) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο αλλά θεωρούσε το αγροτεμάχιο ξένο και δεν είχε πρόθεση εξουσίασής του (ANIMUS) ούτε φυσική εξουσία επ' αυτού (CORPUS),ώστε έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφού δέχθηκε απόκτηση νομής από την αναιρεσίβλητη παρά την αντίθετη ομολογία της που προκύπτει από τα παραπάνω έγγραφα.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν περιέχουν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση και επιπλέον διότι πλήττουν την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
V. ΕΠΕΙΔΗ, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με αιτίαση από τον αριθμ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Σύμφωνα με το λόγο η πλημμέλεια συνίσταται στο ότι, ενώ από τα αναφερόμενα έγγραφα προκύπτει ομολογία της αναιρεσίβλητης περί μη ύπαρξης νομής αυτής στο αγροτεμάχιο που της πουλήθηκε και ήταν ιδιοκτησία τρίτου αφού και η ίδια με την αγωγή της ζήτησε αλλά και έλαβε το από τη σύμβαση αρνητικό διαφέρον κατ' εφαρμογή του εδαφ. 1 του άρθρου 149 ΑΚ., η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αντίθετα ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε τη νομή του αγροτεμαχίου και ότι με την αγωγή της ζήτησε αποζημίωση με βάση τη διάταξη του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρει με πληρότητα αλλά περιληπτικά ορισμένες μόνο από τις κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η αναφερόμενη αντίφαση στις αιτιολογίες ούτε ποιο είναι το απαιτούμενο επιπλέον στοιχείο για την επάρκεια των αιτιολογιών, επιπροσθέτως δε διότι, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
VΙ. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τον αριθμ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997) καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν πράγματα οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος της αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που είχαν προτείνει νόμιμα οι αναιρεσείοντες στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν παραδεκτά στο δεύτερο, κατά τον οποίο η αγωγή της αναιρεσίβλητης ήταν εντελώς ψευδής αφού ουδέποτε απέκτησε τη νομή του αγροτεμαχίου που, αγόρασε, το οποίο και ήταν άσχετο με την ιδιοκτησία των πωλητών αλλά ανήκε σε τρίτο με το όνομα ..... Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-06-2004 αίτηση αναίρεσης κατά της 1857/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ