Legislator Case Law & Legislation
180/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling the appeal inadmissible due to factual assessment and inapplicable statute.

Case Number 180/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's final judgment confirming the plaintiff's ownership of a plot of land. The State argued the appeal was admissible, but the Court found the appeal inadmissible because it challenged the Court of Appeal's factual assessment regarding good faith acquisition and misapplied the Agricultural Code. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 242 of the Agricultural Code: An appeal challenging a final judgment on good faith acquisition is inadmissible if it attacks the court's factual assessment; the Agricultural Code's provisions on foreign plots do not apply to State-owned land acquired through exchange.

Keywords

AI generated
good faith acquisition inadmissible appeal factual assessment Agricultural Code State ownership property rights legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1045, 1051 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Agricultural Code
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 180/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ζ. συζ. Θ. Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκερλεκτσή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 260/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-6-2019 αίτησή του. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 7-10-2020 και το Ελληνικό Δημόσιο την επανάφερε για συζήτηση στη δικάσιμο 26-5-2021, με την από 7-10-2020 κλήση του. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη με αριθμό 202/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-6-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 7-10-2020 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 7-10-2020, προσβάλλεται η 260/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 78/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από 15-6-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί ενός γεωτεμαχίου εμβαδού 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στο ... και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής που καταχωρίστηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Καβάλας, ώστε στο φύλλο αυτό να αναγραφεί η ίδια ως δικαιούχος του δικαιώματος κυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου, αντί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30-1-1923 σύμβασης της Λωζάννης "περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών", που κυρώθηκε με το από 25/25-8-1923 ΝΔ/τος, της από 21-6-1924 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και του άρθρου 1 της Ελληνοτουρκικής από 10-6-1930 Συμφωνίας, που συνομολογήθηκε στην Άγκυρα, και κυρώθηκε με το Ν. 4793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν στους υποκείμενους σε υποχρεωτική ανταλλαγή Έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στα ελληνικά εδάφη και εγκατέλειψαν αυτά από 28-10-1912 ή πρόκειται να τα εγκαταλείψουν εξαιτίας της παραπάνω ανταλλαγής, χάνονται γι' αυτούς και παραμένουν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης, για να αποζημιωθούν από το τίμημα της εκποίησης τους οι ομογενείς Τούρκοι που υπόκεινται σε αντίστοιχη ανταλλαγή.

Τα παραπάνω ακίνητα περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων (ΑΠ 87/2020, ΑΠ 399/1985). Επίσης, από τα άρθρα 21 του Ν/Δτος της 22/4-16/5/1926 και 4 του Ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, και το άρθρο 1 παρ. 7 του ΒΔ της 21/31-10-1940, προκύπτει ότι στα ανταλλάξιμα ακίνητα νομέας, από τις 11-9-1939, θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών, αποκλειόμενης της αναγνώρισης ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου με οποιαδήποτε διαδικασία (ΑΠ 1196/2014).

Περαιτέρω, η διοίκηση και η διαχείριση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων ανατέθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με την από 5-5-1925 Σύμβαση "περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", η οποία κυρώθηκε με το από 5-5-1925 Ν.Δ., όπως η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια διαδοχικά και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.

της 13-5/10-7-1939 "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεων περί διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων". Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 της ανωτέρω Σύμβασης, το σύνολο των ακινήτων που περιήλθαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έπρεπε να καταχωριστεί σε τηρούμενο στο Κεντρικό Κατάστημα αυτής και να βρίσκεται στη διάθεση του κοινού "Γενικό Κτηματολόγιο", όπου το κάθε κτήμα έπρεπε να κατέχει δική του σελίδα με τη θέση, τα όρια, την έκτασή του, καθώς και τα τυχόν βάρη και δουλείες επ' αυτού.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του Α.Ν. 1909/1939, η διοίκηση και η διαχείριση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων επανήλθε από 11-9-1939 αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικό διάδοχο της Εθνικής Τράπεζας, ενώ με το άρθρο 2 συστήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), αποκεντρωμένες υπηρεσίες της οποίας ήταν τα Γραφεία Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (γραφεία ΔΑΠ) στις έδρες των νομών των Νέων Χωρών.

Για την οργάνωση και λειτουργία της ΥΔΑΜΚ εκδόθηκε το από 29-9-1939 Β.Δ., το οποίο τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24/31-10-1940. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 6 του τελευταίου αυτού Β.Δ., η καταχώρηση στο κτηματολόγιο της ΥΔΑΜΚ των περιελθόντων ή περιερχομένων στη δικαιοδοσία της κτημάτων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων, αποτελεί αμάχητο τεκμήριο της ανταλλαξιμότητάς τους, μη επιτρεπομένης αμφισβήτησης από οποιονδήποτε, παρά μόνο όπως με το διάταγμα αυτό ορίζεται.

Εξ άλλου, στην παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι, επί των υπαγομένων στη διαχείριση της ΥΔΑΜΚ ακινήτων, νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν καμία πράξη νομής δεν ενήργησε πάνω σε αυτά και ότι τα δικαιώματα επί των ακινήτων αυτών του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2020, Ολ ΑΠ 4/2018).

Εξ άλλου, ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Καβάλας, έχει εμβαδόν 1.000 τ.μ., αποτελεί το με αριθμό 223 γεωτεμάχιο της οριστικής διανομής ...

του 1954, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3784/1957 (ΦΕΚ Α' 207/12-10-1957) και καταχωρήθηκε στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καβάλας με ΚΑΕΚ 210250402010/0/0 και φερόμενη ιδιοκτήτη το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η περιοχή αυτή εντάχθηκε το έτος 1987 στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Καβάλας. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας Ζωής Σαββοπούλου του Θεοδώρου ότι ο προπάππους της Τ.

Σ. Α. απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο το 1900 από Τούρκο κτηματία δυνάμει ταπίου, που ακολούθως απωλέσθηκε, άλλως δυνάμει της φυσικής εξουσίασής του για περισσότερο από 10 χρόνια, χωρίς καμία εναντίωση από το οθωμανικό κράτος, δεν αποδείχθηκε. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ούτε ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου περί κτήσης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, διότι υπαγόταν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του σχετικού οθωμανικού νόμου, καθόσον το ακίνητο αυτό ποτέ δεν καταγράφηκε στο τηρούμενο από αυτό (Δημόσιο) Κτηματολόγιο ως ανταλλάξιμο κτήμα του ..., όπως έγινε για όλα τα λοιπά ανταλλάξιμα κτήματα της περιοχής, για καθένα από τα οποία τηρείται ιδιαίτερος φάκελος και ειδικό φύλλο καταγραφής όλων των κρίσιμων στοιχείων.

Εξάλλου, δεν διευκρινίζεται ούτε ο τρόπος με τον οποίο το ακίνητο αυτό περιήλθε στη διαχείριση της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), ήτοι αν προϋπήρχε κατοχή ή διαχείριση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ή του Δημοσίου ή αν ακολουθήθηκε η διαδικασία του άρθρου 1 παρ. 5 του β.δ.

της 31-10-1940 για την αναζήτηση και κατάληψή του από την εν λόγω υπηρεσία με την έκδοση σχετικού πρωτοκόλλου και την καταχώρισή του στο τηρούμενο Κτηματολόγιο, δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο βρισκόταν υπό την κατοχή του πατέρα της ενάγουσας, Α. Θ. του Δ., ήδη από το έτος 1937. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιοκτησία γηγενούς, όπως συνέβη και με άλλα ακίνητα της περιοχής, και δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται η κτήση της κυριότητας επ' αυτού με χρησικτησία, κατά τα προαναφερθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να ανατραπεί από το απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα διανομής του αγροκτήματος "..." του 1954, όπου το πρώτον αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί αγρό της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., κατεχόμενο από τον πατέρα της ενάγουσας, Α. Θ. του Δ.. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από τα συμβόλαια μεταβίβασης των όμορων του επιδίκου ακινήτου, αλλά και από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ο πατέρας της ενάγουσας κατείχε το εν λόγω ακίνητο ήδη από το έτος 1937.

Συγκεκριμένα, στο από 21.212/16-1-1937 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Καβάλας Δημητρίου Πύρρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο 1 και αριθμό 452, με το οποίο η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργούσα ως διαχειρίστρια των ανταλλαξίμων κτημάτων, πώλησε στο Δημήτριο Προυκάκη του Σάββα, το με αριθμό 3342 ανταλλάξιμο κτήμα, που αποτελεί ήδη το με αριθμό 222 τεμάχιο της οριστικής διανομής και φέρει ΚΑΕΚ 210250402009, αναφέρεται ως όριο του πωληθέντος ακινήτου το επίδικο ακίνητο, το οποίο χαρακτηρίζεται ως ιδιοκτησία Α.

Θ.. Το ίδιο πρόσωπο αναφέρεται και ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου στα με αριθμούς 835/26-7-1962 και 4540/2-1-1969 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Καβάλας Μαργαρίτη Προέδρου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας, το πρώτο στον τόμο 10 και αριθμό 397 και το δεύτερο στον τόμο 15 και αριθμό 627, με τα οποία ο Ν.

Π. και ο Ν. Μ. αντίστοιχα απέκτησαν διαδοχικά το όμορο του επιδίκου με αριθμό 9611 ανταλλάξιμο κτήμα, που αποτελεί ήδη το με αριθμό 227 τεμάχιο της οριστικής διανομής και φέρει ΚΑΕΚ 210250402011. Επί πλέον, στο φύλλο καταγραφής του ανταλλάξιμου κτήματος με αριθμό 3338, το οποίο ακολούθως, μετά τη συνένωσή του με άλλα κτήματα σε ένα ευρύτερο γεωτεμάχιο με αριθμό 2896, που στη συνέχεια διαιρέθηκε σε περισσότερα τεμάχια με νέους αριθμούς, απέκτησε αριθμό 9489 και ήδη φέρει ΚΑΕΚ 210250402006, αναγράφεται ως ανατολικό όριο η ιδιοκτησία του Α.

Θ.. Το εν λόγω ακίνητο κατείχαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, και ακολούθως η ίδια, ήδη από το έτος 1938 και δη χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή όχληση από το εναγόμενο Δημόσιο ή τρίτο. Το εν λόγω ακίνητο εγκαταλείφθηκε από τον παππού της ενάγουσας μόνο κατά τη διάρκεια της κατοχής, ενώ μετά το 1945 η κατοχή του επανήλθε στον ίδιο και στον πατέρα της ενάγουσας, Α.

Θ., οι οποίοι είτε το καλλιεργούσαν είτε το εκμίσθωναν στον Κ. Β. εισπράττοντας το μίσθωμα, ενώ το 1990 ο Α. Θ. το μεταβίβασε άτυπα στην ενάγουσα, η οποία φύτεψε σε αυτό ελιές, τις οποίες έκτοτε φροντίζει και περιποιείται. Εξάλλου, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επιβεβαιώνει την κατοχή αυτή από τον πατέρα της ενάγουσας από το έτος 1954 και μέχρι σήμερα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, ως προς το αμέσως ανωτέρω ζήτημα (κεφάλαιο), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις ανωτέρω εκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές του, το επίδικο ακίνητο δεν έχει καταχωρηθεί στο τηρούμενο από το αναιρεσείον Κτηματολόγιο ως ανταλλάξιμο κτήμα και μάλιστα σε ιδιαίτερη σελίδα, με αναφορά της θέσης, των ορίων και της έκτασής του, ώστε να προκύπτει, λόγω της διαχείρισής του από την ΥΔΑΜΚ, κατ' αμάχητο τεκμήριο, η ανταλλαξιμότητά του και συνακόλουθα η κυριότητά του από το Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1020/2019, 449/2019). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από το αναιρεσείον στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε ανταλλάξιμο κτήμα, αλλά αποτελούσε ιδιόκτητο κτήμα γηγενούς, χωρίς απόδειξη, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι ήταν επιτρεπτή σε αυτό η κτήση της κυριότητας με χρησικτησία και να δεχθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 543/2018), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τις φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου και τα οποία αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.

Με τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1, 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ. της 29-10/6-12-1949), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο έγερσης της ένδικης αγωγής, προβλέπεται ότι : α) αν από οποιονδήποτε λόγο περιληφθούν ξένα τεμάχια στην οριστική διανομή, αυτή παραμένει έγκυρη και απρόσβλητη και τα ξένα αυτά τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα για δημόσια ωφέλεια δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος, μέχρι δε να καταβληθεί η αποζημίωση τα εν λόγω τεμάχια θεωρούνται ότι τελούν σε νόμιμη επίταξη, β) αν τα τεμάχια αυτά αποτελούν ακέραιο τεμάχιο οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνο τεμαχίου αυτής, αποδίδονται με απόφαση του Υπουργού της Γεωργίας, μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εποικισμού, αυτούσια στον πρώην κάτοχο αυτών, εφόσον παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρηση στον κληρούχο, στον οποίο αποφασίστηκε να δοθούν αυτά, άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων κοινοχρήστων από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 31 εδάφ.

δ' και ε' και 164 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και γ) αντί της οφειλόμενης αποζημιώσεως για τα παραπάνω απαλλοτριούμενα ξένα τεμάχια μπορεί να παραχωρηθεί αντάλλαγμα σε γαίες από τις τυχόν διαθέσιμες εκτάσεις ή τις παραπάνω κοινόχρηστες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 246 παρ. 1 και 5 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν.δ. 3194/1955, για την κυριότητα των κατά το προαναφερόμενο άρθρο 242 απαλλοτριωθέντων κτημάτων, προκειμένου ο κύριος είτε να λάβει άλλο ισάξιο τεμάχιο είτε να καταβληθεί σ' αυτόν η προσήκουσα αποζημίωση, αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, η αρμόδια επιτροπή απαλλοτριώσεων.

Εντός δε τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως, τόσο το Δημόσιο όσο και οι ενδιαφερόμενοι, μπορούν να προσφύγουν κατά της αποφάσεως της επιτροπής στο αρμόδιο κατά τόπο πρωτοδικείο, το οποίο αποφασίζει κατά την επ' αναφορά διαδικασία των άρθρων 640 επ. ΚΠολΔ και ήδη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739-781 (άρθρο 3 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ).

Τέλος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 3147/2003 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα εδάφιο που ορίζει "Το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφ' όσον από τον χρόνον κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία. Οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού κώδικα δεν εφαρμόζονται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τους ορισμούς του άρθρου 246 του ιδίου κώδικα και εκκρεμούν".

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι με την αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, το απαλλοτριωθέν περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πριν την καταβολή της αποζημιώσεως στον ιδιοκτήμονα, αυτό όμως ισχύει ως προς την έκταση που απαλλοτριώθηκε δυνάμει της απαλλοτριωτικής πράξεως, όχι δε και ως προς εκείνη που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή και δη το ξένης ιδιοκτησίας μη απαλλοτριωθέν τεμάχιον, το οποίον από παραδρομή περιλήφθηκε στην οριστική διανομή απαλλοτριωθέντος, αφού αυτό λογίζεται μεν απαλλοτριωθέν κατά το άρθρο 242 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, δεν θίγεται όμως η επ' αυτού κυριότητα του ιδιοκτήτου που, αφού κατά την ίδια διάταξη θεωρείται έκτοτε ότι η έκταση αυτή τελεί σε κατάσταση νόμιμης επίταξης μέχρις ότου συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, η οποία επέρχεται, κατά ρητή επιταγή της ίδιας διάταξης, που συμπορεύεται και προς την περί προστασίας της ιδιοκτησίας γενική Συνταγματική διάταξη, από την πληρωμή της αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 2032/2013, ΑΠ 1344/2006).

Περαιτέρω, στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 Ν. 3127/2003 ορίζεται ότι "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β` εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.... Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. 2.

Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση". Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 946/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού ότι με το δεύτερο λόγο της έφεσής του είχε προβάλει ότι η κακή πίστη του προκατόχου της αναιρεσίβλητης, Α. Θ., ότι κατέχει ξένο ακίνητο, είναι προφανής, αφού το έτος 1954 η ευρύτερη περιοχή του αγροκτήματος ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, δόθηκε προς διανομή, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3784/1957 (ΦΕΚ Α' 207/12-10-1957), οπότε το επίδικο έλαβε αριθμό τεμαχίου 223 με το χαρακτηρισμό "Αγρός Υ.Δ.Α.Μ.Κ." και αυθαίρετο κάτοχο τον Α.

Θ., πατέρα της ενάγουσας. Ότι επίσης, από το έτος 1954 υφίστατο παρενόχληση από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του επιδίκου δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με την διανομή του αγροκτήματος ... εκδήλωσε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τη βούλησή του να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας και συνακόλουθα της νομής του στο επίδικο.

Με το δεύτερο μέρος του λόγου αυτού, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με τον τρίτο λόγο της έφεσής του είχε προβάλει ότι από την 12-10-1977, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, παρήλθε 20ετία από την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ...

του Δήμου Καβάλας μέχρι την 19-3-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3127/2003, δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο διάστημα των τριάντα (30) ετών της αδιατάρακτης νομής προκειμένου να πληρωθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, το οποίο απαιτεί επίσης και καλή πίστη κατά την κτήση της νομής. Ότι ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της αδιατάρακτης άσκησης της νομής του επιδίκου για τριάντα έτη από την αναιρεσίβλητη και τους προκατόχους της, ούτε η ύπαρξη καλής πίστης κατά την κτήση της νομής και ότι επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε τα αντίθετα, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την κτήση κυριότητας από την ενάγουσα επί του επίδικου με την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Ν.3127/2003 ειδική (ιδιάγουσα) χρησικτησία, τυχόν δε αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης που στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία, ως προς τον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσης κυριότητας, κατά τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 1045, 1051 ΑΚ).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το αναιρεσείον υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 Ν. 3127/2003, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα τις παραδοχές του, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, περί καλής πίστης της αναιρεσίβλητης και του δικαιοπαρόχου της κατά την κτήση της νομής του επιδίκου.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, το αναιρεσείον επικαλείται παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, οι οποίες όμως δεν είναι εφαρμόσιμες στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλήφθηκε στην οριστική διανομή του αγροκτήματος ...

έτους 1954, ως ξένο τεμάχιο κατά την έννοια του όρου αυτού που εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, αλλά ισχυρίζεται ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα και νομή του ως ανταλλάξιμο ακίνητο, που έλαβε αριθμό τεμαχίου 223 με το χαρακτηρισμό "Αγρός Υ.Δ.Α.Μ.Κ.", δηλαδή αγρός που διαχειρίζεται από την Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλάξιμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, όπως άλλωστε ισχυρίστηκε και με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά τα προαναφερθέντα.

Η εφαρμογή, όμως, του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, προϋποθέτει όχι τη συμπερίληψη ιδιοκτησίας του Δημοσίου στην οριστική διανομή, αλλά την από παραδρομή συμπερίληψη ξένης ιδιοκτησίας στη διανομή αυτή, η οποία ναι μεν θεωρείται ως απαλλοτριωθείσα, δεν θίγεται όμως η επ' αυτής κυριότητα του τρίτου κυρίου, μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Επομένως, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση και η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, το δικαίωμα κυριότητας επί των ξένων τεμαχίων αποσβέννυται, εφ' όσον από τον χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής έχει παρέλθει εικοσαετία, καθώς προϋποθέτει και η διάταξη αυτή ξένο τεμάχιο κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και όχι τεμάχιο του Δημοσίου.

Συνεπώς, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 260/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ