Legislator Case Law & Legislation
180/2022 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible due to failure to summon the Supreme Court Prosecutor for the hearing.

Case Number 180/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the Prosecutor of the Supreme Court failed to appear at the hearing. The appellants challenged a first-instance decision regarding parental custody, but the opposing prosecutor was not summoned according to law. The court ruled that without a valid summons, the hearing could not proceed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 769 and 762 of the Code of Civil Procedure; The appeal hearing is inadmissible if the Prosecutor of the Supreme Court is not lawfully and timely summoned, as their presence is mandatory for the proceedings to continue.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Supreme Court Prosecutor mandatory summons civil procedure hearing validity

Cited Legislation

AI generated
Article 769 of the Code of Civil Procedure
Article 762 of the Code of Civil Procedure
Article 47, paragraph 1, letter a of Law 2447/1996
Article 83, paragraphs 2 and 3 of Law 4790/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 180 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 180/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ο. Φ. του Τ., 2) Ε. Τ. του Ζ., 3) Σ. Ρ. του Α., συζ. Εμίν Τουντζάϊ, 4) Ε. Σ. του Ζ. και 5) Μ. Α. Γ., συμβίας Ε. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παράσχο Παπαδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, Δημητρίου Παλιούρα, 2) Ε. Ν. του Ζ. και 3) Χ. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, 2) Τμήμα κοινωνικής αλληλεγγύης διεύθυνσης δημόσιας υγείας & κοινωνικής μέριμνας Περιφερειακής Ενότητας Έβρου, 3) Εταιρεία προστασίας ανηλίκων Εφετείου Θράκης και 4) Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Οι 1ος, 2ο και 3η δεν παραστάθηκαν, ενώ η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Αναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2020 και με αριθμ. καταθ. 72/ΕΜ/27-5-2020 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Εκδόθηκε η 141/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 4η των προς κοινοποίηση διαδίκων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 769 ΚΠολΔ, που ορίζει τους δικαιούμενους να ασκήσουν αναίρεση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αναίρεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, και αν νίκησαν, ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών.

Οι διατάξεις του άρθρου 762 εφαρμόζονται και εδώ". Ως προς την παθητική νομιμοποίηση, η παρούσα διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και συνεπώς, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους" εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α` ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α` ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατ` αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, το οποίο μπορεί να στηρίζεται και στο γεγονός ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί στη δίκη αυτή, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 76, 77, 78 ΚΠολΔ για την αναγκαστική ομοδικία.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, κατ` αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκουσία δικαιοδοσία, πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο. Εξάλλου, οι διατάξεις περί ομοδικίας του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 741) (ΑΠ 757/2019).

Από τη διάταξη του άρθρ. 762 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναίρεση, και η οποία διάταξη διαφέρει κατά τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως του άρθρου 517 Κ.Πολ.Δ. και θεσπίσθηκε ενόψει και του χαρακτήρα των θεμάτων που υπάγονται στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, τα οποία αφορούν ως επί το πλείστον στη δημόσια τάξη και είναι απαραίτητο να επιλύονται οριστικώς έναντι πάντων των ενδιαφερομένων διαδίκων, που ορίζει ότι "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους", σαφώς συνάγεται ότι η έφεση πρέπει να στραφεί κατά του ενδιαφερόμενου προσώπου που στην πρωτοβάθμια δίκη είχε μετάσχει ως αντίδικος του εκκαλούντος (βλ.

σχετ. ΑΠ 470/1973). Σε όλους τους άλλους που μετείχαν στην πρωτοβάθμια δίκη ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως ομοδίκων ή αντιδίκων του εκκαλούντος, ακόμη και αυτών που δεν εμφανίσθηκαν και δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, κατ` άρθρ. 754 Κ.Πολ.Δ. και έχουν δικαίωμα να κληθούν στη συζήτηση, η έφεση, πρέπει απλώς να κοινοποιείται με κλήση προς συζήτηση.

Περαιτέρω, η παράγραφος 2 εδ α` του άρθρου 111 ΚΠολΔ ορίζει ότι καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίζει το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της τήρησης προδικασίας, προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στο νόμο, η συζήτηση οποιασδήποτε αίτησης από το δικαστήριο, αν δεν έχει επιδοθεί το οικείο έγγραφο στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός αν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει.

Έτι, περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση (ΑΠ 185/2009). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 23 § 5 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 16 § 3 του ν. 2331/1995 και 2 § 2 του ν. 2298/1995 στις συνεδριάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο Εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλλει έως την έναρξη της δικασίμου έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 § 2 Κ.Πολ.Δ. αντίγραφο της αίτησης, που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με τη σημείωση για το προσδιορισμό δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του Δικαστηρίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση που ο Εισαγγελέας εμφανίζεται ως διάδικος ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο.

Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 573 του Κ.Πολ.Δ. στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, τους Εισαγγελείς, όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου, τους εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί αναιρέσεως κατ` αποφάσεως που εκδόθηκε σε υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, με διάδικο τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όπως εκείνη του άρθρου 1532 του Α.Κ.

όπου το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, αν αντίγραφο της αναιρέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα άρθρα 111 § 2, 159 αρ. 2 και 576 § 2 εδ. β` και παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1543/2010, ΑΠ 413/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 6-10-2020 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η 141/2020 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), κατά της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.

α` του νόμου 2447/1996 δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως και με την οποία έγινε μερικά δεκτή η από 27-5-2020 αίτηση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και ανακλήθηκε κατά το μέρος που αναφέρεται σε αυτή η με αρ. 87/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε μεταρρυθμιστεί η με αρ. 222/2019 απόφαση του αυτού ως άνω δικαστηρίου, με την οποία (τελευταία ως άνω απόφαση) διατάχθηκε, κατόπιν αιτήσεων του αυτού ως άνω Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, που συνεκδικάστηκαν με την από 20-8-2019 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, η αφαίρεση της γονικής μέριμνας των αναφερομένων στην απόφαση αυτή έξι ανηλίκων τέκνων των εκ των αναιρεσιβλήτων Ε.

Ν. και Χ. Τ. και ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου τους, όπως ειδικότερα στην απόφαση αυτή ορίζεται. Η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των γονέων των ανηλίκων Ε. Ν. και Χ. Τ. (οι οποίοι μετείχαν στην πρωτοβάθμια δίκη) ως και κατά του εισαγγελέως Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης (ο οποίος μετείχε στην πρωτοβάθμια δίκη ως αντίδικος των αναιρεσειόντων), κοινοποιουμένη μεταξύ άλλων και στο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του εισαγγελέως κατά την πρωτόδικη δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο αναιρεσίβλητος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και ο εκπροσωπών αυτόν, κατά τα προαναφερθέντα, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.

Aπό τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος ως διάδικος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι την επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζεται, για το παραδεκτό της συζήτησης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο της 5-3-2021, για την οποία είχε προσδιοριστεί αρχικά προς συζήτηση η υπόθεση και κατά την οποία ματαιώθηκε αυτή (συζήτηση), λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, κατά την παραπάνω δικάσιμο, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, λόγω της πανδημίας του κορωνοιου, προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατ' αρθ.83 παρ 2 και 3 ν.4790/2021 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, εφόσον όμως είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κληθεί για την αρχική δικάσιμο.

Συνεπώς, εφ'οσον δεν προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ