180/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated180/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, ήτοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Full text
Απόφαση 180 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 180/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κυριακή Βελλίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Τ. Τ. του Χ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καραγεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 210/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ'άρθρ.560 αρ.1 εδ.β'ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε, να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ'αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγο αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρ.336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του αρ.6 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, ήτοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναφέρεται, δηλαδή, σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
ΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: "Ο ενάγων διατηρεί από το έτος 2003 επιχείρηση χωματουργικών εργασιών, με έδρα τη ..., όπως προκύπτει από το με αριθμό ...2011 πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Κιλκίς. Στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής, τον Ιανουάριο του έτους 2010, συμφώνησε με τον εναγόμενο, που διέμενε τότε στην Ολλανδία και λειτουργούσε ως μεσάζων στην αγορά αυτοκινήτων και μηχανημάτων, να μεσολαβήσει για λογαριασμό του, ώστε να αγοράσει ένα μηχάνημα έργου τύπου TELESCOPSTAPLE JCB 532-120 από την Ολλανδική εταιρία NEDTRAX, αντί τιμήματος 13.200 ευρώ.
Για τη συμφωνία αυτή δεν συντάχθηκε κάποιο έγγραφο, καθώς μεταξύ των διαδίκων υπήρχε φιλική σχέση και ο ενάγων είχε βαπτίσει ένα από τα τέκνα του εναγόμενου. Για τη συναλλαγή αυτή εκδόθηκε από την πωλήτρια εταιρία το με αριθμό .../8-2-2010 τιμολόγιο, στο όνομα του ενάγοντος, που καταχωρίστηκε στα βιβλία εσόδων - εξόδων του και η σχετική, με αριθμό ...
διεθνής φορτωτική, με αποστολέα την ολλανδική εταιρία, παραλήπτη τον ενάγοντα και τόπο παράδοσης τη .... Το παραπάνω όχημα συνόδευε κατά την άφιξη του στη χώρα ο εναγόμενος, για το λόγο αυτό άλλωστε υπογράφει ο ίδιος ως παραλήπτης στη σχετική φορτωτική και παραδόθηκε στον ενάγοντα, στη ..., στις 12-3-2010. Ο ενάγων, λόγω οικονομικών δυσχερειών του, δεν προέβη στην ταξινόμηση του επίδικου οχήματος.
Αμέσως μετά την παράδοση του, ο ενάγων αποθήκευσε το επίδικο σε χώρο στη ..., όπως προκύπτει από την από 31-1-2012 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία του εναγόμενου, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι μάρτυρες ανταπόδειξης περί αποθήκευσης αυτού στην αυλή της οικίας του στο ... ήδη από το έτος 2010. Τον Ιούλιο του έτους 2012, ο ενάγων παρέδωσε το επίδικο όχημα στον εναγόμενο, ο οποίος το είχε σταθμευμένο στην αυλή του σπιτιού του στο ...
και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος, όταν δε, του ζήτησε να του το επιστρέψει, αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος είναι ο αληθής κύριος, νομέας και κάτοχος του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το αγόρασε τύποις στο όνομα του ενάγοντα, με δαπάνες του ίδιου (εναγόμενου), ώστε να μην επιβαρυνθεί αυτός με το Φ.Π.Α.
που αντιστοιχούσε στην αγορά του και στη συνέχεια ο ενάγων θα προέβαινε αμέσως στην τυπική μεταβίβαση του. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την με αριθμό 2869/1987 απόφαση του τότε Υπουργού Οικονομίας και Γεωργίας, σε περίπτωση μεταπώλησης του επιδίκου πριν τη χρησιμοποίηση του, ο ενάγων θα υποχρεούνταν να καταβάλλει, όχι μόνο το Φ.Π.Α.
από τον οποίο απαλλάχθηκε, αλλά επιπλέον και πρόστιμο, ακολούθως, δεν είχε κανένα συμφέρον να προβεί σε μια τέτοια συμφωνία. Εξάλλου, εάν ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αληθής, δεν δικαιολογείται το γεγονός ότι έως τις αρχές του έτους 2013, ήτοι τρία χρόνια μετά την αγορά, δεν ζήτησε την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης του επίδικου στο όνομα του.
Περαιτέρω, για τη χρήση του παραπάνω μηχανήματος απαιτείται ειδική άδεια, την οποία ο εναγόμενος δεν διαθέτει, ενώ αντίθετα διαθέτει ο ενάγων (βλ. την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή). Επίσης, ο ενάγων δραστηριοποιείται στο χώρο των χωματουργικών εργασιών, ακολούθως δε, είναι εύλογη η αγορά από αυτόν ενός εξειδικευμένου μηχανήματος έργου, ενώ αντίθετα ο εναγόμενος δεν είχε κάποια επαγγελματική ενασχόληση που θα χρειαζόταν ένα τέτοιο όχημα, αφού και η δραστηριότητα του στην Ολλανδία είχε ως αντικείμενο τη μεσολάβηση στην πώληση και αγορά οχημάτων, ούτε ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το προμηθεύτηκε με σκοπό τη μεταπώληση του.
Ακόμη, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προμηθεύτηκε το επίδικο για να το χρησιμοποιήσει στη μετεγκατάσταση του στην Ελλάδα και ειδικότερα στη μεταφορά της οικοσκευής του, πλην όμως αντίκειται στη λογική η αγορά αντί 13.200 ευρώ ενός μηχανήματος έργου για να χρησιμοποιηθεί αυτό μόνο ως γερανός στη μεταφορά και τοποθέτηση της οικοσκευής του.
Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο, το Νοέμβριο του έτους 2012, να προχωρήσουν στη διαδικασία μεταβίβασης του επιδίκου, αιτούμενος παράλληλα τη λήψη ποσού 5.000 ευρώ, διότι είχε οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ., δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αλλά αντιθέτως, από τις προσκομιζόμενες φορολογικές ενημερότητες προκύπτει ότι αυτός, το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήταν φορολογικά ενήμερος, ενώ οι επικαλούμενες από τον ίδιο (ενάγοντα) οικονομικές δυσχέρειες αναφέρονται στο χρόνο παραλαβής του οχήματος, ήτοι στις αρχές του έτους 2010.
Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος του επίδικου οχήματος - μηχανήματος έργου και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έτσι έκρινε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.". Μετά ταύτα το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της 38/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ'αυτού (αναιρεσείοντος) διεκδικητική κινητού πράγματος (μηχανήματος έργου JCB) αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το κατ'έφεση δικάσαν Πρωτοδικείου (Μονομελές Κιλκίς) με την προσβαλλόμενη 210/15, απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.560 αρ.1β'ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ειδικότερα: "Ένας επαγγελματίας χωματουργικών εργασιών, αν πραγματικά αυτός πλήρωσε ένα σεβαστό ποσό 13.200 ευρώ για την αγορά πολυμηχανήματος για την εργασία του, είναι εντελώς απίθανο, αδύνατον και κόντρα στη λογική να αφήσει αυτό το μηχάνημα στα χέρια άλλου προσώπου - μη ιδιοκτήτη επί τρία συνεχή έτη, χωρίς να το χρησιμοποιεί ο ίδιος ο επαγγελματίας είτε στη δουλειά του, για την οποία υποτίθεται ότι το αγόρασε, είτε εκμισθώνοντάς το για να εισπράττει μισθώματα, είτε με άλλο πρόσφορο για εξοικονόμηση κέρδους τρόπο (π.χ.
πώληση), παρά να το αφήνει επί τριετία αχρησιμοποίητο (και μάλιστα στα χέρια άλλου) να χάνει καθημερινά μέρος της αξίας του λόγω παλαιότητας". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα υπό το άνω περιεχόμενό του, εκτιθέμενα δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, αλλά στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Πρωτοδικείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.6 του ανωτέρω άρθρου, καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη είναι, κατ'αυτόν, αναιτιολόγητη, όσον αφορά στο ζήτημα σε τίνος την φυσική εξουσία και νομή βρισκόταν το μηχάνημα από την αγορά του μέχρι την εξώδικο του αναιρεσιβλήτου (3 χρόνια μετά από την αγορά του).
Ο αναιρεσείων αιτιάται, συγκεκριμένα, ότι από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων της δίκης, οι οποίες δόθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την 114/2014 ένορκη βεβαίωση άλλων 4 μαρτύρων του αποδείχτηκε χωρίς αμφιβολία ότι το μηχάνημα βρισκόταν αρχικά στο σπίτι του (αναιρεσείοντος) στην Ολλανδία και στη συνέχεια από την μετακόμισή του στην Ελλάδα συνεχώς και αδιαλείπτως στο σπίτι του (αναιρεσείοντος) στο ... (στο οποίο βρέθηκε αφού πέρασε για λίγο από την ..., όπου παρέμεινε ελάχιστα μαζί με τα άλλα μηχανήματα που είχε φέρει και στη συνέχεια μετακινήθηκε στο ...), αλλά, (κατά τον αναιρεσείοντα), το Μονομελές Πρωτοδικείο αναιτιολόγητα δεν κατέληξε στο άνω συμπέρασμα.
Επίσης ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αιτιάται και ότι η αναιρεσιβαλλομένη εντελώς αναιτιολόγητα έκρινε ότι παραλήπτης του οχήματος στην ... διά της φορτωτικής ήταν ο αναιρεσίβλητος, ενώ από το προσκομισθέν εκατέρωθεν έγγραφο φορτωτικής αποδείχτηκε ότι παραλήπτης του οχήματος ήταν αυτός (αναιρεσείων) που υπέγραψε ως παραλήπτης και όχι ο αναιρεσίβλητος.
Ακόμη, ο αναιρεσείων ψέγει (με τον ίδιο λόγο), ότι ομοίως αναιτιολόγητα έκρινε η προσβαλλομένη ότι τα χρήματα (13.200€), με τα οποία αυτός (αναιρεσείων) πλήρωσε μετρητοίς το όχημα στην Ολλανδία, του τα είχε δώσει ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, ενώ αυτό δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, (όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση, αναιρετικώς ανέλεγκτη, του δικαστηρίου της ουσίας.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2016 αίτηση του Σ. Α. περί αναιρέσεως της 210/2015 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ